Μαρία Δαμανάκη
Περιοδικό της Βουλής, 06/05/2021
Η συμπλήρωση 40 χρόνων Ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας έχει ήδη πυροδοτήσει τους καθιερωμένους απολογισμούς. Προτιμώ να τους αποφύγω για τους παρακάτω λόγους:
Είδα πρόσφατα με ανακούφιση σε σοβαρή έρευνα, ότι 67% των Ελλήνων είναι υπέρ της παραμονής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). (Διανέοσις 3/2020). Είναι σαφές ότι ο αντι-Ευρωπαϊσμός των περασμένων χρόνων δεν είναι πια εδώ.
Αν οι μετρήσεις ήσαν αντίστροφες, δεν θα είχα βεβαίως την πολυτέλεια της σιωπής επί του παρελθόντος. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια δεν ήμουν παρούσα στη δημόσια πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα και δεν θέλω να προχωρήσω σε εκτιμήσεις εκ του ασφαλούς. Είμαι σίγουρη ότι θα το κάνουν με επάρκεια και σοβαρότητα άλλα κείμενα που θα διαβάσω και εγώ.
Θα προσθέσω ακόμη κάτι: Όταν αναφέρομαι στην ΕΕ θεωρούμαι (και είμαι) προκατειλημμένη. Έχοντας υπηρετήσει την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση από θέση ευθύνης αυτό είναι φυσικό.
Για τους απολογισμούς μια μικρή παρατήρηση ωστόσο: Tα χρόνια που έζησα πρόσφατα στην Αμερική με εξοικείωσαν με ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο: Τα non existence σενάρια που συμπλήρωναν πάντα τα σενάρια της υπαρκτής κατάστασης. Με δυο λόγια, οι απολογισμοί θα πρέπει να υπολογίζουν και το όφελος ή τη ζημιά από το ενδεχόμενο η Ελλάδα να μην είχε υπογράψει ένταξη στην ΕΕ. Τι θα είχε συμβεί; Πώς θα είχε εξελιχθεί η ελληνική οικονομία, αλλά και τα θέματα της διεθνούς παρουσίας της χώρας, των εξωτερικών σχέσεων, της πολιτικής ζωής, του δημόσιου χώρου και λόγου, των ιδεών, της εθνικής ταυτότητας; Θα είχαμε προχωρήσει σε αλλαγές που έγιναν με την προτροπή ή την υποχρεωτικότητα της ΕΕ; Οι απολογισμοί οφείλουν απαντήσεις και σε αυτά τα υποθετικά ερωτήματα .
Λίγες προσωπικές σκέψεις τώρα :
Την πενταετία μου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημάδεψε η μεγάλη κρίση της πιθανής αποπομπής της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Έχοντας χάσει αμέτρητες νύχτες ύπνου, προσπάθησα να βρω την ισορροπία για να υπηρετήσω και τα δύο, τη χώρα μου και την Ευρωπαϊκή προοπτική. Όταν είδα καλύτερες μέρες είπα μόνο: Πέσαμε από την Ακρόπολη και σταθήκαμε όρθιοι. Αυτό θα έλεγα και τώρα, χωρίς να προσθέσω κάτι.
Προσωπικά, έβλεπα πάντα τη σχέση Ελλάδας Ευρωπαϊκής Ένωσης σαν ένα γάμο ή ένα σύμφωνο συμβίωσης (αν το προτιμάτε). Οι γάμοι κρίνονται από τις προοπτικές που βλέπουν τα δύο μέρη, κοιτώντας το μέλλον. Όχι από το παρελθόν, όσο καταθλιπτικό ή ρόδινο και αν είναι. Το παρελθόν βαραίνει πάντα, αλλά το διαζύγιο έρχεται όταν το μέλλον δεν μπορεί να φωτίσει το παρελθόν, δημιουργώντας νέες προσδοκίες. Η διαχείριση της προσδοκίας λοιπόν είναι αυτό που οφείλει να μας απασχολεί.
