Έκλειψη εμπιστοσύνης

Σκίτσο του Δημήτρη Χατζόπουλου στην εφημερίδα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-3-25

Του Γιώργου Πανταγιά

«Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι μυστικό, κάτι πλούσιο και παράξενο, σαν τοπίο του βυθού», μας λέει  στο έργο του, Το περιβόλι του τρελού, ο σπουδαίος τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος.  Η απρόσμενη κοινωνική έκρηξη, εύλογο είναι να προκαλέσει μεγάλη τρικυμία και έντονο προβληματισμό.  Δεν μας εξέπληξε  μόνο, η δίνη των συναισθημάτων που εκδηλώθηκαν. Αλλά και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Η προσδοκία ανεύρεσης της αλήθειας, για όλα εκείνα που κρατούν τον τόπο μας καθηλωμένο στο παρελθόν.

Η υπερχείλιση των υπόγειων ρευμάτων απαισιοδοξίας, δυσπιστίας, ανησυχίας, θυμού και απογοήτευσης  στο κοινωνικό σώμα, έχουν προσλάβει πρωτοφανείς διαστάσεις. Τη βοή τους δεν μπόρεσε να ακούσει κανείς. Χαμένοι μες στον μικρόκοσμό τους, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι, δεν κατάλαβαν τη φουσκοθαλασσιά της ανθρώπινης αντίδρασης. Και το χειρότερο αδυνατούν να την ερμηνεύσουν σωστά.

Η ακύρωση προσδοκιών, οι συνεχείς διαψεύσεις, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης, οι διαρκείς ματαιώσεις, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα δυσφορίας. Μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας και αστάθειας, οι άνθρωποι, για να επικαλεστώ και τον Γιώργο Σεφέρη,  κινούνται ανάμεσα στη λαχτάρα για φως  και στα τέρατα του σκότους.

Ψάχνοντας εξηγήσεις για το τι συμβαίνει γύρω τους,  ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, εκφράζει την δικαιολογημένη αγωνία του για τα όσα βιώνει σε ατομικό και προσωπικό επίπεδο, ευελπιστώντας σε θετικές εξελίξεις.  Την ίδια στιγμή, δεν είναι λίγοι εκείνοι που καταφεύγουν στα άγονα μονοπάτια του ανορθολογισμού και της υποκουλτούρας, ενστερνίζονται τον λαϊκισμό  και τον εθνικισμό , υιοθετούν συνωμοσιολογικές  θεωρίες, ανακαλύπτουν τη γοητεία του λεγόμενου αντισυστημισμού.

Ως εκ τούτου οι αντιδράσεις ποικίλλουν. Δεν είναι μονοδιάστατες. Οι θεατές και αθέατες πλευρές τους, υποκρύπτουν σημαντικές μεταβολές στις σταθερές που είχαν επικρατήσει τα τελευταία χρόνια. Δίχως υπερβολή πρόκειται για τεκτονικές αλλαγές. Έπειτα από μια περίοδο σχετικής νηνεμίας, η χώρα αναμετριέται με τον εαυτό της. Η κοινωνική πίεση υπερφαλαγγίζει την πολιτική, υπερβαίνει τον πολιτικό ανταγωνισμό, επισκιάζει τις κομματικές αντιπαραθέσεις. Τα χαρακτηριστικά της, δεν προσομοιάζουν με εκείνα της εποχής της χρεοκοπίας. Δεν έχουμε  «τους αγανακτισμένους» του 2012-2015. Ούτε την παραφροσύνη που επικράτησε στα σκοτεινά εκείνα χρόνια. Οι διαφορές είναι ουσιαστικές. Ο κόσμος που δυσφορεί, αμφισβητεί, αντιτίθεται, θυμώνει και απορρίπτει,  δεν συγκροτεί κάποιο ομοιογενές πλήθος. Ούτε έχει τις  ίδιες προσλαμβάνουσες.

Η κοινωνική έκρηξη, όπως καταγράφηκε με αφορμή την τραγωδία των Τεμπών, αποτυπώνει με τον ποιο έντονο τρόπο την πολυμέρεια. Και το κυριότερο το βάθος, την εμβέλεια και τη σημασία των αντιδράσεων. Το ψυχοτραυματικό γεγονός που προκλήθηκε εξαιτίας της απώλειας 57 ανθρώπων, καθώς και των απαράδεκτων ενεργειών και μεθοδεύσεων που ακολούθησαν, φόρτισαν στο έπακρο τις συναισθηματικές  διεργασίες στην ευρύτερη κοινή γνώμη.  Ταυτόχρονα δε έπληξαν δραστικά τον πυρήνα του αφυδατωμένου πολιτικού συστήματος, που στο σύνολο του είναι δέσμιο της μικροπολιτικής και της ψηφοθηρίας.

Μέσα σ’ αυτό το ζοφερό τοπίο έχει εδραιωθεί η αντίληψη του αποτυχημένου κράτους, καθώς και των αναποτελεσματικών και προβληματικών θεσμικών του δομών.  Η εξαιρετικά χαμηλή τους ποιότητα, όπως επισημαίνει σχετική έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, παραπέμπει στη βαλκανική υστέρηση, στη συντεχνιακή τους οργάνωση, στην κομματοκρατία. Τα πολλαπλά προβλήματα που προκαλούνται, εύλογο είναι να διευρύνουν το ρήγμα στη σχέση πολιτών και πολιτικής, ενισχύοντας περαιτέρω την κρίση νομιμοποίησης. Έτσι εξάλλου δημιουργείται ζωτικός χώρος για τις αποκαλούμενες  αντισυστημικές δυνάμεις, που εκμεταλλεύονται τον οχετό του διαδικτύου και τον καταιγισμό των λογαριασμών bots, επενδύοντας στα  άγρια ένστικτα μερίδας του πληθυσμού.

Πάντως πέρα από τον ανατροφοδοτούμενο αντισυστημισμό, η φωτεινή έκρηξη των συλλαλητηρίων για τα Τέμπη εδράζεται στις  κινούσες  ιδέες της αλήθειας, της δικαιοσύνης και την ασφάλειας. Άλλωστε εκείνες ήταν που διαμόρφωσαν  ένα ισχυρό κοινωνικό ρεύμα, προκαλώντας μια γενικότερη πολιτική αναστάτωση. Η κρίση εμπιστοσύνης έχει αποκτήσει πρωτοφανείς διαστάσεις. Η  συντριπτική πλειονότητα των πολιτών δεν εμπιστεύεται το ζωτικό θεσμό του δημοκρατικού πολιτεύματος, τη δικαιοσύνη, τα κόμματα καθώς και άλλες θεσμικές εκφράσεις.

Το κλίμα αμφισβήτησης  είναι υπαρκτό και έντονο. Η αντανάκλασή του στην πολιτική σκηνή, είναι αποκαλυπτική. Τα παραδοσιακά κόμματα κεντροδεξιάς-ΝΔ, κεντροαριστεράς-ΠΑΣΟΚ, αριστεράς- ΣΥΡΙΖΑ,  που είχαν κυβερνητική ευθύνη, χάνουν συνεχώς έδαφος. Δεν πείθουν για την ικανότητα τους να διαχειριστούν τα μείζονα ζητήματα της χώρας.  Θεωρούνται φθαρμένα και ξεπερασμένα.

Την ίδια ώρα βλέπουμε να διευρύνουν την απήχησή τους  νεοπαγή σχήματα,  που κολυμπούν στα νερά της εχθροπάθειας, του παραλογισμού, και των  εθνικολαϊκιστικών  και ακροδεξιών  υπολειμμάτων,  επιβεβαιώνοντας το στίχο του  Ντίνου Χριστιανόπουλου, «Το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια». Πρόκειται για ένα μάγμα της τραμπικής και πουτινοπρεπούς  σύμπλευσης.

Εύλογο είναι, η κρίση εκπροσώπησης να πλήττει  πρωτίστως το κυβερνόν κόμμα, τη ΝΔ. Η πλεονάζουσα έλξη που ασκούσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι πλέον παρελθόν. Το εκλογικό της ακροατήριο έχει συρρικνωθεί. Οι φυγόκεντρες δυνάμεις ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις. Δεν χάνει μόνο προς τα δεξιά. Σημαντικές είναι και οι απώλειες στον κεντρώο χώρο. Με τη δεξιά στροφή της, ενισχύει περαιτέρω την απομείωση των πλεονεκτημάτων της. Η δυσλειτουργία της  και η έλλειψη έργου την καθιστά ξέπνοη κυβέρνηση. Επιπροσθέτως η επίδειξη αυταρέσκειας και αλαζονείας, κάθε άλλο παρά τη βοηθάει παρά να υπερβεί την ασθενική της πολιτική κυριαρχία.

Ο αντίπαλός της κυβερνητικής παράταξης, δεν βρίσκεται στο κοινοβούλιο. Ούτε φαίνεται να την ανταγωνίζεται ισάξια κάποιο άλλο κομματικό σχήμα.  Απεναντίας, αντίπαλός της είναι ένα ισχυρό κύμα αμφισβήτησης και απόρριψης, το οποίο προς το παρόν τουλάχιστον δεν έχει ακόμη αποκτήσει μια καθαρή πολιτική έκφραση.

Το ΠΑΣΟΚ αντί να εισπράττει τη δυσαρέσκεια των πολιτών, υποχωρεί. Η έλλειψη ενός στέρεου στρατηγικού  υποδείγματος,  δεν του επιτρέπει να θεμελιώσει και να αντιπαραβάλλει μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ηγεσία και στελέχη, χάνονται μέσα στον κυκεώνα προσωπικών ανταγωνισμών. Αδυνατούν να ακολουθήσουν την παρακαταθήκη του Κώστα Σημίτη, συνδέοντας τη στιγμή με τη διάρκεια.

Η απουσία πολιτικού βάθους, εκτρέπει σε φοβικά σύνδρομα, σε μικρόψυχες διαμάχες, σε κοντόφθαλμες αντιλήψεις, σε διαμετρικά αντίθετους προσανατολισμούς. Τα στελέχη που αμφισβητούν την ηγεσία, που εκλέχθηκε μόλις πριν πέντε μήνες, το μόνο που έχουν να επιδείξουν είναι ο ανέμπνευστος λόγος  τους, η μικρομεσαία μιζέρια τους και η άτοπη χαρά τους. Εντούτοις και οι ευθύνες της ηγεσίας δεν μετριάζονται, ούτε διαγράφονται.

Η ανάρμοστη αλλά και αλόγιστη επιλογή της σύμπλευσης με τη Ζ. Κωσταντοπούλου, καταθέτοντας κοινή πρόταση δυσπιστίας, εγγράφεται ως στρατηγικό ολίσθημα.  Ζώντας μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, ηγεσία και στελέχη φαίνονται να κινούνται στη σφαίρα του ανεπίγνωστου. Αδυνατώντας να δώσουν μάχη για την ψυχή και την αξία, μιας ιστορικής παράταξης, οδηγούνται σε νευρική κρίση και  ψυχικό χάσμα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έπειτα από την καταιγίδα της κασσελακιάδας, δείχνει να έχει πληγεί ανεπανόρθωτα.  Η ζημιά που προκάλεσε, μια τραμπική φυσιογνωμία, ορμώμενη απ΄ την Αμερική, δεν ακύρωσε μόνο τον ιδεολογικοπολιτικό πυρήνα του κόμματος, αλλά το κατέστησε ευάλωτο στη γελοιοποίηση. Ακόμη και σήμερα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως εύστοχα σημειώνει ο Γιάννης Βούλγαρης, δεν έχουν εξηγήσει πως, οι φίλοι και τα μέλη ενός αριστερού κόμματος πήγαν και ψήφισαν κατά χιλιάδες τον Κασσελάκη. Η ανόρθωσή του δεν επιτυγχάνεται με τις κούφιες διακηρύξεις περί συνεργασίας και συμπόρευσης με το ΠΑΣΟΚ, στο πλαίσιο κοινών ψηφοδελτίων. Πρόκειται για μια απέλπιδα προσπάθεια με την οποία επιχειρείται να θέσει  το κάρο μπροστά από το άλογο.

Η απότομη δημοσκοπική ενίσχυση του προσωποπαγούς κόμματος της Κωνσταντοπούλου, αναμφίβολα είναι ένα ζήτημα που θέτει ερωτήματα ως προς την ανθεκτικότητα και τη διάρκεια της. Το βέβαιο είναι, ότι συνιστά μια παραδοξότητα όπου η εχθροπάθεια  επιχειρεί να μετατραπεί σε πολιτικό υποκείμενο. Με καύσιμο την τραγωδία των Τεμπών, ενσαρκώνει μια ακραία συγκρουσιακή εκδοχή. Με τη μέθοδο δε της πολτοποίησης, εξελίσσεται σε έναν ιδεολογικοπολιτικό χυλό. Η συγγένεια με τον τραμπισμό, δεν είναι δυσδιάκριτη.

Οι πολιτικές που πρεσβεύει η πρώην πρόεδρος της Βουλής, αποτυπώνονται με τον καλύτερο τρόπο στα όσα δήλωσε πριν λίγες μέρες, υποστηρίζοντας ότι «δεν υπερασπίζεται κανένα δογματισμό των νομισμάτων», αμφισβητώντας ευθέως την αξία και τη σημασία του ευρώ για τη χώρα και την οικονομία. Εύκολα λοιπόν αντιλαμβάνεται κάποιος, πως στις αποσκευές της η Ζ. Κωσταντοπούλου κουβαλάει αντιλήψεις που παραπέμπουν στην παλιά Ελλάδα του αναχρονισμού, του ανορθολογισμού και του εθνοκεντρισμού.

Η σαγήνη του αντισυστημισμού, κτυπά και τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος. Η ακροδεξιά είναι και αυτή εγκατεστημένη σε ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος. Το 20% που συγκεντρώνουν και τα τρία κομματίδια στην ελληνική επικράτεια, είναι εστίες ανάφλεξης της οπισθοδρόμησης.

Αν κάτι προκύπτει από μια ψύχραιμη και νηφάλια αποκρυπτογράφηση της εγχώριας πολιτικής σκηνής,  είναι η απομάγευση των λεγόμενων κομμάτων εξουσίας, η καθίζηση των προσδοκιών, η έκλειψη εμπιστοσύνης. Το διάχυτο κύμα της ματαίωσης, είναι αυτό που κρατά τις παραδοσιακές δυνάμεις στην υποχώρηση. Αλλά  και  εκείνο που ανατροφοδοτεί τις δεξαμενές του αντισυστημισμού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *