Κώστας Σημίτης
Το Βήμα της Κυριακής, 22/12/2019

Η Ελλάδα υστερεί. Είναι μια διαπίστωση που λίγοι θα αμφισβητήσουν. Οι αιτίες της υστέρησης όμως δεν συνειδητοποιούνται. Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχούν οι πολιτικές διαμάχες, οι προσωπικές αντιπαλότητες, οι αλληλοκατηγορίες. Βασική αρχή κάθε συζήτησης είναι «οι άλλοι φταίνε». Παράδειγμα είναι η πρόσφατη ομιλία του κ. Τσίπρα στο Παρίσι. Υποστήριξε ότι η αιτία της κρίσης στην Ελλάδα ήταν «η περίοδος λίγο πριν και αμέσως μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη». Αγνόησε σκόπιμα ότι η Ελλάδα πέτυχε την περίοδο 1996-2004 τους υψηλότερους αναπτυξιακούς ρυθμούς της μεταπολίτευσης. Ο μέσος όρος ετήσιας ανάπτυξης εκείνης της οκταετίας έφτασε το 3,9% του ΑΕΠ σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, ένα πρωτόγνωρο ύψος για την Ελλάδα για τόσο διάστημα. Ο κ. Τσίπρας δεν πρωτοτύπησε. Και η Νέα Δημοκρατία τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς δεν δίστασε να προβάλει παρ’ όλο που επί των ημερών της (2005-2009) το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε το πρωτόγνωρο ποσοστό του 15,4% του ΑΕΠ με αποτέλεσμα την οικονομική κρίση. Η αναγκαία προσπάθεια για να υπερβούμε την υστέρησή μας απαιτεί ειλικρίνεια, συνεργασία και δημιουργική κριτική.

Η νέα κυβέρνηση δημιούργησε ένα χρήσιμο κλίμα αισιοδοξίας. Δεν αρκεί. Η χώρα αντιμετωπίζει μια σειρά από σημαντικά θέματα τα οποία πρέπει να συνειδητοποιηθούν για να πραγματοποιήσουμε τη στροφή για μια αποτελεσματική αναπτυξιακή διαδικασία. Θα αναφέρω ενδεικτικά μερικά παραδείγματα.

Είναι πια ορατή η όλο και μεγαλύτερη αποστασιοποίηση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και η ενδυνάμωση της Κίνας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων και τις αντικρουόμενες απόψεις για το μέλλον της, διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις διεθνείς εξελίξεις. Στη Γαλλία ήδη συζητούν μια αναμόρφωση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, ώστε να προχωρήσουν οι χώρες που το επιθυμούν σε μια στενότερη ενοποίηση. Η Γερμανία διστάζει. Φοβάται ότι δεν θα ακολουθήσει μια τέτοια προσπάθεια η πλειοψηφία των χωρών. Ας σημειωθεί επίσης ότι η Ένωση βρίσκεται σε μία φάση επανακαθορισμού του τρόπου λειτουργίας της και των στόχων της. Κύρια προβλήματα που απαιτούν απαντήσεις είναι η έκταση της ενοποίησης, οι νέες εξουσίες των ενωσιακών οργάνων, οι σχέσεις με το ΝΑΤΟ και το πρόβλημα της άμυνας, οι νέες τεχνολογίες που απαιτούν κοινές δράσεις Στην Ελλάδα δεν έχουν διαμορφωθεί απόψεις για τα θέματα αυτά αν και μας αφορούν άμεσα. Για να είναι η σχέση μας με την Ένωση δημιουργική θα πρέπει να συγκεκριμενοποιήσουμε το τι μας συμφέρει και το τι επιδιώκουμε.

Η επιθετική στάση της Τουρκίας και η αμφισβήτηση των θαλασσίων συνόρων της Ελλάδας και των ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) είναι γνωστά προβλήματα. Η Τουρκία καλλιεργεί συστηματικά εντυπώσεις για τα δικαιώματά της. Το απαράδεκτο μνημόνιο για την οριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών Τουρκίας και Λιβύης έχει κυρίως αυτό το σκοπό. Εντυπώσεις μπορεί να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Η πολιτική της Ελλάδος επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή στήριξη από τις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες. Τα όρια της συμπαράστασής τους δεν είναι όμως σαφή. Ιδίως οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να μην αποξενώσουν την Τουρκία από τη δυτική συμμαχία. Είναι γι’ αυτό πολύ πιθανό ότι θα περιορισθούν μόνο σε ρόλο μεσολαβητή στην περίπτωση πολεμικών επεισοδίων, όπως τα Ίμια.

