Κώστας Σημίτης
Πρώτο Θέμα, 27/01/2020

Η κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι κεντρικό θέμα στα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης. Τελευταίο παράδειγμα: το αποτέλεσμα των βρετανικών εκλογών. Το Εργατικό κόμμα υπέστη πανωλεθρία – όχι μόνο διότι μειώθηκε σημαντικά ο αριθμός των βουλευτών του, αλλά κυρίως γιατί στις περιοχές όπου σχεδόν από τις αρχές του περασμένου αιώνα κυριαρχούσε, στην «κόκκινη ζώνη», αναδείχθηκε σημαντικός αριθμός συντηρητικών βουλευτών. Στη Γαλλία, στις εκλογές του 2017, το Σοσιαλιστικό κόμμα εξέλεξε μόνο 44 βουλευτές – έναντι των 280 που είχε στην προηγούμενη Βουλή. Στη Γερμανία, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έλαβε μόνο 15,6% στις ευρωεκλογές – αν και συμμετείχε στην κυβέρνηση από το 2013 και συγκέντρωνε πάνω από το 20% των ψήφων στις εθνικές εκλογές. Στην Ιταλία το Δημοκρατικό κόμμα, που εκφράζει τις σοσιαλδημοκρατικές απόψεις, ηττήθηκε θεαματικά στις εκλογές του 2018. Η εκλογική επίδοσή του ήταν η χαμηλότερη από το 1968. Νικητής των εκλογών αναδείχθηκε η «κεντροδεξιά» παράταξη. Σε ορισμένες χώρες (όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Δανία) τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα επιβίωσαν εκλογικά, αλλά αναπροσάρμοσαν τις θέσεις τους.

Για τις αιτίες της τόσο σημαντικής υποχώρησης της απήχησης των σοσιαλδημοκρατών έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες. Στη Μ. Βρετανία αποδόθηκε στην αναποφασιστικότητα της ηγεσίας των Εργατικών, στην ασάφεια της θέσης τους για το Brexit, στο πρόγραμμά τους, που προέβλεπε εκτεταμένη αύξηση της φορολογίας, αλλά σιωπούσε για πολλά άλλα προβλήματα. Στη Γερμανία αναφέρθηκε η έλλειψη «σαφών απόψεων» και «σαφούς λόγου», όπως και η ταύτιση με τις θέσεις του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος στην εξωτερική πολιτική και στη δημοσιονομική πολιτική. Τρίτοι παρατηρητές σημείωναν σχετικά ότι στη διαμόρφωση των θέσεων του κόμματος επικρατούσε «σχιζοφρένεια». Αυτή τη στιγμή το κόμμα βρίσκεται σε αναζήτηση γραμμής. Στη Γαλλία, η διάσπαση του κόμματος και η διαρροή των στελεχών του αποδόθηκε στις αρνητικές εντυπώσεις της προεδρίας του Ολάντ και στη δημιουργία ενός νέου κόμματος από τον Μακρόν με ευαισθησία απέναντι στα προβλήματα των μεσαίων τάξεων. Είναι, όμως, μόνο αυτές οι αιτίες ή υπάρχουν άλλες βαθύτερες, που δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές;

Οι τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες εργασίας και τον ρόλο του εργαζόμενου. Ολο και περισσότερο στα εργοστάσια η αυτοματοποίηση της παραγωγής απαιτεί περισσότερες τεχνικές ικανότητες από την παραδοσιακή μονότονη κίνηση της πίεσης σε έναν μοχλό. Αλλά και οι εργασίες που απαιτούν ανθρώπινη παρουσία περιορίζονται δραστικά. Στη Γαλλία και στο Βέλγιο λειτουργούν ήδη πολυκαταστήματα τροφίμων χωρίς προσωπικό, αλλά με μηχανές που εξυπηρετούν τους πελάτες. Στη Βόρεια Ευρώπη οι περισσότερες τράπεζες εξυπηρετούν τους πελάτες με μηχανές. Η εργατική τάξη ζει τον περιορισμό των δυνατοτήτων εργασίας όλο και πιο έντονα, γιατί συνοδεύεται από τη στασιμότητα του ύψους των αμοιβών. Το μέλλον δείχνει αβέβαιο.

