Εφημερίδα Η Αξία
15 Δεκεμβρίου 2012

Φαίνεται πλέον καθαρά ότι το μέλλον και η προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι συνυφασμένα με τη στρατηγική ανατοποθέτησή του. Τις νέες ανάγκες και απαιτήσεις που καλείται να διαχειριστεί, δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει, στηριζόμενος στο πολιτικό υπόδειγμα που είχε υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια. Η έστω και μικρή μεταβολή της κατάστασης θέτει θέμα αναπροσαρμογής της στρατηγικής του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο την αντίδραση και την αγανάκτηση μιας σημαντικής μερίδας πολιτών που είδε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια της. Ταυτόχρονα, όμως, σιγοντάρισε και όλες εκείνες τις δυνάμεις που στην πραγματικότητα δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα στη χώρα μας.

Ωστόσο, η οργή και η απόγνωση του άνεργου δεν εναρμονίζεται εύκολα με την αντίδραση αυτών που θέλουν να διατηρήσουν ανέπαφα τα κεκτημένα τους. Την αντινομία αυτή θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του ο ΣΥΡΙΖΑ, για την επικαιροποίηση της στρατηγικής του.

Τώρα που η χώρα αρχίζει να παίρνει κάποιες ανάσες, διαφοροποιούνται και οι αντιδράσεις των πολιτών. Η κοινή γνώμη δεν ενστερνίζεται τη θέση τού ΣΥΡΙΖΑ ως προς το ξεμπλοκάρισμα της πολυπόθητης δόσης. Ο πολίτης, ανεξάρτητα της κομματικής του προτίμησης, θεωρεί την καταβολή της αναγκαία ακόμη και όταν γνωρίζει ότι παραλήπτης δεν θα είναι ο ίδιος. Η διάσταση αυτή προσδίδει διαφορετικό χαρακτήρα στη νέα περίοδο που διανοίγεται για τη χώρα.

Το φόβο του ανέργου, του συνταξιούχου, του χαμηλόμισθου μπορεί να διαδεχθεί η προσδοκία και η ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο. Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει παγιδευμένος στην προσπάθεια οικειοποίησης του φόβου και της αγανάκτησης των πολιτών, τόσο θα δυσχεραίνει η επικοινωνία του με τις κοινωνικές ομάδες που προσδοκούν τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους.

Μάλιστα, η επικοινωνία αυτή θα καθίσταται πιο προβληματική αν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνεχίσει να παρέχει πλήρη πολιτική στήριξη και κάλυψη στις δυνάμεις εκείνες που εξακολουθούν να επιμένουν στη διατήρηση των προνομίων τους και στην ασφάλεια των κεκτημένων τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι εργαζόμενοι στους οργανισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης. Καλύπτοντας μια έξαλλη συνδικαλιστική ηγεσία, ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνία, η οποία δεν συμφωνεί με τις ακρότητες εκείνων που αρνούνται την οποιαδήποτε αλλαγή.

Στη συνείδηση των πολιτών η αυτοδιοίκηση έχει εγγραφεί ως ένας κατεξοχήν πελατειακός και φαύλος χώρος. Γι’ αυτό και οι αντιδράσεις των συνδικαλιστών δεν βρίσκουν κοινωνική απήχηση, ακόμη και στα στρώματα εκείνα των πολιτών που έχουν ήδη πληγεί σημαντικά από την οικονομική κρίση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως γνήσιο πολιτικό προϊόν της κρίσης και της χρεοκοπίας, ήταν εύλογο να οικειοποιηθεί την αντίδραση των πολιτών. Πλειοδοτώντας πολιτικές λαϊκισμού, μπόρεσε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά κέρδη. Μη συμμετέχοντας στην κυβερνητική διαχείριση και αλώβητος από τη φθορά της εξουσίας, είχε τη δυνατότητα να στοχοποιήσει τους αντιπάλους του.

Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, ανεξάρτητα από το μερίδιο ευθύνης που έχουν, χρεώθηκαν τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα. Το γεγονός αυτό προσέδωσε στον ΣΥΡΙΖΑ τη δυναμική μιας καθαρής και αμόλυντης πολιτικής παρουσίας. Ο πολιτικός σχηματισμός που άλλοτε έδινε μάχες για την επιβίωσή του, ξαφνικά εκτινάχθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Έχοντας υιοθετήσει ένα σκληρό αντιμνημονιακό λόγο, μπόρεσε να πάρει μαζί του διαμετρικά αντίθετες δυνάμεις. Από τη μια οι χαμένοι της χρεοκοπίας, από την άλλη οι δυνάμεις που εξακολουθούν να πιστεύουν στην επίπλαστη ευημερία και ευμάρεια, αγνοώντας τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας και της χώρας.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβανόμενη τα νέα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει, προσπαθεί να λειάνει κάποιες καίριες πλευρές της πολιτικής της. Καταλαβαίνει ότι ο σκληρός και μονοδιάστατος αντιμνημονιακός λόγος έχει και τα όριά του. Γι’ αυτό και προσπαθεί να ισοσκελίσει τον καταγγελτικό του λόγο με πολιτικές πιο εξισορροπημένες.

Είναι εμφανής η επιλογή του να εξευρωπαϊστεί, ωθώντας στην άκρη όλες εκείνες τις αντιευρωπαϊκές φωνές που έφταναν στο σημείο να αμφισβητούν ακόμη και την αναγκαιότητα της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

Η μετεξέλιξή του σε ενιαίο κόμμα, αναμφίβολα, είναι επώδυνο εγχείρημα. Οι νεοκουμουνιστές, οι τροτσκιστές, οι μαοϊκοί και οι κινηματικοί, οι εκπρόσωποι της ΠΑΣΟΚικής ορθοδοξίας συνυπήρχαν αρμονικά μέχρι σήμερα, λόγω της δυνατής συνεκτικής ουσίας, που δεν ήταν άλλη από τον καταγγελτικό λόγο, το λαϊκισμό, ή, για να θυμηθούμε και τον Γιάννη Βούλγαρη, τον «ριζοσπαστικό συντηρητισμό». Η όσμωση των συνιστωσών κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση είναι. Η ανάγκη αποσαφήνισης του πολιτικού και ιδεολογικού στίγματος θα δείξει τις μεγάλες και ουσιαστικές διαφορές που διαπερνούν το χώρο αυτό.

Στην ουσία ο Αλέξης Τσίπρας, έχοντας επίγνωση των αντιφάσεων που θα πρέπει να διαχειριστεί, καλείται να τετραγωνίσει τον κύκλο. Αντιλαμβανόμενος ότι ο πολιτικός ρεαλισμός θα πρέπει να υποκαταστήσει τις ιδεοληψίες και τις εμμονές του παρελθόντος, οφείλει να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί. Εξάλλου, η ανθεκτικότητα και η δυναμική του σχήματος που ηγείται εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προσαρμοστικότητα που θα επιδείξει στα νέα δεδομένα.

Το έλλειμμα προγραμματικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δεν καλύπτεται από τις αντιμνημονιακές διακηρύξεις, ούτε από την επίκληση της καταπολέμησης του νεοφιλελευθερισμού. Ως κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ ή θα συμφιλιωθεί με τον πραγματισμό ή θα μείνει μετέωρος, αδυνατώντας να διατυπώσει καθαρές και ρεαλιστικές θέσεις για τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της χώρας.