Γιάννης Βούλγαρης
Τα Νέα, 02/01/2021

Ας κρατήσουμε το έθιμο των πρωτοχρονιάτικών φύλλων που παραδοσιακά αφιερώνονται σε απολογισμούς και προβλέψεις. Αντί όμως να μείνουμε στον χρόνο που φεύγει, ας ανατρέξουμε τη δεκαετία 2010-2020 που κλείνει. Μια από τις δραματικότερες της σύγχρονης ιστορίας μας καθώς αθροίστηκαν δύο κρίσεις, πρώτα η οικονομική στην αρχή της δεκαετίας και ύστερα η υγειονομική το δύστηνο 2020. Κρίσεις με διαφορετικές αιτίες, διαφορετικές συμπεριφορές, διαφορετικούς χειρισμούς, που φωτίζουν επομένως διαφορετικές πλευρές του εθνικού μας βίου. Ας κωδικοποιήσουμε λοιπόν κάποια πράγματα που θα άξιζε ίσως να θυμόμαστε.

1. Γνωριμία με την επισφάλεια της εθνικής αλλά και της ατομικής ζωής. Για πρώτη φορά, μετά από εξήντα χρόνια συνεχούς ανάπτυξης και βελτίωσης, η χώρα και οι πολίτες βίωσαν μια παρατεταμένη και κυριολεκτική καθίζηση του εθνικού πλούτου και των ατομικών εισοδημάτων. Το καθησυχαστικό βίωμα ότι «το αύριο θα είναι πάντα καλύτερο από το χτες» διαψεύστηκε. Πολλοί θυμήθηκαν τις πολεμικές δεκαετίες, αλλά η υπερβολή δεν βοηθάει. Η Ελλάδα των πολέμων ήταν μια φτωχή χώρα και τα βιώματα της καταστροφής τόσο δραματικά, ώστε οι γενιές που τα έζησαν να βγουν από εκείνες τις περιπέτειες με μια ακατάβλητη θέληση να ξαναχτίσουν τη ζωή τους και το βιός τους. Αντιθέτως, η Ελλάδα του 2010 ήταν ήδη μια σχετικά πλούσια χώρα και ο τρόπος ζωής των πολιτών είχε αναπροσαρμοστεί σύμφωνα με τις ανέσεις μιας ευημερούσας κοινωνίας. Μιας ευημερίας όχι επίπλαστης όπως απαξιωτικά λέγεται, αλλά επισφαλούς, Πράγματι, η ρηχή παραγωγική δομή με τις μικρές επιχειρήσεις και την αυτοαπασχόληση, τις εκτεταμένες υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας, τη μαζική δημοσιοϋπαλληλία, υπήρξε βασική αιτία της μεγάλης καθίζησης. Είναι αλήθεια μετά την καταστροφή, η ίδια δομή μοίρασε σωσίβια σε μια κοινωνία που είχε φτωχύνει και προσπαθούσε να επιβιώσει. Βοήθησε και η οικογενειακή ομπρέλα που άντεξε και απάλυνε την οικονομική δοκιμασία. Είναι όμως καθαρό ότι αν την επόμενη δεκαετία η οικονομία δεν καταφέρει να γίνει πιο εξωστρεφής και ανταγωνιστική, με μεγαλύτερες επιχειρήσεις, και ισχυρότερη βιομηχανία, τότε η Ελλάδα θα παγιδευτεί σε χαμηλά επίπεδα. Τέτοια ανάταξη της χώρας δεν μπορεί να γίνει μόνο από την Πολιτική. Εξού και το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το βίωμα της επισφάλειας, των νέων ιδίως ανθρώπων, θα μεταβολιστεί σε ένα νέο αναπτυξιακό, εργασιακό και κοινωνικό ήθος που θα κατανικήσει την τάση να αναπαραχθεί ο προηγούμενος εφησυχασμός σε φτωχότερη τώρα βάση.

2. Κοστίζει η κραυγάζουσα δημαγωγία; Αρκεί η σιωπηλή συναίνεση; Στη δεκαετία της κρίσης η Ελλάδα έζησε μια πολιτική έκρηξη, αλλά λίγα χρόνια μετά φάνηκε να επιζητεί και να ανακτά κάποιες προηγούμενες κανονικότητες». Μερικά από τα θραύσματα της «έκρηξης» εξαφανίστηκαν, ακραίοι πρωταγωνιστές του χτες χάθηκαν, οι δημοκρατικοί θεσμοί επικράτησαν των αρνητών τους. Το 2015 ήταν το απόγειο του κινδύνου και το σημείο στροφής. Η πολιτική ζωή επαναλάμβανε κάποια γνώριμα και επικίνδυνα μοτίβα της. Η υψηλή κομματική πόλωση και ενδημικός λαϊκισμός που σε περιόδους διεθνούς ηρεμίας μοιάζουν απλή δημαγωγία, σε περιόδους διεθνούς αποσταθεροποίησης αποκτούν αυτόνομη δυναμική, οδηγώντας σε μετωπικές συγκρούσεις καταστροφικού πολλές φορές χαρακτήρα. Το έζησε η Ελλάδα με τον Εμφύλιο και αργότερα το 1967, όταν οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν ώστε να αποτρέψουν τη Δικτατορία. Το 2015 το αποφύγαμε παραλίγο. Σταθήκαμε στην άκρη του γκρεμού, κοιτάξαμε, τρομάξαμε, και κάναμε πίσω. Πληρώνοντας μεγάλο κόστος, όσο καμία άλλη μνημονιακή χώρα. Αρκεί όμως η «κωλοτούμπα» ως μέθοδος προσαρμογής στην πραγματικότητα; Μπορεί να εδραιωθεί ένα νέο λειτουργικό κομματικό σύστημα που θα καθοδηγήσει τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της χώρας την επόμενη δεκαετία; Ασφαλώς όχι. Όσο παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της φυσιογνωμίας και του τρόπου άσκησης πολιτικής στον ΣΥΡΙΖΑ, το κομματικό σύστημα θα είναι ένας αυτόνομος παράγοντας έντασης και πιθανής βραχυκύκλωσης της χώρας. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να δώσει μια θετική διέξοδο στη σημερινή αμηχανία του; Ως τώρα βαδίζει αντίστροφα.

