Εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
18 Φεβρουαρίου 2001

Σήμερα συζητάμε για την ταυτότητα και φυσιογνωμία, τόσο της Ευρώπης όσο και της Αριστεράς, απαλλαγμένοι από τις ενοχοποιητικές αντιλήψεις του παρελθόντος. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι απ’ τους πρώτους που τόλμησαν να συγκρουστούν με τις αντιλήψεις άρνησης και απομονωτισμού υπήρξαν:
Ο Κώστας Σημίτης, ο οποίος στο τέλος της δεκαετίας του ’70 καθαιρέθηκε από το Ε.Γ. του ΠΑΣΟΚ, γιατί έδειξε μέσω μιας αφίσας το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η σύγχρονη Αριστερά.
Ο Λεωνίδας Κύρκος, ο οποίος έσωσε την τιμή της Αριστεράς με τη στάση του στη Βουλή για την ένταξη της χώρας στην Ε.Ο.Κ.
Και βέβαια, η Μαρία  Δαμανάκη έδωσε μαζί με πολλούς άλλους πολιτικές μάχες έως και προσφάτως για την υπεράσπιση της ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται μπροστά σ’ ένα μεγάλο δίλημμα: Διακυβερνητική Συνεργασία ή Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία; Η Μαρία Δαμανάκη απαντάει στο δίλημμα αυτό, με σαφήνεια, υποστηρίζοντας την ανάγκη για Ομοσπονδιακή Συγκρότηση της Ευρώπης.

Στο ερώτημα αυτό καλούνται να δώσουν απαντήσεις οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς στον ευρωπαϊκό χώρο, οι οποίες οφείλουν να προσχεδιάσουν και να διαμορφώσουν την πολιτική Ευρώπη, με βάση τη νέα πια πραγματικότητα.

Το πρώτο βήμα έχει ήδη γίνει: Η ΟΝΕ είναι μια πραγματικότητα. Η διαμόρφωση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου, αποτελεί αναμφίβολα το πρώτο βήμα για την Πολιτική Ενοποίηση της Ευρώπης. Και αυτό γιατί πίσω από την πολιτική βρίσκονται θεμελιώδεις οικονομικές παράμετροι που δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε. Συγχρόνως, όμως, η ΟΝΕ, εγχείρημα βαθύτατα πολιτικό, προβάλλει επιτακτικά την ανάγκη νέων πολιτικών επιλογών και πρωτοβουλιών.

Σήμερα αναδεικνύεται ζωτική η ανάγκη για μια κοινωνική Ευρώπη των πολιτών. Μπροστά στη νέα πραγματικότητα της ΟΝΕ, οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να παρουσιαστούν με εντελώς ανανεωμένο ιδεολογικό και πολιτικό εξοπλισμό. Πριν απ’ όλα οφείλουν να απαλλαγούν οριστικά από…τον πειρασμό της γυναίκας του Λοτ! Το χθες έχει περάσει οριστικά. Παράλληλα, οφείλουν να δημιουργήσουν μια νέα πολιτική και κοινωνική κουλτούρα. Με οδηγό το «συλλογικό συμφέρον» ή το «κοινωνικό καλό» να μη χαρίσουν την αγορά στο «εγωιστικό άτομο», αλλά στο συγκεκριμένο κοινωνικό υποκείμενο, τον πολίτη, το πρόσωπο.

Επομένως, οι μάχες σ’ αυτό το επίπεδο δεν αφορούν τη λογιστική, ούτε απλώς την οικονομία, αλλά την Πολιτική Οικονομία. Δηλαδή την ίδια τη ζωή και την ιστορία! Στόχος μας, είναι να συνδυάσουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης με υψηλά επίπεδα ολοκλήρωσης, συνοχής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Οντως, η ΟΝΕ δεν είναι αυτόματος πιλότος, αλλά…ένα νέο πεδίο πάλης!

Οι παραδοσιακοί τρόποι διακυβέρνησης τα παραδοσιακά πολιτικά υποκείμενα, και οι συνακόλουθοι συνασπισμοί εξουσίας, αντιστοιχούν στην εποχή του εθνικού κράτους που οικοδομήθηκε στη βάση της βιομηχανικής επανάστασης του 19ου αιώνα. Σήμερα πια, τα σχήματα αυτά δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες που δημιουργεί η Παγκοσμιοποίηση με αποτέλεσμα η νέα αρχιτεκτονική δομή της Ευρώπης να έχει ανάγκη κι από νέα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα.

Μπροστά στη νέα αυτή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, οι δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς οφείλουν να απαντήσουν με τρόπο πειστικό στις μεγάλες προκλήσεις που αφορούν την πορεία της Ευρώπης, την κοινωνική και πολιτική φυσιογνωμία της καθώς και την υπερεθνική της δομή και ταυτότητα.

Οι απαντήσεις αυτές εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να δοθούν μέσα από τα παραδοσιακά ιδεολογικά υποδείγματα κι αυτό γιατί η νέα εποχή δεν μπορεί να εκφρασθεί μέσα από παρωχημένους, ξεπερασμένους, γερασμένους, ιδεολογικούς φορμαλισμούς. Η Νέα Εποχή χρειάζεται νέα ιδεολογικά υποδείγματα, νέες πολιτικές κατηγορίες, νέες πολιτικές έννοιες. Χρειάζεται ένα νέο πολιτικό εποικοδόμημα, χρειάζεται μια νέα πολιτική.

Εργο μας είναι να ανακαλύψουμε το περιεχόμενο της νέας αυτής πολιτικής χωρίς τις ιστορικές συμβάσεις του παρελθόντος και να της προσδώσουμε τους όρους, τις αρχές, αλλά και τις ηθικές αξίες που της ταιριάζουν.

Οι μεγάλες αλλαγές που συντελούνται τόσο σε διεθνές, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχουν ευθεία αντανάκλαση και στη χώρα μας. Οι αλλαγές όμως αυτές, παρά την έκτασή τους δεν έχουν βρει ακόμη την αντίστοιχή τους στο πολιτικό μας σύστημα. Κι αυτό γιατί, οι παραδοσιακοί πολιτικοί φορείς εκδηλώνουν σημάδια ιστορικής κόπωσης, ιδεολογικής αγκύλωσης και πολιτικής καθυστέρησης, με αποτέλεσμα ν’ αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της νέας εποχής.

Μάλιστα, πολλές από αυτές τις κατεστημένες δυνάμεις, έχουν συνδέσει την τύχη τους, με τη συντήρηση του υφιστάμενου πολιτικού σκηνικού έστω κι αν αυτό επιβάλλει στην ελληνική κοινωνία βαρύ «φόρο». Οι δυνάμεις της συντήρησης και της αδράνειας που κυριαρχούν στο πολιτικό προσκήνιο υποστηρίζουν απολιθωμένες πολιτικές δομές και φαντασιακές κομματικές ιεραρχίες, διότι έτσι μόνο μπορούν να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους.

Οι υπάρχοντες πολιτικοί σχηματισμοί είναι προϊόντα μιας συγκεκριμένης ιστορικής εποχής. Της αποκαλούμενης Μεταπολίτευσης. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι η περίοδος της Μεταπολίτευσης έχει κλείσει τον ιστορικό της κύκλο και ότι οι ιστορικές αναγκαιότητες της συγκεκριμένης εποχής, εκφράστηκαν επιτυχώς μέσα από τις δομές και το εποικοδόμημα των παραδοσιακών πολιτικών σχηματισμών.

Σήμερα πια βρισκόμαστε μπροστά στο μεγάλο δίλημμα: Να ακολουθήσουμε τη στρατηγική της καινοτομίας που θα μας οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού λόγου, μιας νέας πολιτικής κουλτούρας και νέων πολιτικών υποκειμένων ή να εγκλωβιστούμε στη στρατηγική της συντήρησης αναπαράγοντας τις ξεπερασμένες πολιτικές δομές του παρελθόντος;

Για τις ζώσες δυνάμεις μιας σύγχρονης, μεταρρυθμιστικής και εκσυγχρονιστικής Αριστεράς, η απάντηση είναι ότι μόνο μέσα από τη στρατηγική της καινοτομίας θα διασφαλίσουν τη νέα πολιτική και ιδεολογική τους ηγεμονία.

Θα πρέπει να μιλήσουμε τη γλώσσα της σύνθεσης, της σύγκλισης προσωπικής και συλλογικής των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς. Και γιατί όχι να λύσουμε επιτέλους το πρόβλημα της κυβερνητικής έκφρασης του Συνασπισμού Εξουσίας, τον οποίο σήμερα εκπροσωπεί ο Κώστας Σημίτης και δεν περιορίζεται στα παγιωμένα κομματικά χαρακώματα.

Στην κατεύθυνση αυτή έρχεται να συμβάλλει ο προβληματισμός και η δέσμη ιδεών που καταθέτει η Μαρία Δαμανάκη μέσα από την ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, δείχνοντας ότι ο εκσυγχρονισμός ως ζωτική ανάγκη του κοινωνικού και πολιτικού μας συστήματος είναι μια μεγάλη μάχη που καλούνται να δώσουν και να κερδίσουν οι δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς, αλλά και του κοινωνικού κέντρου και της μεταρρυθμιστικής κεντροδεξιάς έχοντας ως βασική επιδίωξη την αλλαγή του σημερινού οικονομικού, κοινωνικού, πολιτικού και κομματικού περιβάλλοντος.

