Εφημερίδα Έθνος της Κυριακής
16 Μαΐου 1999

Συνέντευξη στον Αντώνη Δελατόλα

– Πρόσφατα σε άρθρο σας υποστηρίξατε ότι η καταδίκη από τη μια των νατοϊκών βομβαρδισμών και η συμφωνία από την άλλη με τους χειρισμούς της κυβέρνησης, σχετικά με τη στάση του ελληνικού λαού έναντι του πολέμου, δεν είναι δείγμα κάποιας «σχιζοφρένειας» αλλά απόδειξη «πολιτικοποίησης». Μπορείτε να το εξηγήσετε καλύτερα αυτό;
Θα προσπαθήσω. Ο ελληνικός λαός έχει πολλές φορές αποδείξει ότι διαθέτει ένα σπάνιο πολιτικό κριτήριο. Στη χώρα μας δεν συναντά κανείς το γνωστό ευρωπαϊκό ή αμερικανικό «πολιτικό επαρχιωτισμό». Δηλαδή την άγνοια για το τι συμβαίνει εκτός της χώρας. O μέσος Ελληνας έχει μια συμπυκνωμένη ιστορική εμπειρία, τόσων μεγάλων πολιτισμικών, κοινωνικών και πολεμικών συγκρούσεων. Προσθέστε και την αυξημένη ευαισθησία λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας. Το άθροισμα μας δίνει έναν λαό ικανό να κατανοήσει καλύτερα από το διεθνή μέσο όρο τι ακριβώς «παίζεται» κάτω από τα συνθήματα που χρησιμοποιούνται κάθε φορά.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβικής κρίσης αντιλαμβάνεται πόσο αδόκιμη είναι η θεωρία για αποτροπή της «ανθρωπιστικής καταστροφής» και πόσες εθνικές διαφορές μπορεί να ανανεώσει. Είναι λοιπόν κατά του πολέμου, γιατί αντιλαμβάνεται ότι αυτός μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπές και καταστροφές μεγαλύτερες από αυτές που υποτίθεται ότι προσπαθεί να αποτρέψει.

Και η συμφωνία με τους κυβερνητικούς χειρισμούς; Συμφωνεί ο κόσμος που ως Κυβέρνηση συνυπογράψατε τους βομβαρδισμούς;
Αυτό ακριβώς ονομάζω πολιτικοποίηση. Οι Ελληνες έχουν μια υψηλή αίσθηση των διεθνών συσχετισμών, των τάσεων που διαμορφώνονται στην παγκόσμια πολιτική. Πολλές φορές εκπλήσσομαι διαπιστώνοντας ότι ο απλός άνθρωπος του δρόμου αντιλαμβάνεται πολύ καλά το τοπίο που πρόκυψε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Η δοκιμασία του σερβικού λαού συγκινεί. Ταυτόχρονα όμως γίνεται αντιληπτή η διαφορά ανάμεσα στο επιθυμητό και το εφικτό.
Η Ελλάδα λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο των αποφάσεων της διεθνούς κοινότητας αλλά διατηρεί την ιδιαιτερότητα της. Η κυβέρνηση ξεκαθάρισε από την αρχή ότι είναι υπέρ της πολιτικής λύσης, ότι δεν συμμετέχει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Δεν αρκέστηκε όμως σε διακηρύξεις. Κινήθηκε συστηματικά υπέρ της επιστροφής στα Βαλκάνια της πολιτικής και της ειρήνης. Ανέλαβε πρωτοβουλίες διευθέτησης της κρίσης, συντονίστηκε με όλες τις ανάλογες κινήσεις άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ας θυμηθούμε μόνο τις τακτικές επαφές που είχε ο πρωθυπουργός με τους ομολόγους του Σρέντερ, Ζοσπέν και Ντ’ Αλέμα. Εργάστηκε και εργάζεται για την ειρήνη.