Καθόσον με αφορά, έχω πολλές προσδοκίες :
  • Θέλω να προχωρήσει επιτέλους η οικονομική ενοποίηση και η κοινή έκδοση χρέους, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. (Πιστεύω θα προχωρήσει παρά τις σποραδικές αντιδράσεις, έστω και αν προέρχονται από την Καρλσρούη). Τα οφέλη προφανή αλλά και η πρόοδος μεγάλη. Την περίοδο της κρίσης του Ευρώ είχα διατυπώσει μια αντίστοιχη πρόταση σε μια συνεδρίαση της Commission για να πάρω μια απάντηση σε τέσσερις λέξεις: Τhis can never happen. -Αυτό δεν θα συμβεί ποτέ-. Και μια μόνο ψήφο εκτός της δικής μου.
  • Θέλω να προχωρήσει επιτέλους η πολιτική ενοποίηση (έστω σε κάποιο βαθμό), η ενοποίηση σε θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και η απλοποίηση των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων. Αυτό θα επιτρέψει στην ΕΕ να έχει αξιοπρεπή παρουσία στη διεθνή σκηνή και στις σχέσεις με τρίτους. Θα διευκολύνει την Ευρωπαϊκή στάση απέναντι σε μεγάλες παγκόσμιες προκλήσεις όπως η μετανάστευση, η κλιματική κρίση, οι πανδημίες, ο ψηφιακός κόσμος, οι διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Το sofagate μου θύμισε μια παλιά πρόταση που είχε συζητηθεί στη διάρκεια της θητείας μου: Να υπάρχει κοινός πρόεδρος της Κομισιόν και του Συμβουλίου με πιθανή αναφορά στην κ. Μέρκελ (πρόταση που είχα υποστηρίξει μεταξύ άλλων και εγώ αλλά χωρίς επιτυχία).
  • Θέλω η Ευρώπη να προχωρήσει επι τέλους σε μια συνειδητή προσπάθεια κοινωνικής συνοχής που θα υπερβαίνει – έστω σε κάποιο βαθμό – τα χάσματα μεταξύ χωρών και κοινωνικών στρωμάτων. Μετά την πανδημία η Ευρωπαϊκή Ένωση σωστά προγραμματίζει να διαθέσει τεράστιους πόρους μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, που μάλιστα έχει και πράσινο πρόσημο, ανασυγκροτώντας το Ευρωπαϊκό παραγωγικό μοντέλο. Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη πρόκληση: Η ανάγκη να προστατευθεί το κοινωνικό κεφάλαιο της ΕΕ. Έτσι οι πόροι δεν θα διατεθούν πάλι κυρίως για τους ισχυρότερους, χώρες ή άτομα. Για να αποφευχθεί αυτό, χρειαζόμαστε στοχευμένες πολιτικές συμπερίληψης (inclusiveness), με Ευρωπαϊκή εγγύηση. Ιδέες όπως το ελάχιστο εισόδημα – σύνταξη, η στήριξη της επανένταξης στην αγορά εργασίας, η εξασφάλιση ενός ελάχιστου χώρου δικαιωμάτων στην υγεία, την εκπαίδευση, το επίπεδο ζωής, η προστασία των δημόσιων αγαθών και των ευάλωτων ομάδων, δεν είναι πολυτέλεια. Έχει πλέον αποδειχθεί ότι η ανισότητα περιορίζει ή υπονομεύει την ανάπτυξη. Ας δούμε τι κάνει και ο Μπάιντεν στην Αμερική.
Καταλαβαίνω πως είναι πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν.
Θεωρώ ωστόσο τις προσδοκίες μου ρεαλιστικές για την επόμενη δεκαετία. Πιέζει και η ανάγκη που δημιουργείται από έναν κόσμο που μεταβάλλεται ταχύτατα. Αλλά σε κάθε περίπτωση προσθέτω και κάτι ακόμη. Στην ίδια έρευνα του 2020, που δείχνει τεράστια αποδοχή στην παραμονή της Ελλάδας στην ΕΕ, 82,8% των Ελλήνων δηλώνουν ότι πιστεύουν στο Θεό και 56,1% στα θαύματα. Φαίνεται ότι σ? αυτούς συμπεριλαμβάνομαι κι εγώ, γιατί πιστεύω στο θαύμα της Ευρώπης.
____________________________
Επετειακό τεύχος του περιοδικού της Βουλής για τα 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