Εφημερίδα Η Αξία
27 Απριλίου 2013

Το ΠΑΣΟΚ, μετά το ναυάγιο που υπέστη στις διπλές εκλογές του 2012, φαίνεται να μην έχει συνέλθει ακόμη. Το σοκ ήταν μεγάλο και απρόσμενο, με αποτέλεσμα να συμπεριφέρεται ως ένας σαστισμένος και αποσβολωμένος ναυαγός. Βρίσκεται σε διαρκή σύγχυση, γι’ αυτό και ακολουθεί μια αντιφατική και αλλοπρόσαλλη τακτική που το καθιστά ευάλωτο.

Ουσιαστικά αρνείται να αποδεχτεί την πραγματικότητα, αδυνατεί να συμφιλιωθεί με το νέο πολιτικό περιβάλλον. Εξακολουθεί να ζει με την ψευδαίσθηση ότι έσωσε τη χώρα από την κρίση και την καταστροφή. Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να υπερηφανεύεται για το έργο του. Παγιδευμένο στην αυταρέσκειά του, όχι μόνο αυτοθαυμάζεται, αλλά πιστεύει κι ότι η Ελλάδα του χρωστάει. Εμμένοντας σε αυτή τη θεώρηση, προσπαθεί να αποποιηθεί τις ευθύνες του. Ταυτόχρονα όμως, έρχεται σε πλήρη δυσαρμονία με την κυρίαρχη αντίληψη των πολιτών, η οποία το έχει ταυτίσει με τη χρεοκοπία του τόπου.

Η άρνησή του να προβεί σε μια ουσιαστική και τολμηρή αποτίμηση της πρόσφατης κυβερνητικής του θητείας, κρατά καθηλωμένη την πολιτική του επιρροή. Το αποξενώνει από τις πληγείσες κοινωνικές δυνάμεις, το καθιστά αναξιόπιστο και αφερέγγυο. Το εμποδίζει να προχωρήσει σε μια πραγματική ανατοποθέτηση της στρατηγικής του. Και το κυριότερο από όλα, δεν το βοηθά να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό ακροατήριο, αξιοποιώντας τον ρόλο του κυβερνητικού εταίρου που σήμερα έχει.

Ως εκ τούτου, το μείζον πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ ήταν και παραμένει η δυστοκία προσαρμογής του στα νέα δεδομένα που έχουν προκύψει στον κοινωνικό και πολιτικό χάρτη του τόπου. Το γεγονός αυτό το οδηγεί σε αντιφάσεις και παλινωδίες και προπαντός, στη μικροπολιτική διαχείριση των καίριων προβλημάτων της χώρας και της οικονομίας.

Αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει τη συμμετοχή του στην τρικομματική κυβέρνηση. Στην αρχή την αρνήθηκε, επιλέγοντας την παροχή υποστήριξης. Στη συνέχεια άλλαξε άρδην, κάνοντας λόγο για την ανάγκη επιστράτευσης πολιτικών του στελεχών. Η μεταστροφή του κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Σε πρώτη φάση πίστευε ότι το κυβερνητικό σχήμα θα ήταν βραχύβιο γι’ αυτό και κρατήθηκε απ’ έξω. Ενώ τώρα, που εκτιμά ότι έχει πιθανότητες μακροημέρευσης, θέλει να συμμετέχει, προσδοκώντας τη διασφάλιση πολιτικών κερδών.

Οι συνεχείς παλινδρομήσεις του δείχνουν έλλειψη σταθερής και καθαρής στρατηγικής, με συνέπεια να καταφεύγει σε κινήσεις τακτικισμού. Φαίνεται πλέον έντονα ότι ο πολιτικός του προσανατολισμός μεταβάλλεται ανάλογα με τις συγκυρίες. Δεν υπαγορεύεται από τις ανάγκες μιας πολιτικής ατζέντας που ιεραρχεί τα προβλήματα και τις προτεραιότητες στα μείζονα ζητήματα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, των διαρθρωτικών αλλαγών, των μεταρρυθμίσεων.

Μια τέτοια ατζέντα είναι εμφανές ότι το ΠΑΣΟΚ δεν διαθέτει. Γι’ αυτό και ως κυβερνητικός εταίρος οι παρεμβάσεις που κάνει, οι πρωτοβουλίες που αναπτύσσει, οι θέσεις που καταθέτει είναι αποσπασματικές, μεμονωμένες, αντιφατικές. Δεν εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο και διακριτό πολιτικό σχέδιο.

Μοναδικό του μέλημα είναι να δείξει ότι είναι κοινωνικά ευαίσθητο σε σχέση με τους άλλους δύο κυβερνητικούς εταίρους. Μολονότι γνωρίζει το ασφυκτικό πλαίσιο που μας έχουν επιβάλει οι δανειστές μας και μέσα στο οποίο είναι υποχρεωμένη να κινείται η κυβέρνηση, με ευκολία καταφεύγει στην πλειοδοσία επιμέρους ρυθμίσεων για καίρια οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα.

Χαρακτηριστική είναι η αναίτια ανακίνηση του θέματος της μείωσης του ΦΠΑ στην εστίαση. Αυτή η πρεμούρα του ΠΑΣΟΚ ήταν αψυχολόγητη και άστοχη, καθώς γνώριζε ότι οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα είχαν κλείσει, με τη δημόσια δέσμευση του υπουργού Οικονομικών ότι το θέμα θα τεθεί στο νέο κύκλο των συνομιλιών που θα γίνει τον Ιούνιο. Είναι θεμιτό να υπάρχουν ανταγωνισμοί ανάμεσα στους κυβερνητικούς εταίρους για το ποιος έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων, στο βαθμό όμως που αυτοί δεν διολισθαίνουν σε μικροπολιτικές τακτικές.

Όσο το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να προβάλει τη δική του ατζέντα για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας και της οικονομίας, τόσο θα αυτοπεριορίζεται σε αποσπασματικές ενέργειες περιορισμένης εμβέλειας και αποτελεσματικότητας και θα μετατρέπεται σε συμπληρωματική δύναμη του κυβερνητικού συνασπισμού. Ως μια τέτοια δύναμη όμως, απομειώνει τον ρόλο και την όποια δυναμική του, χάνει το διακριτό του στίγμα και αυτοακυρώνει την πολιτική και ιδεολογική του αυθυπαρξία. Αποτέλεσμα, να μην μπορεί να προσφέρει ούτε στον εαυτό του ούτε στον τόπο.

Η ανάταξη της χώρας, η ανάκαμψη της οικονομίας, δεν μπορεί παρά να είναι οι νέοι εθνικοί στόχοι για όλες εκείνες τις δυνάμεις που θέλουν η Ελλάδα να παραμείνει στην Ευρώπη. Οι στόχοι αυτοί δεν θα επιτευχθούν αν οι κυβερνητικοί εταίροι στηρίζουν τη σύμπραξή τους στο συγκερασμό και στη συγκόλληση αντιφατικών και μεμονωμένων πολιτικών. Άλλωστε, αυτές προκαλούν αναπόφευκτες παρενέργειες, οι οποίες πλήττουν τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης συνεργασίας.

Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να είναι χρήσιμο στη χώρα και στους πολίτες, ακόμα και τώρα που είναι αποσαθρωμένο. Βασική προϋπόθεση ωστόσο είναι να εγκαταλείψει τις αυταρέσκειες του παρελθόντος, να αποδεσμευτεί από τους μικροκομματικούς ανταγωνισμούς έναντι των άλλων κυβερνητικών εταίρων, να ακολουθήσει μια εμπροσθοβαρή στρατηγική, προτάσσοντας τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα, χωρίς να αρέσκεται στην πλειοδοσία επιμέρους αιτημάτων.

Ενεργώντας υπό το άγχος των πολιτικών εντυπώσεων, δεν προσθέτει την παραμικρή πολιτική αξία στον εαυτό του. Ούτε δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη διασφάλιση πολιτικού κέρδους. Αντίθετα, το μόνο που επιτυγχάνει είναι η ανακύκλωση των αδιεξόδων στα οποία έχει οδηγηθεί.

Η πάλαι ποτέ υπεροχή και ανθεκτικότητά του ήταν απόρροια της ικανότητάς του να εκφράζει με τον πιο πειστικό και αυθεντικό τρόπο τις ανάγκες της κάθε περιόδου. Σήμερα, δεν μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις ανάκαμψης, κερδίζοντας το χαμένο έδαφος, διότι αδυνατεί να εναρμονιστεί με τα νέα δεδομένα και κυρίως –το σημαντικότερο- να διαμορφώσει μια νέα πολιτική αφήγηση για το παρόν και το μέλλον της χώρας.