– Στο πεδίο αυτό φαίνεται να σας απασχολεί “περισσότερο” το αύριο”.
Δεν λησμονούμε ούτε την επόμενη ημέρα, μετά την κρίση και το τέλος του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία. Η ανασυγκρότηση των Βαλκανίων είναι μια υπόθεση η οποία θα χαρακτηρίσει την επόμενη δεκαετία και θα αγκαλιάσει τα πεδία της ασφαλείας, των θεσμών, της οικονομικής – επιχειρηματικής δραστηριότητας. Τα τρία αυτά πεδία διαπλέκονται σε ένα ενιαίο σύστημα καθώς θα είναι αφελές να υποθέσουμε ότι μπορεί να υπάρξει σταθερότητα χωρίς οικονομική ανάπτυξη, χωρίς δημοκρατικούς θεσμούς ή χωρίς μηχανισμούς έγκαιρης διευθέτησης των κρίσεων. Η ηγετική θέση της Ελλάδας, στηριγμένη στη διπλή μας ιδιότητα, σαν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, θα μας επιτρέψει να συμβάλουμε αποφασιστικά στη νέα αρχιτεκτονική της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ώστε να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον σταθερότητας, οικονομικής ευμάρειας και δημοκρατίας.

– Η αντιπολίτευση σας κατηγορεί για διγλωσία ότι άλλα λέτε έξω από τη χώρα κι άλλα στον ελληνικό λαό.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνουν μηχανικά μια φράση χωρίς να μπορούν να υπερασπιστούν το πολιτικό της περιεχόμενο. Φοβούμαι ότι ο ισχυρισμός τους έχει ένα σοβαρό νοηματικό πρόβλημα: Η «διγλωσσία» υφίσταται όταν κάποιο κόμμα ή κάποιος πολιτικός παρουσιάζει διαφορετικές θέσεις κατά τις δημόσιες εμφανίσεις του από εκείνες που υποστηρίζει στις εμπιστευτικές πολιτικές – διπλωματικές επαφές του. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της κυβέρνησης.

Ο δημόσιος λόγος του πρωθυπουργού και των αρμόδιων υπουργών και οι εμπιστευτικές πολιτικές – διπλωματικές επικοινωνίες τους βρίσκονται απολύτως στο ίδιο μήκος κύματος. Αποδεικνύεται αν συγκρίνει κανείς τις κατά καιρούς κυβερνητικές δηλώσεις και τις ενέργειες που ακολουθούν. Ο ελληνικός λαός το αντιλαμβάνεται. Άλλωστε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε εξ αιτίας του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία είναι τέτοια που δεν επιτρέπουν σε κανένα να ψεύδεται επί μακρόν.

– Επίσης, σας καταλογίζει ατολμία …
Δυστυχώς, η αντιπολίτευση προφασίζεται ότι αγνοεί μια απλή αλήθεια: η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με βάση, τις «συμπάθειες» ή τις αντιπάθειες, αλλά με βάση τα στρατηγικά και μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας. Ευτυχώς, την ίδια απλή αλήθεια κατανοεί ο ελληνικός λαός.

Η πολιτική της Ελλάδας αναγνωρίζεται από όλους, τόσο τους συμμάχους μας όσο και τους φίλους ή τους γείτονες μας. Όλοι αναγνωρίζουν τον κεντρικό ρόλο της χώρας για την είσοδο της Βαλκανικής στη νέα εποχή. Όλα τα σχέδια που επεξεργάζονται οι Ευρωπαϊκές χώρες αποδίδουν στην Ελλάδα μια ειδική κεντρική θέση. Το Βελιγράδι αποδέχεται ή και επιζητεί την μεσολαβητική μας συνεισφορά μας, επιθυμεί την συμμετοχή μας στην ειρηνευτική δύναμη που θα αναπτυχθεί στο Κοσσυφοπέδιο και η οποία θα απαρτίζεται από τμήματα χωρών στις οποίες η Γιουγκοσλαβία έχει εμπιστοσύνη. Καταγράφεται λοιπόν η «έξωθεν καλή μαρτυρία», στην οποία μάλιστα συμπίπτουν και οι δυο πλευρές της σημερινής πολεμικής αντιπαράθεσης… Προφανώς, δεν έχουν λόγο να μας κολακεύουν…

Όσο για τις επικρίσεις της αντιπολίτευσης, την καλύτερη απάντηση την δίνουν τα σχόλια του Βελιγραδίου. Την ίδια ώρα που οι Σέρβοι χαρακτηρίζουν τη στάση μας «αυτονόητη» ο κ. Καραμανλής μάς λέει ότι… δεν φωνάζουμε δυνατά!

