Εφημερίδα Πρώτο Θέμα
5 Ιουλίου 2020

Το παρελθόν ταλανίζει τον ΣΥΡΙΖΑ. Τον αναστατώνει και τον μπλοκάρει. Είναι ο εφιάλτης του. Δώδεκα μήνες μετά την απώλεια της εξουσίας, τα όσα ανήκουστα συνέβησαν στη διάρκεια του κυβερνητικού βίου, εξακολουθούν να τον στιγματίζουν. Το χειρότερο, στέκουν εμπόδιο στον λεγόμενο μετασχηματισμό του.

Οι πράξεις του ήταν οδυνηρές για τη χώρα και την κοινωνία. Άλλωστε, σ’ αυτές οφείλεται και το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Η αδυναμία του, ακόμη και η άρνησή του, να απεξαρτηθεί από τα βαρίδια επιτείνουν την κρίση εμπιστοσύνης. Ο εναγκαλισμός με τον Καμμένο και τον Παπαγγελόπουλο ήταν διαρκές αδίκημα, όχι στιγμιαίο. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις, σε συνδυασμό με εκείνες για τον Παππά, αμαυρώνουν περαιτέρω τη διακυβέρνησή του.

Τα προβλήματα που προκλήθηκαν κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Κρατούν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης όμηρο. Και τον αρχηγό του δέσμιο. Επιπροσθέτως, υπονομεύουν την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητά τους. Η σύνδεση του ΣΥΡΙΖΑ με παρακρατικές πρακτικές, οι οποίες αποσκοπούσαν στην εξόντωση των αντιπάλων, δεν αποτελεί απλή στρέβλωση. Αλλά θεσμική και πολιτική εκτροπή.

Πρόκειται για μεθοδεύσεις που αντιστρατεύονται τους κανόνες της δημοκρατικής λειτουργίας. Πόσω μάλλον τις αρχές και τις αξίες της αποκαλούμενης Αριστεράς. Η αποτίμηση και η αξιολόγηση της κυβερνητικής της θητείας είναι καίρια προτεραιότητα. Οφείλει να προχωρήσει σ’ αυτή, δίχως αυταρέσκειες και ενδοιασμούς. Και προπαντός χωρίς συγκαλύψεις. Με πνεύμα κριτικής και αυτοκριτικής μπορεί να περάσει τη βάσανο.

Αναμφίβολα για τον Αλέξη Τσίπρα η δοκιμασία θα είναι επώδυνη. Και τούτο διότι δεν γίνεται να αποποιηθεί τις πολιτικές ευθύνες για τις επιλογές του και την ανοχή του απέναντι σε νοσηρά φαινόμενα. Αλλά και διότι είναι υποχρεωμένος να διαλέξει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.

Η διακυβέρνησή του αναμφισβήτητα δεν ήταν περίπατος. Διακρίθηκε από πρωτοφανείς παλινωδίες και αντιφάσεις. Αρκετές αποφάσεις της ήταν ανερμάτιστες. Οι ιδεοληπτικές εμμονές του κόμματός του υπήρξαν τροχοπέδη για αυτονόητες και επιβεβλημένες ενέργειες. Το ίδιο και η αναποτελεσματικότητα και η απειρία.

Μάλιστα, ο πρώην πρωθυπουργός, έχοντας άγνοια κινδύνου, πολιτεύθηκε για μακρύ διάστημα εκτός οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Παρ’ όλα αυτά παραμένει ισχυρός «παίχτης». Εξαιτίας του ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε μεγάλο κόμμα. Το κυριότερο, βρέθηκε στο τιμόνι του τόπου. Η εκλογική του αποτυχία τον Ιούλιο του 2019, δεν ακυρώνει τον καταλυτικό του ρόλο στον χώρο που εκπροσωπεί.

Το πλεονέκτημά του είναι ότι ενσαρκώνει ένα διακριτό και ανθεκτικό ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα. Στην ουσία, αντιπροσωπεύει τον έτερο πόλο του νέου δικομματισμού. Η πτώση του ΠΑΣΟΚ ευνοεί τα σχέδιά του να καλύψει σε σημαντικό βαθμό την άλλοτε κοινωνική και εκλογική του βάση. Η στασιμότητα και υποχώρηση του ΚΙΝΑΛ διαμορφώνει πρόσφορο έδαφος για την επικράτησή του στην επονομαζόμενη Κεντροαριστερά.

Βέβαια, οι επιδιώξεις και οι στοχεύσεις του Αλέξη Τσίπρα δεν εκδηλώνονται σε πολιτικό κενό. Επηρεάζονται και καθορίζονται από τα υπαρκτά προβλήματα. Και κυρίως από τα «ξεροκέφαλα» γεγονότα -όπως τα χαρακτήριζε ο Φρανσουά Μιτεράν-, τα οποία δεν ακολουθούν πάντα τις επιθυμίες και τις προσδοκίες μας.

Το θεμελιώδες ζήτημα, για τον πρώην πρωθυπουργό είναι με ποιες δυνάμεις, με ποιο εξοπλισμό, αντιλήψεις και ιδέες, θα θεμελιώσει μια εντελώς καινούργια στρατηγική. Μέχρι τώρα δεν φαίνεται αποφασισμένος να τραβήξει αυτόν τον δρόμο. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει τόσο το κυβερνητικό του παρελθόν, όσο και τα «άνθη του κακού» της διακυβέρνησής του, δείχνει το αντίθετο. Με σκουριασμένο κόμμα και συνοδοιπόρους όσους παραπέμπουν στις πιο σκοτεινές πλευρές της πολιτικής, δεν δημιουργεί ευοίωνες προοπτικές. Πολύ περισσότερο, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες και απαιτήσεις της τωρινής περιόδου.

Ο Αλέξης Τσίπρας ή θα εκμεταλλευτεί την ετεροβαρή σχέση του με το κόμμα, αξιοποιώντας την προσωπική του απήχηση και επιρροή. ‘Η θα μένει παγιδευμένος στις ράγες ενός παλιού και φθαρμένου οχήματος