Η Ελλάδα δεν έχει οριοθετήσει την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα της, όχι μόνο σε σχέση με την Τουρκία αλλά και την Αλβανία, την Ιταλία, την Αίγυπτο, την Λιβύη. Κατά την άποψη που επικρατεί, η ασάφεια του τι ισχύει μας συμφέρει. Επιτρέπει σε μια διαπραγμάτευση να προβάλλουμε τις δυνατόν μεγαλύτερες απαιτήσεις. Ίσως η στάση αυτή ήταν άλλοτε σκόπιμη. Αλλά σήμερα η τακτική αυτή είναι λανθασμένη. Θα οδηγήσει σε αντιπαραθέσεις, όπως ήδη συνέβη με την Ιταλία και την Αλβανία, και στην περίπτωση της Τουρκίας ίσως και σε μια πολεμική αναμέτρηση. Πρέπει να γίνει σαφές, ποια είναι η άποψή μας. Σκόπιμο είναι να δηλώσουμε από τώρα, ότι αν οι επιβεβλημένες διαπραγματεύσεις δεν οδηγήσουν σε αποτέλεσμα, δεχόμαστε τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ή του Αμβούργου. Να καλέσουμε ταυτόχρονα τον όποιο γείτονά μας διαφωνεί να δεχτεί και αυτός τη διεθνή δικαιοσύνη. Και τούτο γιατί τα δύο Διεθνή Δικαστήρια μπορούν να επιληφθούν μιας διαφοράς και να εκδώσουν μια δεσμευτική απόφαση μόνον αν και οι δύο αντίπαλοι μιας διαμάχης δεχθούν την δικαιοδοσία τους. Να πιέσουμε ταυτόχρονα τους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους συμμετέχουμε, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση, να εργασθούν για την επίλυση των θεμάτων μέσω της διεθνούς δικαιοσύνης. Οι «σύμμαχοι» στην περίπτωση αυτή είναι πιθανό να πιέσουν την Τουρκία, διότι θα θέλουν να αποφύγουν την εντύπωση ότι μεροληπτούν.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Γκουτέρες θα επιδιώξει την επίλυση του Κυπριακού τους επόμενους μήνες. Οι διαφορές μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής πλευράς παραμένουν έντονες. Και οι δύο πλευρές έλκονται όλο και περισσότερο από τη λύση της δημιουργίας δύο κρατών. Είναι όμως μια διευθέτηση που μπορεί να οδηγήσει σε συνεχείς εντάσεις και πρέπει να αποφευχθεί. Το τουρκοκυπριακό κράτος δεν θα είναι παρά όργανο της Τουρκίας. Η μόνη ενδεδειγμένη λύση παραμένει αυτή της Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Ο ΟΗΕ άλλωστε έχει εγγυηθεί την προστασία των συνόρων της Κυπριακής Δημοκρατίας μόνο στην περίπτωση ύπαρξης μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.

Το προσφυγικό θέμα είναι γνωστό. Η αντιμετώπισή του αποτελεί πρόβλημα λόγω της στάσης των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών, που δεν επιθυμούν να δεχθούν πρόσφυγες. Η πίεση της Ελλάδος για λύση θα πρέπει να εξασφαλίσει τη βοήθεια των άλλων μεσογειακών κρατών της Ένωσης για να είναι ιδιαίτερα έντονη. Λύση αποδεκτή δεν έχει διαγραφεί ακόμη. Η πρόταση της Γερμανίας περί υποχρεωτικής κατανομής των προσφύγων, στους οποίους χορηγήθηκε άσυλο, στις χώρες της Ένωσης είναι μία απαραίτητη ρύθμιση. Η Ελλάδα στην περίπτωση αποδοχής της πρότασης θα συνεχίσει να επιβαρύνεται με την αποδοχή σχεδόν όλων των προσφύγων σε μία πρώτη φάση. Θα πρέπει να υπάρξει, στην περίπτωση αυτή, μια συνεχής και εκτεταμένη βοήθεια και άλλα πρόσθετα μέτρα.