– Σας καταλογίζει επίσης ότι επιστρέψατε στην πολιτική του «γιες μεν».
Δεν νομίζω ότι η Ν.Δ. χρησιμοποιεί την έκφραση «επιστρέψαμε», γιατί αυτό θα σήμαινε πως λησμόνησε τη γνωστή παροιμία: «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί!» Υπάρχει όμως μια πολύ δυσάρεστη όψη στα όσα λεει η αντιπολίτευση: αποδεικνύεται ότι δεν διαθέτει καμιά εναλλακτική πολιτική πρόταση. Αν αναλύσουμε συστηματικά τις ομιλίες του αρχηγού της ή των ηγετικών στελεχών της εύκολα διαπιστώνουμε την αγωνιώδη προσπάθεια να συγκροτήσουν κάποια επιχειρηματολογία σε βάρος της κυβέρνησης, χωρίς να ενδιαφέρονται για την ποιότητα των επιχειρημάτων τους. Ούτε πολύ περισσότερο προτείνουν κάποια άλλη πορεία.

Στις δύσκολες ώρες της βαλκανικής κρίσης η Ν.Δ. απέδειξε ότι είναι κατώτερη των περιστάσεων, γιατί προσπαθεί να αξιοποιήσει εθνικά θέματα για κομματικό όφελος. Αυτό ο ελληνικός λαός το έχει ήδη σημειώσει και πιστεύω ότι θα το εκφράσει καταλλήλως.

– Νομίζω ότι μ’ αυτό περνάμε στις επερχόμενες ευρωεκλογές. Δεν θα ρωτήσω τα γνωστά για το ποιος θα νικήσει κ.λπ., ώστε να μου απαντήσετε με τα επίσης γνωστά περί μη δημοψηφίσματος κ.λπ. κ.λπ. Το ερώτημά μου είναι άλλο. Θεωρείτε ότι η κρίση, ή ο πόλεμος τη Γιουγκοσλαβία αύξησε τους ευρωσκεπτισκιστές στη χώρα; Μήπως ο μεγάλος ηττημένος είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι πολιτικές δυνάμεις που την προωθούν;
Όντως, ο προβληματισμός για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για το έλλειμμα πολιτικής παρέμβασης που επέδειξε στη γιουγκοσλαβική κρίση έχει αυξηθεί. Όμως, η αξιολογική αυτή κρίση αποκτά νόημα μόνο αν την συμπληρώσουμε και με μια πολιτική πρόταση.

Γιατί μεμφόμαστε την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν έχει κοινή εξωτερική πολιτική, πολιτική ασφάλειας; Επειδή θεωρούμε ότι έπρεπε να είχε κινηθεί πιο γρήγορα σε αυτή τη κατεύθυνση ή διότι πιστεύουμε ότι έπρεπε να μην θέτει τέτοιους στόχους; Επειδή επιθυμούμε να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση τα χαρακτηριστικά μιας συγκροτημένης υπερεθνικής πολιτικής οντότητας ή διότι υπαινισσόμαστε ότι καλύτερο είναι να την κρατήσουμε στο επίπεδο της τελωνειακής οργάνωσης; Σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο και οι προσανατολισμοί του προβληματισμού είναι διαφορετικοί.

Είμαι ανάμεσα σε εκείνους που πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσεται και ωριμάζει μέσα από αυτές τις δοκιμασίες. Άλλωστε, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλο μας: οι μεγάλες διεθνείς κρίσεις προβάλουν πιο έντονα τις απαιτήσεις και τις ανάγκες των καιρών. Άρα θεωρώ ότι η «απογοήτευση» για τη στάση της Ε.Ε. δείχνει, έστω εμμέσως, τις προσδοκίες που έχει ο κόσμος γι’ αυτή! Αυτό όμως δεν είναι ευρωσκεπτικισμός αλλά γνήσια κριτική ευρωπαϊκή συνείδηση!

– Αμετανόητος ευρωπαϊστής, λοιπόν!
Μα δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ζούμε σε μια εποχή που η οικονομία διεθνοποιείται και λειτουργεί πλέον με όρους παγκοσμιότητας. Τα προβλήματα έχουν οικουμενικό χαρακτήρα και η αντιμετώπιση τους τις περισσότερες φορές απαιτεί τη συνεργασία σε πλανητική κλίμακα. Ο κανόνας αυτός ισχύει είτε μιλάμε για το περιβάλλον, είτε για τις συνέπειες από την κρίση των χρηματιστηρίων στην Ασία. Ακόμη και τα προβλήματα ασφαλείας αποκτούν πλέον άλλη υφή, με την σειρά τους αποκτούν παγκόσμια διάσταση. Οι πολιτικές οντότητες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη τον 16ο αιώνα και στη συνέχεια αποτέλεσαν το υπόδειγμα για την πολιτική οργάνωση όλου του κόσμου είναι πια ανεπαρκείς. Κατά συνέπεια δεν μπορούμε να σταματήσουμε στη μέση του δρόμου.

