Iefimerida.gr
17 Ιουνίου 2021

Στο μεταίχμιο μιας μεγάλης αλλαγής στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θεόδωρου Μαραγκού με τον αείμνηστο Βασίλη Διαμαντόπουλο και τον ταλαντούχο Νίκο Καλογερόπουλο, προκάλεσε ξεχωριστή αίσθηση. Ήταν η εποχή που η Ελλάδα προσπαθούσε να κλείσει τις πληγές της. Να αποτινάξει από πάνω της την υστέρηση – πολιτική, οικονομική, ακόμη και μορφωτική. Το μήνυμά της ήταν απλό: Με όπλο τη γνώση μπορείς να ανταπεξέλθεις στις δυσκολίες και προκλήσεις της ζωής.

Τη συγκεκριμένη παραδοχή καθιστά διαρκώς επίκαιρη ο πολιτικός ανταγωνισμός. Δεν αρκούν απλώς τα κομματικά εύσημα και η βούληση των πρωταγωνιστών. Απαιτείται κι ο κατάλληλος εξοπλισμός. Προπαντός, η ικανότητα να «διαβάζουν» σωστά το περιβάλλον στο οποίο κινούνται. Αλλιώς, αδυνατούν να κατανοήσουν όσα συμβαίνουν γύρω τους.

Η επεξεργασία και η θεμελίωση εύστοχης και αποτελεσματικής στρατηγικής είναι συνυφασμένη με την ανάγνωση και τη μελέτη των δεδομένων της κάθε περιόδου. Η αντιπαράθεση στο πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο για να είναι γόνιμη, και όχι με άσφαιρα πυρά, προϋποθέτει συγχρονισμό με τον παρόντα χρόνο. Κάτι τέτοιο σημαίνει απεξάρτηση από τα κλισέ και στερεότυπα του παρελθόντος. Με παρωχημένο λόγο, με ξεπερασμένα επιχειρήματα δεν προσελκύεις το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Ούτε ενισχύεις την παρουσία σου. Πολύ περισσότερο δεν είσαι σε θέση να ερμηνεύσεις σωστά τον αντίπαλο.

Το κοινωνικό σώμα αξιολογεί τους πρωταγωνιστές με άλλα κριτήρια κάθε φορά. Στα χρόνια της χρεοκοπίας στην πλειονότητά του επένδυσε στον Αλέξη Τσίπρα. Η καταγγελτική ρητορική του πρώην πρωθυπουργού βρήκε πρόσφορο έδαφος σε εκείνους που είχαν έντονη την τιμωρητική διάθεση.

Το αντίστροφο συνέβη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η προσδοκία της εξόδου από την κρίση τον κατέστησε κυρίαρχο. Η επικράτησή του δεν ήταν τυχαία. Οφειλόταν στο ότι διέγνωσε σωστά τις τάσεις που διαμορφώθηκαν σε μια κουρασμένη χώρα. Η μακροχρόνια περιπέτεια τροφοδότησε αντίρροπες δυνάμεις. Έτσι εξηγείται και η ακόλουθη κυβερνητική αλλαγή.

Ο πραγματισμός που διαδέχτηκε τον βερμπαλισμό κατέστησε μειοψηφικές τις ανεδαφικές διακηρύξεις. Την αναστροφή αυτή εξέφρασε ο σημερινός πρωθυπουργός, δίχως να υποσχεθεί πολλά πράγματα. Οι μεταρρυθμιστικές του εξαγγελίες κινούνταν στην τροχιά του αυτονόητου. Εκεί ακριβώς εδράζεται και η ανθεκτικότητά του. Το πλεονέκτημά του είναι ότι αποκρυπτογράφησε εύστοχα τις μεταβολές στην κοινωνία. Αλλά και το ότι δείχνει να γνωρίζει την ανάγκη προσαρμογής στις διαρκώς μεταβαλλόμενες οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις.

Απεναντίας η αντιπολίτευση -ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ- φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ότι έχει δημιουργηθεί ένα νέο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον. Εξ ου και πολιτεύεται εκτός πραγματικότητας. Γεγονός που την εγκλωβίζει στη στασιμότητα. Η κριτική που ασκεί στην κυβέρνηση παραπέμπει σε άλλες εποχές. Η ανταπόκρισή της είναι περιορισμένη. Ακόμη και ψηφοφόροι της δεν την ασπάζονται. Δεν ακουμπά τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του μεγαλύτερου τμήματος της κοινής γνώμης. Οι μόνοι που συγκινούνται είναι οι εκπρόσωποι των απονεκρωμένων συνδικαλιστικών φορέων του δημόσιου τομέα. Η περίπτωση του εργασιακού το αποκαλύπτει. Η αποκαλούμενη «μητέρα των μαχών» δεν ανέδειξε μονάχα την αντικοινωνική συμπεριφορά μιας κάστας εργατοπατέρων, οι οποίοι χρόνια τώρα απομυζούν τον κοινωνικό πλούτο.

Ταυτόχρονα, έδειξε πως οι επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ αγνοούν το στοιχειώδες. Η ανταγωνιστική οικονομία χρειάζεται διαφορετικές προσεγγίσεις και νέες προτάσεις. Οι παλιές συνταγές στην πολιτική αποδεικνύονται ακατάλληλες. Τα παλιά εργαλεία ατελέσφορα. Οι παρωπίδες, οι αγκυλώσεις και οι ιδεοληψίες δεν προσφέρουν σωστό προσανατολισμό. Ούτε στήνουν γέφυρες επικοινωνίας με τους πολίτες. Αντιθέτως, διαιωνίζουν τα αδιέξοδα. Οι τωρινές συνθήκες επιβάλλουν τολμηρές αναθεωρήσεις και αναπροσαρμογές.

Ο Αλέξης Τσίπρας και η Φώφη Γεννηματά εμφανίζονται αναντίστοιχοι με τις ανάγκες και απαιτήσεις της εποχής. Η απουσία σύγχρονης αντίληψης για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας και της οικονομίας, αν κάτι δείχνει είναι η έλλειψη γνώσης, στρατηγικής σκέψης και πολιτικού βάθους.

Το βέβαιο είναι πως η πολιτική αμάθεια έχει κόστος. Το παράδειγμα της αρχηγού του ΚΙΝΑΛ το επιβεβαιώνει. Στερούμενη των απαραίτητων αποσκευών, παρουσιάζει ηγετικό έλλειμμα, μετατρέποντας το κόμμα της σε συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ. Επιτρέπει δε στον Αλέξη Τσίπρα να κυριαρχεί στον λεγόμενο αντιδεξιό πόλο.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο πολιτικός αναλφαβητισμός κρατά καθηλωμένο στο χθες όσους δεν είναι εξοπλισμένοι με επαρκή γνώση και εμπειρία. Στον κομματικό ανταγωνισμό κερδίζει εκείνος που γνωρίζει, μπορεί να «διαβάζει» σωστά τα όσα συμβαίνουν γύρω του, αλλά και να τα εκφράζει με τον προγραμματικό και πολιτικό του λόγο. Το προτέρημα αυτό του προσδίδει αξία και πρωτίστως του επιτρέπει να διευρύνει την απήχησή του.