Εφημερίδα Η Αξία
12 Οκτωβρίου 2013

Όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης, το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει μια σταθερή δημοσκοπική στασιμότητα, σε αντίθεση με το έτερο συγκυβερνών κόμμα που εμφανίζει στοιχεία ανάκαμψης. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι μερίδα των πολιτών αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο τους δύο κυβερνητικούς εταίρους. Τις όποιες κυβερνητικές επιτυχίες εισπράττει μονομερώς η Νέα Δημοκρατία. Ως εκ τούτου, η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να ανακάμψει δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.

Φαίνεται πλέον καθαρά ότι το πλήγμα που υπέστη εξαιτίας της πρόσφατης κυβερνητικής του θητείας δεν είναι εύκολα αντιμετωπίσιμο, του προκάλεσε ανεπανόρθωτη ζημιά. Στη συνείδηση της πλειονότητας της κοινής γνώμης έχει αποτυπωθεί η ανεπάρκεια και η ανικανότητα που επέδειξε την περίοδο 2009-2011. Το πρόβλημα αυτό, σε συνδυασμό και με τη φθορά του από την πολύχρονη παρουσία του στο πηδάλιο της εξουσίας, το καθιστά πιο ευάλωτο σε σχέση με τη Νέα Δημοκρατία.

Το ΠΑΣΟΚ αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό στον οποίο οδηγήθηκε η χώρα από την κυβέρνηση Καραμανλή, χρεώνεται τις συνέπειες και τις επιπτώσεις του. Γεγονός είναι πάντως ότι και το ίδιο έχει εκτεθεί ανεπανόρθωτα με τις αλλοπρόσαλλες και ανερμάτιστες πολιτικές του Γιώργου Παπανδρέου.

Η κοινή γνώμη δεν εισπράττει με τον ίδιο τρόπο την εκτόξευση των ελλειμμάτων στα ύψη, λόγω των πελατειακών πολιτικών και αθρόων προσλήψεων της γαλάζιας διακυβέρνησης, με τους παιδαριώδεις χειρισμούς της πράσινης διακυβέρνησης που κατέληξαν στα ετεροβαρή και επιζήμια μνημόνια. Μπορεί να μην απαλλάσσει τη Νέα Δημοκρατία από τις ιστορικές ευθύνες της, ωστόσο καταλογίζει στο ΠΑΣΟΚ μεγαλύτερο μερίδιο ευθυνών.

Αλλά και το σημερινό κόμμα του κ. Βενιζέλου δεν είναι άμοιρο αυτής της κατάστασης. Θέλοντας να αποφύγει εσωκομματικές εντάσεις, αρνήθηκε να κάνει μια στοιχειώδη αποτίμηση των κυβερνητικών του πεπραγμένων, να σταθεί κριτικά και αυτοκριτικά στα μεγάλα λάθη και στις παραλείψεις του. Στην ουσία αυτοευνουχίστηκε και αυτοτιμωρήθηκε, επιτρέποντας την ταύτισή του με την κρίση και τη χρεοκοπία της χώρας.

Παράλληλα, ενώ είχε τη δυνατότητα ως κυβερνητικός εταίρος να αποκτήσει έναν νέο πολιτικό εαυτό, δεν το έπραξε. Το αποτέλεσμα είναι να βρίσκεται αντιμέτωπο με τις χρόνιες παθογένειες και δυστοκίες του και να θεωρείται ένα φθαρμένο και τοξικό πολιτικό προϊόν.

Το ΠΑΣΟΚ σήμερα δεν διαθέτει διακριτή και καθαρή ταυτότητα. Αδυνατεί να θεμελιώσει τον πολιτικό του λόγο στη βάση των σύγχρονων μεγάλων προβλημάτων. Επιδίδεται σε γενικόλογες διακηρύξεις και εγκλωβίζεται στους παραδοσιακούς φορμαλισμούς του. Η κρίση στρατηγικής που αντιμετωπίζει είναι περισσότερο από εμφανής και καθιστά τις παρεμβάσεις και τις πρωτοβουλίες του μειωμένης εμβέλειας.

Συμμετέχοντας στην κυβέρνηση συνεργασίας, επιδεικνύει μια διαχειριστική λογική, η οποία πολλές φορές αποκτά και χαρακτηριστικά συνδικαλιστικής πρακτικής. Βλέποντας ότι βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από το άλλο συγκεβερνών κόμμα, προσπαθεί να διαφοροποιηθεί σε επιμέρους ζητήματα, τα οποία όμως το καθιστούν αναξιόπιστο και αφερέγγυο.

Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι η ανάδειξη του διακριτού του στίγματος δεν επιτυγχάνεται με διορθωτικές προτάσεις, με ενστάσεις σε θέματα δευτερεύουσας σημασίας, αλλά με σαφείς και καθαρές τοποθετήσεις πάνω σε καίρια στρατηγικά ζητήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ζήτημα της κυβερνητικής συνεργασίας. Αντί να ταυτιστεί με την ανάγκη συναινέσεων, επιδεικνύει ενοχική συμπεριφορά. Αδυνατώντας να οριοθετηθεί έναντι της Νέας Δημοκρατίας, εμφανίζεται σαν φτωχός συγγενής, επιτρέποντάς της να φλερτάρει ξανά με την αυτοδυναμία. Άλλωστε, και η ανάκτηση της κεντροαριστερής του φυσιογνωμίας περνά μέσα από τη συμπόρευση και την αναζήτηση κοινών πολιτικών και προγραμματικών συγκλίσεων.

Μια πραγματική και ουσιαστική ανατοποθέτηση του ΠΑΣΟΚ θα ήταν να διεκδικήσει ξανά την κεντρικότητά του στην πολιτική ζωή του τόπου, προβάλλοντας ένα ισχυρό μεταρρυθμιστικό και εκσυγχρονιστικό στίγμα. Αυτός είναι ο ζωτικός του χώρος, τον οποίο σήμερα έχει απολέσει. Εντός αυτού μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις επανεκκίνησής του. Όσο πολιτεύεται με λογικές μέσου όρου, τόσο θα επιτείνει τις αντιφάσεις και τις αντινομίες του.

Η σαφής τοποθέτησή του απέναντι σε πολιτικές που ρέπουν στον λαϊκισμό, στον κρατισμό και σε πελατειακές σχέσεις είναι βασική προϋπόθεση για να θεμελιώσει μια νέα ταυτότητα και φυσιογνωμία. Διαφορετικά θα αναπαράγει τον παλιό κακό εαυτό του, απομειώνοντας τις όποιες δυνατότητες έχει ή του προσφέρονται.

Ο νέος δικομματισμός αφήνει ένα κενό πολιτικής έκφρασης, το οποίο μπορεί να καλύψει το ΠΑΣΟΚ αν στηριχθεί σε νέες δυνάμεις και νέες ιδέες. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα που καλείται να αξιοποιήσει και το μέγιστο στρατηγικό ζητούμενο, στο οποίο πρέπει να ανταποκριθεί. Το ερώτημα είναι αν μπορεί.