Η κριτική που ασκήθηκε στην Ε.Ε. δεν δείχνει άλλο παρά την αναγκαιότητα να αποκτήσει η Ευρώπη ό,τι φάνηκε περίτρανα ότι της λείπει. Με μια έννοια αυτός ο πόλεμος ίσως επισπεύσει τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Να θυμηθούμε άλλωστε ότι μόλις πριν από μερικά χρόνια, στην αρχή της γιουγκοσλαβικής κρίσης, η συζήτηση για κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας ήταν ακόμη πρωτόλεια. Τότε, ελάχιστοι μόνο πίστευαν ότι σε λιγότερο από δέκα χρόνια θα βρισκόμασταν να μιλάμε για την ιδιαίτερη Ευρωπαϊκή Αμυντική Ταυτότητα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, για τις αυτοτελείς επιχειρήσεις της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης ή ακόμη περισσότερο για εξωτερικά ευρωπαϊκά σύνορα. Κι όμως αυτά είναι σήμερα κατακτημένα στοιχεία. Οι εξελίξεις επιταχύνονται και τα αποτελέσματα συσσωρεύονται δημιουργώντας μια νέα δυναμική.

– Όλες οι «κεντροαριστερές» κυβερνήσεις της Ευρώπης ήταν αναφανδόν υπέρ των βομβαρδισμών. Συμμετείχαν ενεργά. Αντίθετα από το συντηρητικό χώρο ακούστηκαν σημαντικές διαφωνίες. Δεν νοιώθετε λιγάκι προδομένος ως “κεντροαριστερός”;
Προσωπικά δεν νοιώθω ευχάριστα. Αυτό όμως έχει μικρή σημασία. Αντίθετα, αυτό που έχει σημασία είναι να καταλήξουμε στα σωστά συμπεράσματα. Γράφτηκε ότι ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία είναι ο πρώτος πόλεμος της παγκοσμιοποίησης. Εγώ πιστεύω ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ήδη πραγματικότητα. Αυτό θεωρητικά σημαίνει αποδυνάμωση των εθνικών κρατών ή καλύτερα μείωση των δυνατοτήτων τους να ασκήσουν μοναχικές πολιτικές.

Είναι έτσι σήμερα τα πράγματα; Μόνο σε ένα βαθμό. Βλέπετε ζούμε μια μεταβατική περίοδο περάσματος από μια κατάσταση σε μια άλλη. Το περιεχόμενο του εθνικού κράτους αναπροσαρμόζεται σταδιακά χωρίς να υπάρχει ακόμη το σύγχρονο υπερεθνικό δημοκρατικό πλαίσιο που θα ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες.

Όσοι “κεντροαριστεροί” λοιπόν αντιλαμβάνονται την παγκοσμιοποίηση ως … εξαφάνιση εθνικών κρατών, πλανώνται πλάνη οικτρά. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι τα ανθρώπινα ή τα μειονοτικά δικαιώματα μπορούν να καταπατούνται στο όνομα της εθνικής καθαρότητας.

– Οχι μόνο οι «κεντροαριστεροί» αλλά και τέως επαναστάτες σαν τον κ. Μπετίτ μας εξέπληξαν δυσάρεστα εδώ στην Ελλάδα.
Ασφαλώς. Όμως, κάθε περίοδος μετάβασης περικλείει μέσα της την σύγχυση. Πολλές φορές αξιόλογοι άνθρωποι παρασύρονται από αβάσιμες εντυπώσεις ή κάποια έντονα συναισθήματα και οδηγούνται σε λανθασμένα συμπεράσματα. Ο Μπετίτ, ήταν ένας αξιόλογος στοχαστής που μελέτησε τα κοινωνικά κινήματα. Δεν σημαίνει ότι διαθέτει τα αντίστοιχα αναλυτικά εργαλεία και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων.

– Πάντως, απ’ ό,τι φαίνεται ο πόλεμος «ωφέλησε» το ΠΑΣΟΚ.
Ο πόλεμος έχει ήδη χιλιάδες θύματα. Επίσης οι αρνητικές του συνέπειες στους ανθρώπους, στις διεθνείς σχέσεις και την οικονομία θα συνεχιστούν επί μακρόν. Θεωρώ λοιπόν προβληματικό τον όρο «ωφέλησε». Προφανώς, όμως, αναφέρεστε στα δείγματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων που κατέγραψαν μια εντυπωσιακή άνοδο της δημοτικότητας του Πρωθυπουργού και το κλείσιμο της ψαλίδας που υπήρχε ανάμεσα σε Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ. Διαφαίνεται μάλιστα μια έκπληξη ή μια απορία πολλών από την εξέλιξη αυτή. Με τη σειρά μου εκπλήσσομαι και απορώ με την έκπληξη αυτή.