Η παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες, ιδίως η ψηφιακή, έχουν δημιουργήσει νέες συνθήκες που καθορίζουν σε παγκόσμιο επίπεδο τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις όπως και τον τρόπο ζωής. Στις προηγμένες οικονομικές χώρες ο ψηφιακός και τεχνολογικός εξοπλισμός των βιομηχανιών αποτελεί προτεραιότητα γιατί είναι θέμα επιβίωσης στο διεθνή ανταγωνισμό. Η παγκόσμια αυτή εξέλιξη έχει επηρεάσει και θα επηρεάζει όλο και περισσότερο την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. Η ελληνική βιομηχανία εστιάζει ακόμη τη προσοχή της στην τυποποίηση και την αυτοματοποίηση, προβλήματα της προ ψηφιακής εποχής. Η ελληνική παραγωγή αφορά γι’ αυτό προϊόντα που έχουν εθνική κυρίως ζήτηση. Σε τομείς όπου η ντόπια επιχείρηση είχε αναπτύξει και εξαγωγική δραστηριότητα, π.χ. το τσιμέντο, έχουν ιδρυθεί θυγατρικές και επιχειρήσεις σε άλλες χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ που ανταποκρίνονται στις τεχνολογικές εξελίξεις και την αυξημένη ζήτηση. Πολλές φορές η μητρική εταιρία των επιχειρήσεων αυτών έχει μεταφερθεί από την Ελλάδα στο εξωτερικό. Αιτία της μεταφοράς της έδρας είναι και η έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού τόσο στα τεχνικά όσο και τα οικονομικά θέματα όπως το μικρότερο κόστος άντλησης κεφαλαίων αφού η επιχείρηση δεν χρεώνεται το υψηλό επιτόκιο της Ελλάδας. Οι εξελίξεις αυτές είχαν στην Ελλάδα το αποτέλεσμα τον περιορισμό των βιομηχανικών δραστηριοτήτων και των επιχειρήσεων που απαιτούν υψηλές τεχνολογικές γνώσεις.

Η χώρα αποτελεί όλο και περισσότερο έναν τόπο αναψυχής. Ο τουρισμός είναι η πλέον κερδοφόρος οικονομική δραστηριότητα. Τα κέρδη του αυξήθηκαν ουσιαστικά τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Ο τουρισμός όμως είναι απόλυτα εξαρτημένος από την οικονομική κατάσταση των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η Ελλάδα έχει ανάγκη και από άλλες πρόσθετες δραστηριότητες που στηρίζουν την οικονομία της.

Στην Ευρώπη η δημιουργία της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής Ένωσης είχαν ως αποτέλεσμα ένα υπερεθνικό σύστημα για τη λήψη των αναγκαίων ρυθμιστικών αποφάσεων. Ακόμη και σε θέματα που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για κάθε κράτος, όπως οι προϋπολογισμοί, καθοριστικό ρόλο έχουν τα κοινοτικά όργανα. Η πραγματικότητα αυτή, συναφής με την αλλαγή στις συνθήκες παραγωγής και οικονομικής οργάνωσης, συνέδεσε την οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα με τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνουν οι παγκόσμιες συνθήκες. Πολλά που θέλουμε δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν και πολλά που θέλουμε να αποφύγουμε αποτελούν την πραγματικότητα την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε.

