Εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
9 Νοεμβρίου 1997

– Τι πρέπει ν’ αλλάξει στο ΠΑ.ΣΟ.Κ;
– Μα, φυσικά, τα πάντα!

Αν υπάρχει μια λέξη που δεν μπορεί ν’ αρνηθεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. -πόσο μάλλον να τη φοβάται- αυτή είναι η «Αλλαγή».  Άλλωστε, η μεταμόρφωση, η αλλαγή δεν είναι απλώς κανόνας της πολιτικής, αλλά της ίδιας της φύσης και της ζωής.

Για να ξανάρθουμε στον Ανδρέα Παπανδρέου, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια και τραυματικά πολιτικά γεγονότα (αποστασία, χούντα, Κύπρος κ.λπ) ώστε να έρθει η στιγμή της ρήξης με το ποικιλόμορφο ελληνικό establishment και να δημιουργηθεί μια βασική -αν όχι η κυριότερη-  πολιτική καινοτομία της μεταπολίτευσης: το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα.

Φρέσκιες πολιτικές δυνάμεις, που εκφράζουν μια νέα κοινωνική συμμαχία εισβάλουν στην πολιτική σκηνή.

Όσοι δυσκολεύονται να «βρουν» την πολιτική συμβολή του Α. Παπανδρέου στην Ιστορία του τόπου, εκφράζουν απλώς τη δυσκολία τους να κατανοήσουν τη ριζική και τελεσίδικη αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών μεγεθών σ’ αυτό τον τόπο.

Απέναντι στο κατεστημένο, λοιπόν, ο Α. Παπανδρέου επιστράτευσε την καινοτομία, εφάρμοσε τη διαλεκτική τομής και συνέχειας.

Σήμερα, 23 χρόνια μετά την ίδρυση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., για να μείνουμε «παπανδρεϊκοί» πρέπει να «προδώσουμε» τον Ανδρέα.

Με άλλα λόγια, για να μείνουμε πιστοί στην κυριότερη πολιτική του παρακαταθήκη, οφείλουμε ν’ αποκολληθούμε από τις αρνητικές (και εμπειρικές …) συνέπειες της επιτυχίας του εγχειρήματός του!
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κέρδισε. ΄Αλλαξε  την κοινωνία και το κράτος. ΄Ομως, πλήρωσε (και πληρώνει) το τίμημα της νίκης του. Σήμερα,  μετά από 23 συναπτά έτη ζωής και 12 χρόνια κυβερνητικής εξουσίας, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αποτελεί, πλέον, αναπόσπαστο τμήμα του πολιτικού (και κοινωνικού) establishment της χώρας!

Ποιος μπορεί να το αρνηθεί;

Προηγουμένως μιλήσαμε για «τίμημα της νίκης», αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Ως κόμμα, δεν ευτυχήσαμε να έχουμε έναν αντάξιο αντίπαλο, που θα μας υποχρέωνε σε διορθωτικές, τουλάχιστον, κινήσεις. Ετσι, ο μοναδικός, πραγματικός μας αντίπαλος κατέστη… ο εαυτός μας!
Γιατί, βεβαίως, τι σχέση μπορεί να έχει με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. η νοοτροπία της αυτάρκειας και αυταρέσκειας;
Τι σχέση μπορεί να έχει η νοοτροπία εκείνων που σήμερα αρκούνται να απομυζούν (εδώ κι εκεί…) την πολιτική πρόσοδο απ’ την περίοδο των «παχειών αγελάδων» και των αγώνων;

Μπορούμε να αρκεστούμε στον απλό εκμοντερνισμό των παραδοσιακών πελατειακών σχέσεων; Ξεχνάμε ότι το παραδοσιακό πελατειακό σύστημα αναπαράχθηκε σε μεγάλο βαθμό και οι οργανώσεις  μεταλλάχθηκαν, από πρωτοπόρα πολιτικά κύτταρα, σε συλλογικούς κομματάρχες; Αγνοούμε ότι το κόμμα αντί να είναι ο “συλλογικός διανοούμενος” έχει μετατραπεί σε συλλογικό κομματάρχη;

Μπορούμε να ανεχόμαστε ό,τι αντιπαραγωγικό, παρασιτικό, κρατικοδίαιτο, συντεχνιακό και «κεκτημένο»;

Μπορούμε να ανεχόμαστε την αδιαφάνεια και την «αρπαχτή»; Ξεχνάμε ότι η Ελλάδα της “αρπαχτής”, των ρουσφετιών, της συναλλαγής και της διαφθοράς, είναι παρούσα, όπως παρούσα είναι και η “κοινωνία των κολλητών” αντί της κοινωνίας των πολιτών.

-Μα,  θα μπορούσε να ΄πει κάποιος, γιατί αυτή η σπουδή; Γιατί, η ανάγκη αλλαγής ενός επιτυχημένου μοντέλου; Μήπως το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν εξακολουθεί να είναι η ηγεμονική πολιτική δύναμη του τόπου;

Όσοι σκέφτονται έτσι, δεν κατανοούν τα μηνύματα των καιρών. Δε βλέπουν τις υφέρπουσες διαδικασίες αποπολιτικοποίησης, παραίτησης, αποξένωσης, απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών. Δεν αντιλαμβάνονται πως το πολιτικό νόημα της νέας ψήφου εμπιστοσύνης του λαού στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τον Κώστα Σημίτη, στις τελευταίες εκλογές, δεν ήταν  επιβράβευση συλλήβδην του χθες, αλλά -αντίθετα- ανάθεση εντολής για τη ριζική διόρθωση εως και υπέρβασή του.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πρέπει ν’ αλλάξει, γιατί η κοινωνία άλλαξε. Πρέπει ν’ αλλάξει όχι επειδή απέτυχε, αλλά ακριβώς επειδή πέτυχε! Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε διαφορετικοί, γι’ αυτό πρέπει να αλλάξουμε τρόπο λειτουργίας, γι’ αυτό πρέπει να αλλάξουμε τον πολιτικό μας λόγο, αλλά και την πολιτική μας κουλτούρα.

Αν θέλουμε να μείνουμε πιστοί στον εαυτό μας, πρέπει να ανανεωθούμε, πρέπει να περάσουμε οριστικά από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. της εφηβείας στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. της ωριμότητας. Από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. των μεγαλοστομιών, των οραματισμών, του συναισθήματος και της περιπέτειας, στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. των καθαρών λόγων, του διαλεκτικού ρεαλισμού, της ευθύνης, της μεθοδικότητας και του προγραμματισμού. Αφού, φυσικά, στο μεταξύ, απαλλαγούμε από τα περιττά «λίπη» που συσσωρεύτηκαν – όπου συσσωρεύτηκαν… – , λόγω της «καθιστικής ζωής» …ένεκα εξουσίας.

Και αφού γίνουμε περισσότεροι αλλά και διαφορετικοί, καθώς θ’ ανταμώνουμε περισσότεροι από πολλά και διάφορα ρυάκια στο μεγάλο ποτάμι της  κεντροαριστεράς. Οχι για να… χοντρύνουμε παρέα αλλά για να αλλάξουμε παρέα την “παρούσα τάξη πραγμάτων”.

Συχνά η αλλαγή αυτή εμφανίζεται ως αλλαγή «στυλ» ή νοοτροπίας. ΄Ομως, πρόκειται για κάτι πολύ βαθύτερο: για αλλαγή ή τροποποίηση της κοινωνικής διάταξης της χώρας…

Σήμερα, η μόνη συνεκτική, διαρθρωμένη και πειστική πολιτική πρόταση είναι ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας, του κράτους και ως εκ τούτου και ίδιου του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Εκσυγχρονισμός – κατά τη γνώμη μου – είναι το σύνολο των αναγκαίων αλλαγών σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής, της κοινωνίας και της οικονομίας, ώστε να δημιουργηθεί η αναγκαία κοινωνική, οικονομική και πολιτική υποδομή για μια πιο δίκαιη, δυναμική και ισχυρή Ελλάδα.

Ένα σύστημα που δε φροντίζει για την ενδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της… προοδευτικότητάς του, ουσιαστικά υπονομεύει τις ίδιες του τις «παροχές», οι οποίες όχι μόνο ακυρώνονται μακροπρόθεσμα, αλλά – το σημαντικότερο – συκοφαντούνται στη «μέση συνείδηση» του πολίτη. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των κρατικοποιήσεων και των αποκρατικοποιήσεων.

Με μια έννοια, στο πρόσφατο παρελθόν, ό,τι συνέβη με το κόμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., συνέβη και στην κοινωνία: δεκάδες προοδευτικές – αρχικώς – κατακτήσεις μετατράπηκαν σε … «βαρίδια» για το κοινωνικό σώμα.

Αριστερή πολιτική είναι να ανασυγκροτήσεις ένα κοινωνικό κράτος δίκαιο, αποτελεσματικό, που υπερασπίζεται τους πράγματι ασθενέστερους. Αν κάποτε αριστερή πολιτική ήταν η κινητοποίηση του κράτους για την επίτευξη κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, σήμερα είναι η κινητοποίηση της κοινωνίας για νέους θεσμούς, νέες μορφές συμμετοχής, νέους τρόπους ελέγχου δημοσίων και ιδιωτικών εξουσιαστικών δομών.

Εκσυγχρονισμός, λοιπόν, σημαίνει «αλλαγή στην αλλαγή», όπως είχε ειπωθεί -πρωτοποριακά ίσως- και πριν από χρόνια.

Βεβαίως, θα αποτελούσε πολιτική παραφροσύνη αν, σ’ αυτό το εγχείρημα, αφήναμε ανεκμετάλλευτο το τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο που συγκροτεί το πολιτικό προσωπικό, που είναι τα χιλιάδες στελέχη μας σ’ όλους τους χώρους.

Όμως, σ’ όλους μας πρέπει να γίνει καθαρό: “δεν τρώμε απ’ τα έτοιμα”, αλλά δουλεύουμε για την αύξηση αυτού του “κεφαλαίου”. Γιατί με το πολιτικό κεφάλαιο συμβαίνει ό,τι και με το πραγματικό: η διατήρησή του είναι δυνατή μόνο μέσω της διευρυμένης αναπαραγωγής του.

Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σήμερα οι κοινωνικές ουτοπίες έχουν εξοβελιστεί στο υποσυνείδητο της ιστορίας, αλλά και ότι επικυριαρχεί ένας πολιτικός ρεαλισμός.

Ο ρεαλισμός παραπέμπει στον ορθολογισμό, στην άρνηση της ψευδούς συνείδησης και του ανορθολογισμού.

‘Ομως, σήμερα, η πραγματική αντίθεση δεν είναι ανάμεσα σε ορθολογισμό και ανορθολογισμό. Η πραγματική αντίθεση βρίσκεται  ανάμεσα στο διαλεκτικό ορθολογισμό και στον αντιδιαλεκτικό ορθολογισμό (θετικισμό). Αντιδιαλεκτικός ορθολογισμός σημαίνει στατική σκέψη. Να βλέπεις (φωτογραφικά) τα “πράγματα” όπως είναι. Αλλά να αδυνατείς να… φανταστείς πώς θα αλλάξουν.

Ρεαλισμός, λοιπόν, δεν σημαίνει υποταγή στα “πράγματα”, προσαρμογή στα “υπάρχοντα”.

Ούτε, συνεπάγεται, ακύρωση των “ονείρων”…Ρεαλιστής δεν είναι αυτός που παθητικά αποδέχεται τα “πράγματα”, ή τη “λογική των πραγμάτων” αλλά αυτός που γνωρίζει τους κανόνες αλλαγής τους…

Είμαστε, λοιπόν, ρεαλιστές γιατί καταγινόμαστε με τα “μικρά”, τα “καθημερινά” και… άχαρα. Γνωρίζοντας πως η αλλαγή των “μικρών” τροποποιεί -μακροπρόθεσμα- τους συσχετισμούς και στα “μεγάλα”.

Η αλλαγή και ανασύσταση, λοιπόν, του ΠΑΣΟΚ είναι συνυφασμένη με αυτή την προσπάθεια, είναι συνυφασμένη με τον “νέο πολιτικό πολιτισμό” που θέλουμε να επικρατήσει, είναι συνυφασμένη με την ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού και την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, είναι συνυφασμένη με τη διαμόρφωση ενός νέου σύγχρονου και διευρυμένου συνασπισμού εξουσίας, είναι συνυφασμένη με τη συγκρότηση μιας μεγάλης και κυβερνώσας κεντροαριστεράς.

Η επιτυχία του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, συνδέεται ευθέως με το πολιτικό του υποκείμενο. Αν κάτι πρέπει να αλλάξει, αυτό είναι το ίδιο το πολιτικό υποκείμενο, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ

Στο κάτω-κάτω τις γραφής και οι καλύτερες μηχανές -μετά από κάποια χρόνια- χρειάζονται “ρεκτιφιέ”. Πολύ περισσότερο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται μόνο για το αυτοκίνητο, αλλά και για ένα ολόκληρο και ολοκαίνουργιο τραίνο. Το τραίνο της Κεντροαριστεράς.

Κι αυτό δε θέλει μόνο νέες και ισχυρές μηχανές. Χρειάζεται και πολλούς καινούργιους μηχανοδηγούς!.

– Γιατί, λοιπόν, πρέπει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ν’ αλλάξει ριζικά τη μορφή, τη φυσιογνωμία και τη δομή του;

– Μα, ακριβώς, για να μπορέσει να μείνει ίδιο στη βαθύτερη ουσία του!