Γιάννης Κ. Πρετεντέρης
Τα Νέα, 29/12/2018

Για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες, κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι του χρόνου τέτοια εποχή η Ευρώπη.

Τον Μάρτιο θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το Brexit, αλλά παραμένει άγνωστο πώς και με ποιο κόστος.

Τον Μάιο έχουμε ευρωεκλογές με άδηλο αποτέλεσμα και σοβαρό ενδεχόμενο να δρομολογήσουν εξελίξεις σε διάφορες χώρες.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο για παράδειγμα ότι οι κυβερνητικοί συνασπισμοί στη Γερμανία και την Ιταλία θα συνεχίσουν απερίσπαστοι ανεξαρτήτως αποτελέσματος.


Ούτως ή άλλως, μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο θα γίνουν εκλογές στην Ελλάδα και την Πορτογαλία.

Ενώ άλλες τρεις χώρες (Ισπανία, Σουηδία, Βέλγιο) έχουν κυβερνήσεις μειοψηφίας ή καθόλου κυβερνήσεις με εκλογές στον ορίζοντα.

Θα μιλούσαμε απλώς για αβεβαιότητα. Στην πραγματικότητα είναι αστάθεια.
Κι αυτό επειδή σε πολλές χώρες το πολιτικό σύστημα δοκιμάζεται από φυγόκεντρες (δεξιές ή αριστερές) δυνάμεις.

Στην πραγματικότητα μόνο σε τρεις χώρες του Νότου (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία) υπάρχει η αίσθηση ότι μια πολιτική αλλαγή μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συστήματος και χωρίς παρατράγουδα.

Τα ακόμη χειρότερα νέα είναι πως με αυτήν την αστάθεια θα ζήσουμε για κάμποσο καιρό ακόμη. Τίποτα δεν δείχνει πως μετά το Brexit και τις ευρωεκλογές η Ευρωπαϊκή Ενωση θα επιστρέψει στην τετριμμένη καθημερινότητά της.

Δεν θα επιστρέψει όχι μόνο επειδή το νέο πολιτικό σκηνικό που αναδύεται δεν θα την αφήσει ήσυχη, αλλά κυρίως επειδή η ίδια αποδεικνύεται παντελώς ανέτοιμη να το αντιμετωπίσει.

Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα η γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» αναρωτιόταν «σε τι θα μοιάζει αυτή η Ευρώπη των ακροδεξιών λαϊκιστικών κομμάτων», δεδομένου ότι «θέλουν να δώσουν σε όλα τα θέματα τον κύριο ρόλο στο εθνικό κράτος» – κάτι που προφανώς αντίκειται στην ευρωπαϊκή λογική…

Το ερώτημα μοιάζει με την περιγραφή του αδιεξόδου.
Ο Ζακ Ζιλιάρ, ένας εμβληματικός διανοούμενος της γαλλικής Αριστεράς (της κανονικής, όχι των βασιβουζούκων…) δηλώνει «ανήσυχος» επειδή «πολιτικά κι εκλογικά η Αριστερά μου φαίνεται εκτός μάχης και για μεγάλο χρονικό διάστημα».
Συνεπώς «η εξουσία θα παιχτεί πλέον μεταξύ του Κέντρου και της Δεξιάς» με το βασικό ερώτημα να είναι «ποιας Δεξιάς» («L’ Obs», 6/12).

Αν επιβεβαιωθεί η ανησυχία του, μιλάμε για μια θεμελιώδη πολιτική αλλαγή. Ουσιαστικά για αλλαγή παραδείγματος στο ευρωπαϊκό σύστημα.

Το καθησυχαστικό είναι ότι η παραδοσιακή Δεξιά (το Λαϊκό Κόμμα, δηλαδή…) εξακολουθεί κατά τις ενδείξεις να παραμένει η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της Ενωσης. Με μια νέα γενιά ηγετών που αντιλαμβάνεται την ανάγκη να ενσωματώσει στο αφήγημά της τις πραγματικές ανησυχίες των ανθρώπων ώστε να αποτρέψει την ομηρεία τους από την Ακροδεξιά.

Εχει διαγνώσει ότι εκεί θα δοθεί η μάχη. Στη μετανάστευση, στην ασφάλεια, στο Μακεδονικό. Στα ταυτοτικά ζητήματα.