Η ερμηνεία του φαινομένου είναι απλή. Μέσα σε ένα δύσκολο και επικίνδυνο περιβάλλον αυξάνονται οι απαιτήσεις από τους ανθρώπους που έχουν την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας. Αναβαθμίζονται τα κριτήρια της αποτελεσματικότητας και υπευθυνότητας. Ο Σημίτης παρέχει στον ελληνικό λαό την σιγουριά και την ασφάλεια, τη συνέπεια και την ειλικρίνεια. Ο λαός με το αλάνθαστο κριτήριό του καταλαβαίνει, πού βρίσκεται η υπευθυνότητα και που η δημοκοπία. Ποιος είναι πραγματικός ηγέτης και ποιος αντίθετα παριστάνει τον παλικαρά εκ του ασφαλούς.

– Η ερώτησή μου υπονοούσε και κάτι άλλο. Οτι τα “μεγάλα θέματα” πόλεμος, ασφάλεια, διεθνείς σχέσεις έβγαλαν από το προσκήνιο τα ζητήματα της καθημερινότητας, της ποιότητας ζωής. Υγεία-παιδεία κ.λπ.
Αυτό είναι αλήθεια. Ομως, αν και δεν ισχυρίζομαι ότι η Κυβέρνηση έλυσε το κουβάρι που λέγεται “μίζερη καθημερινότητα”, πιστεύω ότι η εποχή Σημίτη σηματοδοτεί μια στροφή. Μια στροφή κυρίως σε έργα υποδομής και ανάπτυξης που στόχο έχουν να θεμελιώσουν μια σύγχρονη Ελλάδα. Μια χώρα του πολιτισμένου κόσμου, που θα μπορέσει να εξασφαλίζει αντίστοιχη ποιότητα ζωής για τους πολίτες και θα σέβεται την αξιοπρέπειά τους. Η ποιότητα ζωής και τα προβλήματα καθημερινότητας βρίσκονται μονίμως στο “μπλοκάκι” του Πρωθυπουργού.

– Στο μπλοκάκι του ίσως. Στην πράξη πάντως το μόνο που φαίνεται να απασχολεί την Κυβέρνηση είναι η ένταξη στην ΟΝΕ.
Πράγματι, δίνουμε την εντύπωση μιας… οικονομικής μονοκαλλιέργειας! Αλλά θα συμφωνήσετε ότι ο στόχος της ΟΝΕ δεν είναι κάποιος “λογιστικός στόχος”, όπως κάποιοι προσπαθούν να πουν. Τα προβλήματα που αναφέρατε προηγουμένως, παιδεία-υγεία κ.λπ. πώς θα μπορούσαν να λυθούν, αν όχι με μια ισχυρή οικονομία;
Η “οικονομία” συμπυκνώνει, αν όχι το σύνολο το μεγαλύτερο τμήμα, της “κοινωνικής ζωής”. Δει δη χρημάτων… Επομένως δεν είναι αλήθεια ότι έχουμε… μονοκαλλιέργεια. Αντίθετα φροντίζουμε για το απαραίτητο… λίπασμα ώστε να φυτρώσουν, να ανθίσουν χιλιάδες δημιουργικές πρωτοβουλίες και λύσεις.

– Ας έρθουμε σε κάτι άλλο. Σύμφωνα με κάποιους το ΠΑΣΟΚ σιγά-σιγά χάνει την παραδοσιακή πολιτική του βάση. Πόσο βάσιμη κατά τη γνώμη μας είναι αυτή η διαπίστωση;
Οσοι παραπονούνται ότι δεν βλέπουν στη σημερινή βάση του ΠΑΣΟΚ τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης διαπράττουν το ίδιο σφάλμα με εκείνους που ακόμα και σήμερα σκέφτονται τους εργάτες μόνο με μουτζουρωμένα χέρια και βρώμικες φόρμες!