Η μεσαία τάξη διευρύνεται και επηρεάζει όλο και περισσότερο την κοινωνική οργάνωση. Ενα σημαντικό τμήμα της αποτελούν απόφοιτοι ανωτέρων και ανωτάτων σχολών, εργαζόμενοι στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών που διαφοροποιούνται από την εργατική τάξη και επιζητούν πολιτικές αλλαγές. Η κατώτερη μεσαία τάξη, αντίθετα, επηρεάζεται από λαϊκιστικές πολιτικές, γιατί το οικονομικό της επίπεδο χειροτερεύει. Ταυτόχρονα άλλαξαν και οι συνθήκες ζωής. Ο πληθυσμός της υπαίθρου συρρικνώνεται. Στις μικρές επαρχιακές πόλεις η ποιότητα των κέντρων υγείας και των σχολείων δεν είναι ικανοποιητική. Η κοινωνική άνοδος συναντά δυσκολίες. Επικρατούν ανασφάλεια, ανησυχία, διαμαρτυρία. Οι πολίτες ιδίως της κατώτερης-μεσαίας τάξης στρέφονται προς πολιτικές παρατάξεις που εκφράζουν πιο έντονα και με νέους τρόπους τη δυσαρέσκειά τους, όπως το Κίνημα των 5 Αστέρων στην Ιταλία, οι Πράσινοι στη Γερμανία, οι Unidas Podemos στην Ισπανία. Οι σχηματισμοί αυτοί έχουν αποκτήσει ισχυρή εκπροσώπηση στα κοινοβούλια και αναζητούν λύσεις διαφορετικές από εκείνες που στηρίζουν είτε τα συντηρητικά, είτε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Η Ακρα Δεξιά αποκτά επίσης ισχυρή απήχηση, όπως δείχνει η εξέλιξη στη Γαλλία και στην Ιταλία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμη ανάλογα φαινόμενα.

Οι αλλαγές, όμως, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες θα επηρεάσουν τη χώρα. Η ελληνική κοινωνία ζει και θα ζήσει εντονότερα την επιρροή των παγκόσμιων εξελίξεων τόσο στην οικονομική ζωή του τόπου όσο και στις κοινωνικές σχέσεις. Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2015 εξέφραζε την αναζήτηση τρόπων περιορισμού της ένταξης της χώρας στις διαδικασίες της διεθνούς οικονομίας και της ΟΝΕ. Η αναζήτηση αυτού του νέου δρόμου απέτυχε -γιατί τόσο η παγκοσμιοποίηση όσο και η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχουν δημιουργήσει μια διαφορετική πραγματικότητα από εκείνη που παρουσιάζουν οι δήθεν μεταρρυθμιστές λαϊκιστές. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ξέρουμε, έκανε θεαματική στροφή προς τα καθιερωμένα. Ταυτόχρονα με την αντιφατική της στάση ματαίωσε δυνατές τροποποιήσεις για τον περιορισμό της υπερχρέωσης της χώρας.

Η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες στην αντιμετώπιση των εξελίξεων – όχι μόνο γιατί δεν έχουν διαμορφωθεί οι αναγκαίες οικονομικές δυνατότητες, αλλά και γιατί δεν έχουν βελτιωθεί σημαντικά οι κοινωνικές αντιλήψεις, η κοινωνική και κρατική οργάνωση που εξασφαλίζει την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων με υπερβάσεις του παγιωμένου. Η άρχουσα άποψη στη χώρα ήταν και είναι ότι όλα θα πάνε προς το καλύτερο χάρη στην ταυτόχρονη δράση τόσο των κρατικών όσο και των οικονομικών παραγόντων, υπό την οδηγία της κυβερνητικής παρατάξεως. Ομως, η πρόοδος, όπως έχουν δείξει οι εξελίξεις, προκύπτει από επισήμανση προβλημάτων και αντιπαραθέσεις – μια μάχη στην οποία αποφασιστική σημασία έχει ο διαλογισμός και η έρευνα των αιτιών των κοινωνικών αλλαγών, η αποτίμηση των αρνητικών και θετικών παραγόντων στις μεταβολές που ζούμε. Ο μονόλογος ενός κόμματος ή της κυβέρνησης δεν επαρκεί.