Είναι κάτι που μέχρι τέλους δεν κατάλαβαν ή δεν ενστερνίστηκαν ή δεν μπόρεσαν να υπηρετήσουν η Μέρκελ, ο Γιούνκερ και μια παλαιότερη ηγετική γενιά που απροετοίμαστη αιφνιδιάστηκε από την αντισυστημική παλίρροια.

Το ανησυχητικό είναι ότι η Δεξιά δεν αρκεί. Διότι το νέο ευρωπαϊκό παράδειγμα που συγκροτείται μπροστά στα μάτια μας με τις νέες αντιθέσεις και τα νέα αιτήματα χρειάζεται και νέες ιδέες. Δεν τις βλέπω.

Το Κέντρο τύπου Μακρόν εμφανίζεται απροσδόκητα soft, ενώ ό,τι έχει απομείνει από την παλαιά Κεντροαριστερά μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου.

Ακόμη δηλαδή κι αν η Δεξιά αποτελέσει το ένα ανάχωμα του δημοκρατικού συστήματος, η πικρή αλήθεια είναι ότι σήμερα «αριστερό ανάχωμα» δεν υπάρχει.

Η σοσιαλδημοκρατία φθίνει, οι Πράσινοι αποτελούν τοπικό φαινόμενο πάνω από τον Ρήνο, ενώ οι πατέντες τύπου ΣΥΡΙΖΑ ή Podemos δεν είχαν διάρκεια, ούτε εμβέλεια. Αποδείχτηκαν κοινωνικά παλιομοδίτικες και ιδεολογικά μειοψηφικές, πράγμα που εξηγεί γιατί σε καμία περίπτωση δεν κατάφεραν να αποκτήσουν παραταξιακά χαρακτηριστικά.

Το παλιό πεθαίνει λοιπόν και οι καινούργιοι χάθηκαν στον δρόμο.
Δίχως συγκροτημένη συστημική αντίληψη και λογική κοινωνικής ενσωμάτωσης, παρέμειναν απλώς επιλογές θυμωμένων ψηφοφόρων που εκ των πραγμάτων εξασθενίζουν όταν οι ψηφοφόροι θυμώνουν λιγότερο ή όταν αρχίζουν να θυμώνουν και μαζί τους.

Υστερα από τέσσερα χρόνια εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει σε λίγους μήνες να βρεθεί στην αντιπολίτευση χωρίς ερείσματα στα συνδικάτα, την Αυτοδιοίκηση ή το κράτος. Χωρίς τα ερείσματα δηλαδή που στήριξαν την ιστορική Αριστερά ακόμη κι όταν βρισκόταν εκτός εξουσίας.

Οπου όμως λείπει μια αυθεντική «λαϊκή Αριστερά», τα λεγόμενα «λαϊκά στρώματα» εξελίσσονται σε προνομιακή εκλογική πελατεία της λαϊκίστικης Δεξιάς.

Στη Γαλλία γνωρίζαμε τη μεγάλη μετακίνηση ψηφοφόρων του άλλοτε κραταιού ΚΚ στο Εθνικό Μέτωπο του Λεπέν ήδη από τη δεκαετία του ’90.

Στη Γερμανία υπολογίζεται ότι το 50% των νέων ψηφοφόρων του λαϊκιστικού AfD προέρχονται από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Στον πάλαι ποτέ «κόκκινο» ιταλικό Βορρά, ο Σαλβίνι κάνει περίπατο.

Στην Ανδαλουσία, ιστορικό φέουδο των ισπανών Σοσιαλιστών, το αντιμεταναστευτικό κόμμα Vox πήρε ξαφνικά 11%. Δεξιά και Κεντροδεξιά άθροισαν πάνω από 50% των ψήφων στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές.

Ετσι, η κατάρρευση του «αριστερού αναχώματος» κινδυνεύει να αποδειχθεί αχίλλειος πτέρνα του ευρωπαϊκού συστήματος στο σύνολό του.

Ακόμη και το Brexit θα φαινόταν λιγότερο απειλητικό αν το Εργατικό Κόμμα συγκροτούσε μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση απέναντι στους σπαρασσόμενους Συντηρητικούς και δεν βρισκόταν στα χέρια του Κόρμπιν.

Το βέβαιο είναι ότι βαδίζουμε στη «Χρονιά (όλων) των Δράκων» με μια εκρηκτική μάζα αποσταθεροποίησης στα θεμέλια της Ευρώπης που ξέρουμε.

Μακάρι να μην εκραγεί ποτέ. Αλλά δεν είμαι τόσο βέβαιος.