Η σημερινή βάση του ΠΑΣΟΚ έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά , γιατί η ίδια η χώρα έχει αλλάξει.
Πέραν αυτού η κυβέρνηση Σημίτη διευρύνει την πολιτική μας βάση. Ανοίγεται σε όλα τα δυναμικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας για να οδηγηθούμε σε μια πορεία ανάπτυξης που θα προσφέρει νέες δυνατότητες. Όσοι λοιπόν παρακολουθούν … ενδυματολογικά την κοινωνική μας βάση, προφανώς δεν έχουν ενημερώσει τις γνώσεις τους στο σχετικό ζήτημα. Είμαστε πάντα με τους δημιουργικούς και προοδευτικούς Έλληνες. Άλλωστε, μια τεκμηριωμένη διαπίστωση αυτού του είδους θα έπρεπε να επαληθεύεται κατ’ αρχάς από τη δομή των εκλογικών αποτελεσμάτων ανά περιφέρεια. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.

– Δηλαδή ισχυρίζεστε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει αλλάξει καθόλου;
Ακούστε. Το ΠΑΣΟΚ για να υπάρχει πρέπει να αλλάζει. Άλλωστε ό,τι μένει στατικό συρρικνώνεται, μαραζώνει και πεθαίνει.

– Ας πάμε σε πιο προσωπικά θέματα. Φαίνεται σαν κάτι να μην πηγαίνει καλά με σας και το ΠΑΣΟΚ. Η μη εκλογή σας για παράδειγμα στην Κ.Ε. προξένησε εντύπωση και προκάλεσε πολλές συζητήσεις.
Αυτή η συζήτηση για μένα έχει τελειώσει. Ομως αφού το θέτετε θα σας απαντήσω. Προσωπικά δεν έχω καμιά σχέση, αλλά και καμιά εκτίμηση στους μηχανισμούς. Προτιμώ τον καθαρό αέρα και τους ανοιχτούς ορίζοντες. Υπάρχουν άνθρωποι στο ΠΑΣΟΚ που δεν άνοιξαν ποτέ το στόμα τους, που δεν έγραψαν δύο αράδες, για το τι πιστεύουν για τη χώρα και το κόμμα, αλλά αντιθέτως διαθέτουν πλήθος “κολλητών”, συμμάχων και “φίλων”. Δεν ανήκω σε αυτούς. Δεν μετανιώνω λοιπόν για τη μη -προνοητικότητά μου. Είμαι Κρητικός και επομένως “αγύριστο κεφάλι”. Αυτό σημαίνει πως θα συνεχίσω με το δικό μου τρόπο.

– Παρ’ όλα αυτά δέχεστε συχνά επιθέσεις από εσωκομματικούς αλλά και εξωκομματικούς αντιπάλους. Πιστεύετε ότι αυτό έχει να κάνει με τη θέση σας δίπλα στον Πρωθυπουργό;
Η θέση μου έχει κάτι από αλεξικέραυνο. Αυτό είναι γνωστό και συνεπώς δεν παραπονούμαι. Δέχομαι την κριτική, όταν έχει ανιδιοτελή κίνητρα, όσο σκληρή κι αν είναι και προσπαθώ να την αφομοιώσω κατά το δυνατό. Με τα υπόλοιπα δεν ασχολούμαι. Άλλωστε οι περισσότεροι γνωριζόμαστε καλά σ’ αυτόν τον τόπο.

– Τώρα που μεγαλοπιαστήκατε θυμάστε, τίποτα από όσα πιστεύατε ως μέλος του ΕΚΚΕ. Πάτε καθόλου στη Β’ Πειραιά;
Με εκπλήσσετε. Πώς φαντάζεστε ότι μεγαλοπιάστηκα; Δουλεύοντας αδιάκοπα πολλές ώρες το εικοσιτετράωρο, με ελάχιστες εξαιρέσιμες ημέρες, μπροστά σε ένα χαρτί ή μια οθόνη; Σας ενημερώνω λοιπόν ότι διαμένω μονίμως στη Β’ Πειραιά, ότι παραμένω αθεράπευτα “γαύρος” και πίνω πάντα ρετσίνα στον Κορυδαλλό ή τη Δραπετσώνα με τους ίδιους από δεκαετίες φίλους αλλά και καινούργιους. Όσο για το ΕΚΚΕ, “δεν έχω πετάξει τίποτα”, όπως προτρέπει και ο Σαββόπουλος , αν και σήμερα δεν σκέφτομαι με τον ίδιο τρόπο.

Σας ευχαριστώ.
Και εγώ σας ευχαριστώ.