

Η κλιματική κρίση δεν είναι αυταπάτη όπως υποστηρίζει ο Τραμπ. Η ύπαρξη της οφείλεται στα ορυκτά καύσιμα. Ανθρακας, λιγνίτης, πετρέλαιο, αέριο επιβαρύνουν δραστικά το περιβάλλον.Οι θιασώτες των ορυκτών καυσίμων, επιδίδονται σ’ενα τιτάνιο αγώνα για να επιβάλλουν την ενεργειακή τους κυριαρχία. Η απεξάρτηση μας από αυτά, είναι ζωτική ανάγκη. Η Ελλάδα αξιοποιώντας την ηλιακή και αιολική της ενέργεια, διασφαλίζει ενεργειακή αυτονομία , επάρκεια και ασφάλεια.
Tο εγχώριο πολιτικό σύστημα αυτουπονομεύεται. Η ρευστότητα και ο κατακερματισμός επιτείνουν την κρίση εμπιστοσύνης. Η ψυχή της πολιτικής χάνεται. Η αξία των ιδεολογιών, βρίσκεται στα τάρταρα. Τα εξατομικευμένα προτάγματα αντικαθιστούν τα συλλογικά. Η αυταρέσκεια των κυβερνώντων, αλλά και οι άτοπες επιθυμίες των αντιπολιτευόμενων, αφήνουν αδιάφορο το ευρύτερο κοινωνικό σώμα.
Πραγματικότητα είναι, για να επικαλεστώ τον Γιούργκεν Χάμπερμας, ότι ορθολογικά αποδεχόμαστε πως ισχύει. Η σχέση μας μαζί της, είναι δείκτης επίγνωσης. Η υποτίμηση ή ακόμη και η αγνόηση της, προκαλεί τύφλωση.Μας καθιστά δέσμιους αυταρέσκειας, έπαρσης και ψευδαισθήσεων. Οι ιθύνοντες της βιοεξουσίας ζώντας στον μικρόκοσμο τους, αδυνατούν να εξοβελίσουν την αλήθεια. Πόσο μάλλον να απονεκρώσουν τη σκέψη των πολιτών.

Τα κομματικά φρούρια είναι πλέον ακατάλληλα. Οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές ανεπίκαιρες. Οι ιδέες και οι αντιλήψεις τέμνονται. Η πολιτική παραμένει ζωτική όταν αποδεικνύεται περιπέτεια ιδεών. Η αξία της υπερβαίνει τους κομματικούς ανταγωνισμούς. Η χρησιμότητά της δεν προσμετράται με τη βλάβη στον αντίπαλο. Απεναντίας, η πολιτική χρειάζεται να είναι ένα Τεχνικό Δελτίο Έργου που συνδυάζει το Μίκρο με το Μάκρο, επιδιώκοντας καθαρούς και μετρήσιμους στόχους...

Ο τίτλος είναι παραπλανητικός, καθώς οι ιστορίες και οι ήρωές του προκαλούν το ενδιαφέρον και των δύο φύλων. Στα πέτρινα χρόνια της μετεμφυλιακής Ελλάδας η ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού επισκέφθηκε τη Μακρόνησο, για έναν φιλικό ποδοσφαιρικό αγώνα με τους έγκλειστους στον αποκαλούμενο τότε «νέο Παρθενώνα» της Ελλάδας. Το διήγημα του Γιώργου Πανταγιά στη συλλογική έκδοση που επιμελήθηκε ο Θανάσης Νιάρχος.