Τάσος Γιαννίτσης
Athens Voice, 23/12/2020

Το ερώτημα «πού πάμε και πού θα βρεθούμε κάποια χρόνια μετά» άρχισε να απασχολεί ένα σταδιακά μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας όταν έγινε αντιληπτό ότι η πραγματικότητα δεν παίζει μαζί μας. Το ερώτημα αυτό συνδέεται με πλήθος αβεβαιότητες που αναδείχθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς. Στη διάρκεια της κρίσης, διαπιστώσαμε ότι οι αβεβαιότητες που σωρεύονται οδηγούν στην ανησυχία και η ανησυχία στο φόβο. Και ο φόβος είναι άσχημη δύναμη. Ωθεί τον κόσμο να σκέφτεται πώς θα αποφύγει τις αβεβαιότητες και, συνεπώς, να κάνει συντηρητικές επιλογές. Συντηρητικές με την έννοια της αναζήτησης του τι εξασφαλίζει μικρότερα, ή, αν είναι δυνατό, μηδενικά ρίσκα.

Μια τέτοια στάση μπλοκάρει «από τα κάτω» κάθε κίνηση ή επιλογή, κάθε αλλαγή, μορφή προσαρμογής ή μεταρρύθμισης, που μπορεί μεν να οδηγήσει σε ένα πιο αισιόδοξο αύριο, αλλά ενέχει κάποια ρίσκα για σήμερα. Έτσι, το σκηνικό αντιστρέφεται. Οι προτιμήσεις για μηδενικά ρίσκα ή κόστος σήμερα, γεννούν μεγάλες απειλές αύριο. Τα λάθη ή οι αδυναμίες της πολιτικής, ακόμα και η αδράνειά της να αντιμετωπίσει προβλήματα που γεννήθηκαν στο παρελθόν, αλλά συνεχίζουν να διογκώνονται, μετατρέπουν τα προβλήματα από δυνητική απειλή κινδύνου, σε κίνδυνο που επέρχεται πράγματι.

Οι μεγάλες προσδοκίες γεννούν μεγάλες δυστοπίες. Αντί έγκαιρες παρεμβάσεις για την επίλυση προβλημάτων να καταγράφονται ως επένδυση για ένα καλύτερο αύριο, προσλαμβάνονται ως περιττό ή παράλογο βάρος. Έτσι, η πολιτική και κοινωνική αδράνεια μετατρέπονται σταδιακά σε αυτοτελή δευτερογενή παράγοντα κινδύνου για τη χώρα – όχι μόνο για όσους είναι οπαδοί της ακινησίας, αλλά για όλους.

Τόσο ιστορικά, όσο και πρόσφατα, η αβεβαιότητα και ο φόβος έστρεψαν πολλές κοινωνίες προς αυταρχικά ή και ολοκληρωτικά σχήματα εξουσίας. Γιατί; Γιατί αυτά είναι που υπόσχονται μηδενικά ρίσκα, παρ’ όλον ότι η ιστορική εμπειρία –και η λογική– δείχνουν ότι κατά κανόνα το κόστος της απογοήτευσης και του φόβου, όπως και των ά-λογων αντιδράσεων, που οδηγούν σε αυτά, είναι μεγάλο και για πολλούς. Όμως η μνήμη δεν διαρκεί πολύ. Ο κόσμος ξεχνάει. Ιδίως όταν απογοητεύεται, φοβάται ή βλέπει το μέλλον του με απαισιοδοξία. Το παράλογο πάντα βρήκε άπλετο χώρο όταν οι απειλές συσσωρεύονται. Αυτό δεν αλλάζει. Πάντα ήταν έτσι.

Και παρ’ όλα αυτά, η ιστορία προχωράει, η χώρα μας επίσης προχώρησε, πότε εμπρός, πότε πίσω. Ακόμα και η οπισθοδρόμηση, «προχώρημα» είναι. Εμπλουτίζει τις εμπειρίες και τις γνώσεις μας για κάποιο χρονικό διάστημα. Μέχρι να ξεχάσουμε ξανά. Πληρώνουμε βαρύ τίμημα γι αυτό, αλλά αν το εκκρεμές «θυμάμαι-ξεχνάω» με τις θετικές και αρνητικές συνέπειές του εξάπτει τα στοιχεία της ανθρώπινης λαγνείας ή απληστίας, δεν μπορεί να ανατραπεί, παρά μόνο, ίσως, στο ατομικό και όχι στο συλλογικό επίπεδο.