Αν η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη δυσκολεύεται να βρει τον προσανατολισμό της στις νέες συνθήκες, στην Ελλάδα ο δρόμος είναι πολύ πιο δύσβατος και η έκβαση της προσπάθειας κάθε άλλο παρά δεδομένη.

Στην Ελλάδα, τις θέσεις εργασίας δεν υπάρχει κίνδυνος να τις καταργήσει μόνο η νέα τεχνολογία, αλλά τις έχει ήδη καταστρέψει μαζικά η δεκαετής κρίση που περάσαμε. Οταν λοιπόν μιλάμε για το μέλλον της εργασίας, τον μισθό και τα κοινωνικά αγαθά, χρειάζεται να καταβάλλουμε ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια για να καλύψουμε όχι μόνο αυτούς που σήμερα δουλεύουν και πρέπει να προσαρμοστούν, αλλά και τους άνεργους λόγω της ύφεσης. Οι νέοι που πρέπει να εκπαιδευτούν στις νέες τεχνολογίες χρειάζεται ταυτόχρονα να αναπληρώσουν και τις γνώσεις που απαξιώθηκαν με την ανεργία.

Όταν καλούμε τις επιχειρήσεις να επενδύσουν στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, να ξέρουμε ότι χρειάζονται επιπλέον κίνητρα – γιατί ακόμα δεν πρόλαβαν να αποσβέσουν τον εξοπλισμό της προηγούμενης φάσης.

Όταν μιλάμε για σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές, να θυμόμαστε ότι πρέπει να αναπληρώσουμε και πολλές ζωτικές κοινωνικές και παραγωγικές υποδομές που εγκαταλείφθηκαν και απαξιώθηκαν λόγω έλλειψης πόρων. Αλλιώς, η Ελλάδα θα αγκομαχά να προσαρμοστεί στην προηγούμενη φάση, όταν οι άλλες χώρες τρέχουν για να μπουν στην επόμενη.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η δυσκολία. Την ίδια στιγμή που η Ελλάδα βγαίνει από τη μακρά οικονομική κρίση, μία άλλη την περιμένει στο γεωπολιτικό ξέφωτο της Μεσογείου: εντάσεις και απειλές με την Τουρκία, αλλά και νέες ευκαιρίες με τους Βόρειους γείτονες και τους Νότιους φίλους μας. Για την ελληνική Κεντροαριστερά η εθνική αυτοπεποίθηση ήταν πάντα όρος απαράβατος για να οικοδομήσουμε μια σύγχρονη κοινωνία και το ίδιο πρέπει και τώρα να διασφαλίσουμε. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αυτά θεωρούνται δεδομένα.

Εμείς όμως για να ανταποκριθούμε στο σημερινό πλέγμα απειλών και ευκαιριών χρειάζεται να καταβάλλουμε επιπλέον πόρους και προσπάθειες σε σύγκριση με όσα μια άλλη βορειοευρωπαϊκή χώρα πρέπει να κάνει για να αντιμετωπίσει τις νέες τεχνολογίες και τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Αυτό απαιτεί από εμάς καλύτερο σχεδιασμό των ενεργειών μας, στοχοθετημένες πολιτικές για να αποφύγουμε τη σπατάλη πόρων, συνεχείς μεταρρυθμίσεις για να βελτιώνουμε το αποτέλεσμα και συνεχή αξιολόγηση για να πετύχουμε όσα επιδιώκουμε.

Σε όλα αυτά τα θέματα χρειάζονται τεκμηριωμένες έρευνες, γνώση της εμπειρίας άλλων χωρών που ακολούθησαν σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές και συνεχής διάλογος με την κοινωνία για τη διαμόρφωση ενός ρεύματος Αλλαγής. Ετσι μόνο θα πετύχουμε τον στόχο μιας Αυτοδύναμης Ελλάδας.