Ιδιαίτερα έντονο χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας είναι η άποψη, ότι το κυβερνητικό κόμμα δικαιωματικά ελέγχει τόσο τον κρατικό μηχανισμό όσο και όλες τις δραστηριότητες που μπορούν να συνδράμουν στην εμπέδωση της εξουσίας του. Ο πρώτος διαγωνισμός για την παραχώρηση τηλεοπτικών αδειών επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ ματαιώθηκε λόγω της εξόφθαλμης προσπάθειας της κυβέρνησης να επιλεγούν οι σταθμοί που θα την στήριζαν. Η λειτουργία του ΑΣΕΠ (Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού) περιορίστηκε τα τελευταία χρόνια δραστικά. Οι διαγωνισμοί για πρόσληψη προσώπων που θα εργάζονταν στην δημόσια διοίκηση αντί να είναι ο κανόνας έγιναν εξαίρεση. Ο αριθμός των εκτάκτων υπαλλήλων, που δεν επιλέγονταν από το ΑΣΕΠ, αυξήθηκε σε πρωτόγνωρο βαθμό, δημόσιοι διαγωνισμοί για την ανάθεση έργων διαμορφώθηκαν με τρόπο ώστε να ευνοούνται φίλοι επιχειρηματίες, οι πόροι στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας περιορίστηκαν δραστικά με επίκληση της ανάγκης περιορισμού των ελλειμμάτων. Όπου επιδείχτηκε «αυστηρότητα» ήταν επιλεκτική ώστε να μη θίγονται οι ημέτεροι. Πρόσφατα ο διορισμός των νέων διοικητών των νοσοκομείων από τη νέα κυβέρνηση κατακρίθηκε ορθά λόγω της επιλογής «βετεράνων πολιτικών».

Η πολιτική που άσκησαν ορισμένες κυβερνήσεις χαρακτηριζόταν από συνεχείς παροχές προς κοινωνικές ομάδες υπό τη μορφή επιδοτήσεων, αυξήσεις των συντάξεων ή μειώσεις της φορολογίας. Η στήριξη των ασθενέστερων είναι επιβεβλημένη. Είναι όμως αρνητική για την οικονομική πρόοδο όταν κύριος στόχος της είναι η ψηφοθηρία. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πέρα από το κοινωνικό μέρισμα κατέβαλε από το 2016 χρηματική βοήθεια 250, 400 ή 600 ευρώ σε κάθε άτομο που δεν είχε ένα ελάχιστο εισόδημα. Οι δικαιούχοι έφτασαν το 1,5 εκατομμύριο το 2016 ενώ διπλασιάστηκαν το 2017. Το αποτέλεσμα των πολιτικών αυτών ήταν αρνητικό για την οικονομία. Η αποτελεσματικότερη οικονομική πολιτική και για τα αδύναμα στρώματα της χώρας είναι η χρηματοδότηση των επενδύσεων και η δημιουργία θέσεων εργασίας. Η άποψη αυτή θεωρείται όμως μη κοινωνική.

Στην Ελλάδα κυριαρχεί εκτεταμένη προχειρότητα. Σημαντικές αποφάσεις παίρνονται χωρίς προηγούμενη μελέτη. Στόχος των κυβερνήσεων είναι οι εντυπώσεις. Όταν η κοινή γνώμη είναι πιθανό να χαιρετήσει ένα μέτρο, οι κυβερνήσεις προχωρούν στην εξαγγελία του. Όπως και αναζητούν, ιδίως σε περιόδους εντεινόμενης κριτικής, τρόπους να συγκαλύψουν προβλήματα. Το αποτέλεσμα είναι να περιπλέκονται οι δυνατότητες ουσιαστικής αντιμετώπισής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «μεταρρύθμιση» των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με στόχο την βελτίωση της ποιότητας των σπουδών και των τεχνολογικών γνώσεων. Ανακηρύχθηκαν σε πανεπιστήμια τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ) χωρίς ταυτόχρονη αλλαγή στα αντικείμενα και στις συνθήκες διδασκαλίας και έρευνας. Δεν υπήρξαν παρεμβάσεις που θα παρείχαν περισσότερη μάθηση, δεν εξασφαλίσθηκε ένα ανώτερο επίπεδο γνώσεων. Η αλόγιστη αυτή επέκταση των «πανεπιστημίων», ώστε κάθε επαρχιακή πρωτεύουσα να αποκτήσει «πανεπιστήμιο», δείχνει εξοργιστική αδιαφορία απέναντι στο πρόβλημα της βελτίωσης της εκπαίδευσης, και ιδίως της τεχνολογικής εκπαίδευσης στα οποία υστερεί στη χώρα. Το μέτρο είχε κυρίως ψηφοθηρικούς λόγους. Η νέα κυβέρνηση σωστά το ανέστειλε.

Στον δημοσιονομικό τομέα η προηγούμενη κυβέρνηση δέσμευσε τη χώρα έως το 2060 σε ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% του ΑΕΠ, ενώ συγχρόνως αύξησε υπέρμετρα τη φορολογική επιβάρυνση της μεσαίας τάξης. Και οι δύο πολιτικές είναι αντι-αναπτυξιακές. Η δέσμευση για υπερβολικά πλεονάσματα ήταν το αποτέλεσμα του αχρείαστου 3ου Μνημονίου και της αναξιοπιστίας των κυβερνώντων την εποχή εκείνη. Η υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση, τα υπερ-πλεονάσματα, ήταν το επακόλουθο μιας άτσαλης προσπάθειας ανάκτησης αξιοπιστίας, μιας απότομης διόρθωσης με ερασιτεχνικό τρόπο της ετσιθελικής πολιτικής και των «αυταπατών» του 2015. Όλα αυτά κοστίζουν στην οικονομία διότι καταστρέφουν τα κίνητρα για επενδύσεις και εργασία. Πρέπει σταδιακά να διορθωθούν.

Το ζητούμενο για την οικονομία είναι να αυξάνεται ο «βιώσιμος» ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ και όχι το δημοσιονομικό πλεόνασμα. Να μην κολλήσουμε στους ρυθμούς ανάπτυξης του 1% ή 2%. Να φτάσουμε και να ξεπεράσουμε το 3% ετησίως. Έτσι μόνο θα δούμε το εθνικό εισόδημα να ανεβαίνει γρήγορα, τις καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας να αυξάνονται, την ανεργία να μειώνεται, την ξενιτεμένη νεολαία να επιστρέφει στη χώρα μας, ή το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να μειώνεται με γρήγορους ρυθμούς. Αλλά για να έρθουν ρυθμοί ανάπτυξης άνω του 3% χρειάζονται διαρκώς νέες επενδύσεις κάθε χρόνο και με πολύ μεγάλους ρυθμούς, της τάξης του 15% και άνω. Η χώρα μας υπέστη τεράστια απο-επένδυση την εποχή της κρίσης. Οι ετήσιες επενδύσεις μειώθηκαν στο ένα τρίτο του επιπέδου του 2007, πολύ περισσότερο από το ΑΕΠ, που μειώθηκε στα τρία τέταρτα του επιπέδου του 2007. Και χρειάζονται νέες επενδύσεις κυρίως σε τομείς με υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία, όπως στην κοινωνία της πληροφορίας.

Θα αναφέρω τέλος, το πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης. Η δημόσια διοίκηση πρέπει να δρα γρήγορα και αποτελεσματικά. Να προσαρμόζεται στις κοινωνικές εξελίξεις. Να είναι μοχλός προόδου. Αυτά δεν συμβαίνουν στη χώρα. Η δημόσια διοίκηση είναι μια δύναμη συντήρησης, πολλές φορές ένα εμπόδιο στις προσαρμογές που επιβάλουν οι κοινωνικές συνθήκες. Τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών που θεσπίστηκαν το 2002 γνώρισαν αρχικά την έντονη αντίδρασή της. Είναι αναγκαία η αναμόρφωσή της με πρότυπο τις διοικήσεις των πιο ανεπτυγμένων χωρών και την χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών.

Η υστέρηση δεν είναι θέσφατο. Η χώρα έχει τις δυνατότητες να υπερνικήσει τα εμπόδια, τις καθυστερήσεις, τους περιορισμούς. Θα πρέπει γι’ αυτό να συνειδητοποιήσει ότι η αλλαγή, που πολλοί υποσχέθηκαν αλλά περιορισμένα πραγματοποιήθηκε, είναι μόνον αποτέλεσμα μιας συστηματικής και ειλικρινούς προσπάθειας. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η πολιτική αποτίμηση των δεδομένων που μας καθορίζουν και η χωρίς προκατάληψη διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους μπορούμε να τα αλλάξουμε.