Εφημερίδα Αγγελιοφόρος
11 Οκτωβρίου 1998

Αν και Πειραιώτης, είμαι τακτικός ακροατής της αθλητικής εκπομπής της ΕΤ3 “Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ”, (γράφω ακροατής, γιατί η εκπομπή κυρίως “ακούγεται”) όχι από επαγγελματικό ενδιαφέρον, ούτε γιατί με απασχολούν ιδιαίτερα τα αθλητικά δρώμενα.

Απλούστατα, μέσω της εκπομπής, μπορεί να δει κάποιος από “κοινωνιολογική σκοπιά” τους ανθρώπους του αθλητισμού, της Βόρειας Ελλάδας κ.λπ. Να αντιληφθεί πολύ περισσότερα από πολλές “δήθεν πολιτικές” ή κοινωνικές αναλύσεις …

Την προηγούμενη Δευτέρα, λοιπόν, εγκαινιάζοντας τη χειμερινή περίοδο η εκπομπή είχε ως θέμα “τον Αθλητισμό και την Πολιτική”, με αφορμή τη συμμετοχή αθλητών, πρωταθλητών και αθλητικών παραγόντων στα δημοτικά ψηφοδέλτια της πόλης.

Στην εκπομπή αυτή αναλύθηκαν τα υπέρ και τα κατά, τα οποία, αν μπορώ σχηματικά να συνοψίσω, έχουν ως εξής:

ΥΠΕΡ: Η παρουσία πρωταθλητών μέσω των οποίων οι νέοι μπορούν να πλησιάζουν την πολιτική.

ΚΑΤΑ: Η έλλειψη χρόνου των πρωταθλητών, ώστε να ασχοληθούν συστηματικά και σοβαρά με τα κοινά. Και επίσης αρνητικό στοιχείο, η συνεχώς διευρυνόμενη χρήση του star system από τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους δημάρχους.

Θα ήθελα να διατυπώσω, εν συντομία, κάποιες σκέψεις με βάση τις προηγούμενες επισημάνσεις.

Πράγματι, και σ’ αυτές τις εκλογές έχουμε πληθώρα “επωνύμων” του θεάματος, της τέχνης, του αθλητισμού, οι οποίοι είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα μονοπωλήσουν τις πρωτιές σε σταυρούς. Γιατί θα συμβεί αυτό, νομίζω ότι όλοι το γνωρίζουμε. Όμως, τίθεται ένα ερώτημα: Είναι σωστό αυτό;

Κατά τη γνώμη μου η ανάδειξη “επωνύμων” δεν είναι αρνητική αυτή καθ’ εαυτή. Όμως, η μαζική χρήση “επωνύμων” αποκαλύπτει μια παθολογία της δημοκρατίας μας, της δημοκρατίας εν γένει. Πόσο γνωρίζει ο πολίτης τούς υποψηφίους που επιλέγει; Ποια κριτήρια υιοθετεί στην επιλογή του;

Κάποιοι νέοι θεωρητικοί του “κοινοτισμού” ισχυρίζονται ότι “η δημοκρατία είναι υπόθεση μεγέθους”: Η Αθηναϊκή Δημοκρατία λειτούργησε και για το λόγο ότι είχε συγκεκριμένο μικρό μέγεθος. Σήμερα, στις πολυάνθρωπες, μαζικοποιημένες και απρόσωπες κοινωνίες μας, γνωρίζει ο εκλογέας τον εκλεγόμενο; Συνήθως, όχι. Να, λοιπόν, γιατί καταφεύγει σε “γνωστά” πρόσωπα της τηλεόρασης, του αθλητισμού, της τέχνης.

Το ζήτημα επιδέχεται πολύ συζήτηση και είναι υπόθεση των κοινωνιολόγων για τα περαιτέρω …

Μοιραία, όμως, μιλώντας για τις δημοτικές εκλογές, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η “αδυναμία των σύγχρονων μετα-βιομηχανικών κοινωνιών” που διαπιστώθηκε παραπάνω ισχύει πολύ λιγότερο σε δημοτικό επίπεδο.

Το κρατικό (κομματικό) επίπεδο είναι απρόσωπο. Εκεί ισχύουν (και πρέπει να ισχύουν) οι γενικές αρχές, τα προγράμματα κ.λπ. Αντίθετα, το δημοτικό επίπεδο είναι “οικείο”, οι υποψήφιοι έχουν “πρόσωπο” με άλλα λόγια είναι γνωστοί και οικείοι.

Η κοινοτική διάσταση είναι η μόνη “συγκεκριμένη εμπειρία”, που θα ‘λεγε και ο κ. Χρήστος Γιαναράς. Το μόνο πεδίο εφαρμογής συγκεκριμένου έργου και όχι γενικών αρχών. Να γιατί το νόημα αυτών των εκλογών είναι κυρίως -κατά τη γνώμη μου- η ανάδειξη του τοπικού, του συγκεκριμένου, του χειροπιαστού.

Η ταλαίπωρη καθημερινότητα αποδιωγμένη απ’ τα σαλόνια της επίσημης πολιτικής με “Π” κεφαλαίο, ξαναβρίσκει τη δικαίωσή της στο τοπικό επίπεδο. Μ’ αυτή την έννοια όλοι πρέπει νά ‘μαστε περισσότεροι “τοπικιστές” και λιγότερο “εθνικιστές”. ‘Αλλωστε, σήμερα πια μιλάμε για την Ευρώπη των Περιφερειών, την αποδυνάμωση των εθνικών κέντρων κ.λπ.

Καταλήγοντας, το “μεγάλο”, το “αφηρημένο”, έχει ανάγκη από σύμβολα, εικόνες, στολίδια και καθρεφτάκια … (οι πετυχημένοι και γνησιότεροι εκπρόσωποι της πλαστικής πολιτικής, όπως π.χ. ο κ. Αβραμόπουλος, το γνωρίζουν καλά) αντίθετα, το “μικρό”, το συγκεκριμένο, το άμεσο, έχει ανάγκη την ουσία, την ποιότητα στην καθημερινότητα.

Και οι αθλητές στην πολιτική, λοιπόν, και όσοι “επώνυμοι” επιθυμούν να προσφέρουν πραγματικά.

Όμως, προσωπικά, προτιμώ τους ανώνυμους “εργάτες της καθημερινότητας”, τους ανθρώπους με παρελθόν και ιστορία στη “δημοτική σκηνή”. Τη μόνη σκηνή που δεν είναι πασαρέλα, αλλά μικρό στρατηγείο για την αντιμετώπιση της καθημερινότητας, της μόνης συγκεκριμένης διάστασης …