Ως κοινωνία, είναι ανάγκη να δούμε τις ευκαιρίες και τις απειλές εκείνες που είναι εφικτό να διαβλέψουμε, ως ένα άθροισμα συνόλων και όχι μεμονωμένα. Μια τέτοια οπτική οδηγεί σε πολύ διαφορετικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα για το τι σημαίνει κάθε απειλή και τι δυναμικές υποκινεί όταν συνδυαστεί με περισσότερες παράλληλες εξελίξεις, θετικές ή προβληματικές, στις επόμενες δεκαετίες. Απρόβλεπτες καταστάσεις, νέες τεχνολογίες, γήρανση, ασφαλιστικό, κλιματική αλλαγή και μεταναστευτικά ρεύματα λόγω κλιματικής αλλαγής, γεωστρατηγικές πιέσεις θα συν-διαμορφώνουν ένα εθνικό και διεθνές τοπίο, μέσα στο οποίο κάθε πρόβλημα θα λειτουργεί αμφίδρομα με όλα τα άλλα και θα οδηγεί σε αποτελέσματα που θα διαφοροποιούνται ανάλογα με τον τρόπο που κάθε φορά θα συνδυάζονται οι παραπάνω παράγοντες.

Για να το διατυπώσω με άλλα λόγια: είναι πολύ διαφορετικό να πορεύεται η χώρα με έναν κίνδυνο (π.χ. γήρανση, κλιματική αλλαγή, πανδημία, ασφαλιστικό, ύφεση), από το να βρίσκεται ταυτόχρονα ή διαδοχικά αντιμέτωπη με ένα συνδυασμό ετερόκλητων απειλών ή πιέσεων. Διαφορετικό είναι αν αντιμετωπίζει μόνη μια απειλή ή αν η απειλή αυτή έχει γενικευμένη μορφή (π.χ. για την Ευρώπη ή για τον Κόσμο). Διαφορετικό είναι και αν μια απειλή παραμένει σταθερή, διογκώνεται ή μειώνεται με το χρόνο, ή αν πλήττει τη χώρα σε φάση αδυναμίας ή ισχύος. Δύσκολο; Δύσκολο. Αλλά χωρίς μια τέτοια προσέγγιση η πραγματικότητα θα είναι πολλαπλάσια δύσκολη.

Αθροιστικά, όλες αυτές οι προβλέψιμες, ως ένα βαθμό, εξελίξεις συγκροτούν ένα «μέγα πλέγμα» συλλογικών, μακροοικονομικών, κοινωνικών και αναπτυξιακών ευκαιριών, πιέσεων και κινδύνων, με περισσότερες ή λιγότερες πιθανότητες και αβεβαιότητες ο καθένας. Ο συνδυασμός τους μπορεί να μας δώσει τη «μεγάλη εικόνα» του μέλλοντός μας.

Η διαχείριση ενός πλέγματος τέτοιων ευκαιριών και κινδύνων βάζει πλέον στο προσκήνιο την ανάγκη μια «πολιτικής διαχείρισης κινδύνων», αν όχι και ευκαιριών. Απαιτεί την πρόβλεψη οργανωμένων διαδικασιών προστασίας των συλλογικών στόχων και της κοινωνίας, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων τμημάτων της, με διαφορετικές προσεγγίσεις από αυτές με τις οποίες προχωρήσαμε μέχρι τώρα. Κάνει, επίσης, αναγκαία μια «διαφορετική διαχείριση του χρόνου». Το να αφήνουμε κρίσιμα προβλήματα να «σαπίζουν», επιταχύνει και επιβαρύνει τις αρνητικές επιπτώσεις τους. Το να αφήνουμε τις ευκαιρίες να περνούν χωρίς να τις αξιοποιούμε συνεπάγεται κοινωνικό κόστος. Ο χρόνος μέσα στον οποίο ιδιωτικές ή δημόσιες αποφάσεις λαμβάνονται και υλοποιούνται κρίνει την επιτυχία ή την αποτυχία. Μια τέτοια πολιτική αντίληψη, αναπόφευκτα, διαμορφώνεται κάτω από την επίδραση αντιλήψεων, συμφερόντων και συσχετισμών δύναμης. Το Κράτος έχει να παίξει κρίσιμο ρόλο στις περιπτώσεις αυτές.

Στη δεκαετία 2020-2030 θα κριθεί το μέλλον της χώρας για δεκαετίες. Αν φτάσουμε προς το τέλος της χωρίς να κάνουμε όσα πρέπει σε σχέση με τις εξελίξεις που γνωρίζουμε ότι θα επέλθουν, οι συνέπειες σε όρους ανάπτυξης, επιπέδου μισθών και συντάξεων, ανεργίας, μετανάστευσης προς τα έξω, θα είναι αντίστοιχη της άγνοιας ή της αδιαφορίας μας. Βρισκόμαστε σε μια εποχή στην οποία οι ανακατατάξεις σε παγκόσμια κλίμακα (στην εκπαίδευση και τις γνώσεις, τις τεχνολογικές ικανότητες, τις αντιλήψεις, τις γεωστρατηγικές ευκαιρίες κ.ά.) συντελούνται με γρήγορους ρυθμούς, παίρνουν πολλές μορφές, πάνε σε βάθος και οδηγούν σε ευρύτατες αλλαγές στο παγκόσμιο σκηνικό. Θα μπορέσουμε στη διάρκεια αυτής της περιόδου να ξεπεράσουμε το μικρόκοσμό μας, να ξεχωρίσουμε τα περιθωριακά από τα κρίσιμα, και να αποκτήσουμε την ικανότητα να αφουγκραζόμαστε τις παγκόσμιες εξελίξεις αλλά και τις δυναμικές στο δικό μας χώρο, προκειμένου να διατηρήσουμε ή να βελτιώσουμε τη θέση μας στην ιεραρχία της διεθνούς πυραμίδας; Αν όχι, ο κίνδυνος είναι να κάνουμε συνεχώς προσπάθειες για να ξεφύγουμε «προς τα επάνω», αλλά σε κάθε νέα δυσκολία, κάθε απρόβλεπτη σοβαρή εξέλιξη οποιασδήποτε φύσης, όπως φέτος με την πανδημία, να διολισθαίνουμε ξανά και ξανά προς τα κάτω.

Θα ισχυριστεί κανείς, και σωστά, ότι στην ιστορία, σπανιότατα μια κοινωνία πορεύτηκε με γνώμονα το μέλλον της σε σαράντα ή ακόμα και είκοσι χρόνια. Όμως αντιλήψεις ή πρακτικές που κάποτε λειτουργούσαν θετικά ή και ουδέτερα, κάποια στιγμή μπορεί να έχουν επικίνδυνες επιπτώσεις για όσους εμμένουν σε αυτές. Η Ιστορία δεν μένει ακίνητη. Αν οι συνέπειες μιας τέτοιας στάσης στο παρελθόν ήσαν απαρατήρητες, με τα σημερινά δεδομένα είναι υπαρξιακά επικίνδυνες. Η Ελλάδα είναι μικρή χώρα. Οι ισχυρές χώρες, ακόμα και όταν κάνουν λάθη, μπορούν να διαχειριστούν από διαφορετική θέση δύναμης τα λάθη τους. Οι μικρές και αδύναμες υφίστανται τις συνέπειες με πολύ πιο οξύ τρόπο.

Όταν η πολιτική αδράνεια μετατρέπει την πιθανότητα κινδύνων σε πραγματικότητα, προετοιμάζει ταυτόχρονα το έδαφος για μια νέα κατανομή της πολιτικής εξουσίας, χωρίς μάλιστα να διασφαλίζεται η επίλυση των προβλημάτων. Είδαμε ότι ο κίνδυνος δημιουργίας de facto νομιμοποιημένων αυταρχικών συστημάτων διακυβέρνησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για ατομικά δικαιώματα και δημοκρατικές ελευθερίες, δεν είναι υποθετικός κίνδυνος, αλλά απειλή που σε διάφορες κοινωνίες πραγματώθηκε. Η πραγματικότητα έχει δείξει ότι όταν τα λάθη συσσωρεύονται και διαφαίνεται η απειλή ευρύτερων συλλογικών κινδύνων με κρίσιμες επιπτώσεις σε καίρια υπαρξιακά στοιχεία (υγεία, εργασία, παιδιά κτλ.), τα ανθρώπινα δικαιώματα και η Δημοκρατία τείνουν να βρεθούν σε δεύτερη θέση στις κοινωνικές επιλογές.

Τι μπορεί να γίνει; Οι λέξεις «μεταρρυθμίσεις», «καταγγελίες», «υποσχέσεις», «συλλογικές ή ατομικές φαντασιώσεις», «ιδεολογικός ναρκισσισμός» ξεπροβάλλουν στον ορίζοντα. Όμως, όταν η πραγματικότητα έχει αφεθεί να φτάσει στο «ανάποδο», συγκρούσεις, διχόνοιες, διαιρέσεις, οικονομικές ή πολιτικές ήττες, θα είναι το βέβαιο αποτέλεσμα. Η εθνική μας παράδοση, η κυριαρχία των ενστίκτων απέναντι στη σκέψη, οδηγούν προς ιστορικές επαναλήψεις. Αυτό που έχει σημασία είναι να μη φτάσουν τα προβλήματά μας σε «σημείο τήξης», στο σημείο δηλαδή στο οποίο θα αναγκαστούμε ξανά να παραδεχθούμε: «μέχρι εδώ ήταν, το παιχνίδι τελείωσε».

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο «Μπολιβάρ» γράφει κάπου: «Μπολιβάρ είσαι ωραίος σαν Έλληνας». Είμαστε ωραίοι σαν Έλληνες; Πιστεύουμε ότι μπορούμε να απαντήσουμε καταφατικά; Την ομορφιά, τη νίκη, την πραγματικότητα, το μέλλον μας πρέπει να τα κατακτήσουμε. Δεν κληρονομούνται. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, χρειάζεται συνεχής αγώνας και αυτογνωσία για να διατηρηθούν.

 

___________________
*Ο Τάσος Γιαννίτσης είναι ομοτ. καθηγητής Παν/μίου Αθηνών, π. υπουργός