3. Μια κοινωνία που είναι καλύτερη από ό,τι λέγεται. Αποτελεί κάτι σαν εθνικό σπορ στον δημόσιο λόγο να εξυμνούμε έναν φαντασιακό «λαό» και να απαξιώνουμε την υπαρκτή ελληνική κοινωνία, τους υπαρκτούς πολίτες. Παρά όμως τα όσα λέγονται, η στάση της πλειονότητας της κοινωνίας στη διάρκεια της πανδημίας δεν υστερεί, αν δεν είναι καλύτερη, από τις συμπεριφορές πολλών άλλων δυτικών κοινωνιών, που συνηθίζουμε να θεωρούμε πρότυπα. Οι ακραίες καταστάσεις φέρνουν στην επιφάνεια βαθύτερες ποιότητες. Στα νοσοκομεία, στις επιχειρήσεις, στα καταστήματα, στα σχολεία, στην αστυνομία, στις ένοπλές δυνάμεις, στη διοίκηση αναδύθηκαν επιστημονικές και εργασιακές συμπεριφορές ανέλπιστες. Οι άνθρωποι αποδείχτηκαν καλύτεροι από τα «συστήματα», πού έχουν απαξιωθεί από τον συντεχνιασμό, τον αντιδραστικό συνδικαλισμό και την κομματικοποίηση. Αλλά και στη διάρκεια της προηγούμενης οικονομικής κρίσης, ο δημοκρατικός κοινωνικός ιστός αποδείχτηκε ανθεκτικός. Μπορεί να προέκυψαν ποικιλόχρωμες φασιστοειδείς συμπεριφορές, αλλά η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών στάθηκε με αξιοπρέπεια, συνέχισε με το ίδιο φιλότιμο τη δουλειά της παρά την κατακόρυφη πτώση του εισοδήματος, συνέχισε να συμπεριφέρεται με δημοκρατική εγκράτεια παρά τον εκβαρβαρισμό του δημόσιου λόγου. Υπήρχε πίσω από αυτή την ανθεκτικότητα και την αξιοπρέπεια ένα υγιές ένστικτο αυτοσυντήρησης, ένας σώφρων ρεαλισμός, υπήρχε ένας χαμηλόφωνος πατριωτισμός και ένα άρρητο δημοκρατικό συναίσθημα σαν καταστάλαγμα ιστορικών βιωμάτων. Αυτή η καλή όψη της υπαρκτής κοινωνίας, οι επιστημονικές και ηθικές ποιότητες που φωλιάζουν στους θεσμούς συνιστούν ένα άυλο δυναμικό για την ανασύνταξη της χώρας. Το ερώτημα είναι αν η Πολιτική θα το αξιοποιήσει ή θα το πριονίσει.

4. Η αναγκαιότητα και η πολύτιμη ιδιαιτερότητα της Ευρώπης. Η σχέση της Ελλάδας με την Ενωμένη Ευρώπη δοκιμάστηκε σκληρά στην περίοδο των μνημονίων, αλλά τελικά κράτησε. Εξαιρώντας τα άκρα, η μεγάλη πλειονότητα αναγνωρίζει και πάλι τη σημασία της Ευρώπης. Όσοι παραμένουν ευρωσκεπτικιστές την αποδέχονται ή την ανέχονται ως αναγκαιότητα που δεν μπορούν να αποτινάξουν. Οι φιλοευρωπαίοι εξακολουθούν να τη θεωρούν ως το μόνο μεγάλο ιστορικό στοίχημα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Η ίδια η «Ευρώπη» πότε απογοητεύει, όπως συνέβη με τη μυωπική διαχείριση της κρίσης του ευρώ και ειδικά του ελληνικού προβλήματος, και άλλοτε αναθερμαίνει τις ελπίδες, όπως πρόσφατα στην πανδημία με το άλμα που έκανε καθιερώνοντας το Ταμείο ανάκαμψης και τον κοινό εμβολιασμό. Αν κάτι όμως υπόμνησε την αναγκαιότητα και την πολύτιμη ιδιαιτερότητα τη Ευρώπης ήταν η εξέλιξη των άλλων μεγάλων πρωταγωνιστών της παγκοσμιοποίησης τα τελευταία χρόνια. Από τη μια, τα αυταρχικά καθεστώτα της Κίνας, της Ρωσίας, της Ινδίας, και από την άλλη, η λαϊκιστική υποτροπή της Αμερικής του τραμπισμού, έκαναν εμφανέστερη τη σημασία του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου που εξακολουθεί να συνιστά την καλύτερη διαθέσιμη σύνθεση δημοκρατίας, αγοράς και κοινωνικής προστασίας. Η υπεράσπισή του τόσο από τις δυνάμεις της εθνικιστικής ακροδεξιάς και των ποικιλόχρωμων υποστηρικτών της επιστροφής στο εθνικό κράτος, όσο και από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες, αποτελεί σήμερα το κοινό πεδίο των πολιτικών δυνάμεων που εξακολουθούν να ποντάρουν στο ιστορικό στοίχημα της Ενωμένης Ευρώπης.