Όπως εύστοχα γράφτηκε τελευταία, τα «χορτασμένα» περιστέρια, όχι αυτά του Γιώργου Ζαμπέτα, αλλά της Μεταπολίτευσης, έδωσαν ό,τι είχαν να δώσουν και πήραν, ό,τι είχαν να πάρουν. Όταν λέμε ότι η παράδοση που γίνεται φετίχ, λειτουργεί ως εμπόδιο για την έλευση του νέου, δεν πρέπει να’ χουμε στο νου μόνο κάποιους θρησκευόμενους, αλλά και τους εραστές της κομματικής συνέχειας και ορθοδοξίας! Το ερώτημα είναι: Υπάρχουν στην κοινωνία, στα κόμματα δυνάμεις φρέσκιες που θα εκφράσουν τη νέα εποχή;

Βεβαίως υπάρχουν. Όμως, όποιος πιστεύει ότι το νέο θα’ ρθει από κομματικές συναγωγές, δεν γνωρίζει ούτε τα κόμματα ούτε ότι τα Ανθη του καλού και του κακού φυτρώνουν στην ύπαιθρο. Γι’ αυτό όλοι μας δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το νέο δεν ταιριάζει για το παλιό. Το ανατρέπει.

Οσο για εμάς, τους κομματικούς, αν δεν μπορούμε να ακούσουμε τη βοή των νέων ποταμών, ας κάνουμε κάτι απλό και χρήσιμο. Ας γίνουμε ριζοσπάστες!

Κοιτάζοντας με τα μάτια ενός ριζοσπάστη, βλέπουμε ότι υπάρχουν δύο αντιλήψεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τόσο τη συμβολική όσο και την ουσιαστική διάσταση της πολιτικής.

Η πρώτη αντίληψη είναι αυτή των συμβόλων. Ενώ η δεύτερη είναι αυτή των περιεχομένων. Η πρώτη ταυτίζει την πολιτική και τα υποκείμενά της με τα σύμβολα. Πρόκειται δηλαδή για έναν φετιχιστικό, μυθολογικό μη εκκοσμικευμένο κομματικό πατριωτισμό ο οποίος αντιλαμβάνεται τα υποκείμενα της πολιτικής ως παρελθόν, ως μουσείο, ως νεκρό σύμβολο, ενώ αρνείται να τα δει ως παρόν, ως αντίφαση και ως ζωή. Πρόκειται για μια αντίληψη που λατρεύει την εικόνα τους και μισεί την πραγματικότητά τους.

Που αναπολεί τις ιστορικές αναμνήσεις και αγνοεί το ίδιο το κοινωνικό τους υλικό δηλαδή τους ζωντανούς ανθρώπους. Με άλλα λόγια μας θυμίζει αυτόν που φωνάζει στο σκοτάδι για να ξεπεράσει το φόβο του. Ετσι δεν είναι δυνατόν σε μια σύγχρονη κοινωνία ορισμένοι να αναπαράγουν φαινόμενα στασιμότητας και φοβικότητας γιατί τους αρέσει να ζουν στον κόσμο των συμβόλων.

Αντίθετα η δεύτερη αντίληψη, αυτή των περιεχομένων και της ουσίας της πολιτικής δίνει βάρος στο πραγματικό νόημά της. Άλλωστε όπως έλεγαν οι Κινέζοι το πρόβλημα δεν είναι το χρώμα της γάτας, αν δηλ. είναι μαύρη, άσπρη, πράσινη ή κόκκινη, αλλά αν μπορεί να πιάνει τα ποντίκια. Και το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι: Τα υπάρχοντα πολιτικά σχήματα, ανεξαρτήτως χρώματος και συμβόλων, μπορούν να πιάνουν τα ποντίκια; Πολύ φοβάμαι ότι μάλλον θα χρειαστούμε φάκες.

Κλείνοντας θα’ θελα να πω ότι όπως στα σύγχρονα πεδία των μαχών δεν χρειάζονται σημαίες και λάβαρα, έτσι και η σύγχρονη Ελλάδα δεν χρειάζεται σύνδρομα φοβικότητας και κλειστοφοβίας, απ’ τα οποία –πολύ φοβάμαι- ότι κάποιοι πάσχουν…

Αντίθετα αυτό που χρειάζεται η σύγχρονη Ελλάδα είναι γνώση, μέθοδος ορθολογισμός και ανοιχτά μυαλά. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να κολυμπήσει στο Αρχιπέλαγος ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου.

Το ευτύχημα είναι ότι στην πολιτική ζωή του τόπου, πέρα απ’ τους μάγους του πρωτογονισμού, έχουμε αξιόλογες παρουσίας, οι οποίες μπορούν να εκφράσουν τη νέα εποχή, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να είμαστε τίποτα περισσότερο από δυστυχείς ιθαγενείς, που περιμένουν τα πλοία των πολιτισμένων για να τους φέρουν χάντρες και καθρεφτάκια.