Γιάννης Μεϊμάρογλου
Τα Νέα, 21/12/2019

Με αφορμή την παρέμβαση του Κώστα Σημίτη (ΝΕΑ 7/12) κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να κατηγορήσουν τον πρώην πρωθυπουργό για δήθεν υπονόμευση της προσπάθειας να εξασφαλισθεί η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων σε μια κρίσιμη στιγμή για τα εθνικά μας θέματα. Η κατηγορία αυτή είναι εμφανώς αβάσιμη. Από την στιγμή που ολοκληρώθηκε η περίοδος της διακυβέρνησής του, ο Κώστας Σημίτης παρενέβη, όταν το έκρινε σκόπιμο, σε ζητήματα θεσμών, οικονομίας και τα εθνικά μας θέματα με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της χώρας. Χαρακτηριστική ήταν η προειδοποίησή του από το βήμα της Βουλής, το 2008, για την αναπόφευκτη πορεία της χώρας προς το ΔΝΤ ως συνέπεια της ακολουθούμενης τότε κυβερνητικής πολιτικής.

Είναι ασφαλώς καθήκον ενός πολιτικού που κράτησε επί οκτώ χρόνια τα ηνία της χώρας να συμβάλλει με τις εμπειρίες, τη γνώμη και τις προτάσεις του στην αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων. Όσοι επέλεξαν τον δρόμο της σιωπής, το έκαναν για λόγους προσωπικής υστεροφημίας και μόνο. Αλίμονο αν, στο όνομα της συναίνεσης, αποδεχόμασταν την συγκάλυψη ευθυνών που θα μπορούσε να οδηγήσουν στην επανάληψη σοβαρών λαθών. Δεν είναι μήπως η συγκάλυψη βασική αιτία για την απώλεια των πλεονεκτημάτων που είχαν εξασφαλιστεί με τη συμφωνία του Ελσίνκι; Ή, ακόμα, η βασική αιτία της διαδοχικής απώλειας ευκαιριών για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος με κυριότερες το σχέδιο Ανάν το 2004 ή την τελευταία διαπραγμάτευση στην Ελβετία το 2017;

Η επίτευξη της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης είναι προϋπόθεση για την καλύτερη δυνατή εξέλιξη των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Η συναίνεση όμως αυτή δεν μπορεί να είναι επίπλαστη. Οφείλει να επιτυγχάνεται στη βάση της σύνθεσης των εκφρασμένων διαφορετικών αντιλήψεων και απόψεων των πολιτικών δυνάμεων και όχι στη βάση του κουκουλώματος των διαφορών και της συγκάλυψης των ευθυνών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύναψη της συμφωνίας των Πρεσπών καθώς και η υλοποίησή της θα είχαν πολύ ευνοϊκότερα αποτελέσματα εάν είχε αναζητηθεί η ευρύτερη συναίνεση, πράγμα που απέφυγε επιμελώς η προηγούμενη κυβέρνηση. Όπως απαραίτητη είναι και η εξασφάλιση της συναίνεσης στην αντιμετώπιση της σημερινής κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι αναγκαίο οι διπλωματικοί χειρισμοί και ιδιαίτερα η ενδεχόμενη προσφυγή στο δικαστήριο της Χάγης να γίνουν με κοινή απόφαση και ευθύνη. Η επιδίωξη αξιοποίησης των εθνικών θεμάτων για κομματικά οφέλη μόνον δεινά επεφύλαξε για τη χώρα και τις δυνάμεις που την επέλεξαν.

Η παρέμβαση Σημίτη είχε όμως και «κεντροαριστερές» παρενέργειες. Έδωσε μια ευκαιρία σε ορισμένα στελέχη που στήριξαν στο παρελθόν το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα να συνειδητοποιήσουν «ποιος είναι το αφεντικό» στο κόμμα για την ανασυγκρότηση του οποίου πρωταγωνιστούν. Γιατί το θέμα δεν είναι αν βγήκε μια ανακοίνωση που θεωρεί ότι κάποιοι υπονομεύουν «άθελά τους» την διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ – και όχι ότι προσβάλλουν τον Σημίτη – αλλά ότι ο ίδιος ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί, δια της εκκωφαντικής του σιωπής, να στηρίζει πλήρως τον χυδαίο λαϊκισμό και τους εκφραστές του. Επί της ουσίας επιβεβαιώθηκε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ άλλων, εξελίσσεται στο ΠΑΣΟΚ εκείνο που θεωρεί ότι ήρθε η ώρα να πάρει τη ρεβάνς από την οκταετή περίοδο διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη.