Εφημερίδα Πρώτο Θέμα
16 Φεβρουαρίου 2020

Η κοινωνική και κατ’ επέκταση η εκλογική βάση των κομμάτων δεν είναι αμετάβλητη. Σε περιόδους οξείας κρίσης, κερδίζουν έδαφος οι δυνάμεις του λαϊκισμού. Ο φόβος για τις επερχόμενες αλλαγές αφυπνίζει τα αμυντικά αντανακλαστικά τμήματος των πολιτών. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα τα χρόνια της χρεοκοπίας. Ο καταγγελτικός λόγος και η δημαγωγία μαγνήτισαν σημαντική μερίδα λαϊκών, αλλά και παρασιτικών στρωμάτων.

Τα ρήγματα που προκλήθηκαν στο μεταπολιτευτικό σκηνικό επισφράγισαν το τέλος της κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ. Ταυτόχρονα, επήλθε πολτοποίηση της πολιτικής ζωής. Η επικράτηση του Αλέξη Τσίπρα συνιστούσε εκ των πραγμάτων τομή. Οι τεκτονικές αλλαγές που συντελέστηκαν είχαν θεατές και αθέατες πλευρές. Η αποτίμηση είναι σύνθετη υπόθεση. Δεν γίνεται με απλουστεύσεις και επιφανειακές αναλύσεις. Κι τούτο διότι κάθε συγκυρία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά.

Παρ’ όλα αυτά η κατάληψη από τον ΣΥΡΙΖΑ του ζωτικού χώρου που κάλυπτε το ΠΑΣΟΚ είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Η πλειονότητα των ψηφοφόρων της αξιωματικής αντιπολίτευσης προέρχεται από την πασοκική μήτρα. Οι μετακινήσεις του εκλογικού σώματος το επιβεβαιώνουν. Η αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων απεικονίζει τις μεταβολές στην κοινωνία. Το ποσοστό του 32%, που απέσπασε ο Τσίπρας σε δυσμενείς συνθήκες, τον καθιστά κυρίαρχο εκφραστή ενός ιδιότυπου κεντροαριστερού πόλου. Εξ ου και η επιδίωξή του να ενσαρκώσει τη συνέχεια του πάλαι ποτέ κραταιού κόμματος.

Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή είναι αυθαίρετη και ανιστόρητη. Η ταυτότητα και οι πολιτικές του αρχέγονου ΠΑΣΟΚ απείχαν παρασάγγας από τον αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη και μετά τη μνημονιακή μεταστροφή του καθώς και την επιδιωκόμενη σοσιαλδημοκρατικοποίησή του. Τεράστια είναι και η διάσταση του ΚΙΝΑΛ με το μητρικό του κόμμα. Στην πραγματικότητα, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ δεν έχουν καμία σχέση με το πρώιμο, αλλά και το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για πολιτικά προϊόντα της κρίσης, με θολό και αντιφατικό στίγμα.

Στο μετεκλογικό τοπίο αμφότερα φαίνεται να κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος. Οι συγκλίσεις τους σε καίρια ζητήματα γίνονται πασιφανείς. Πανομοιότυπος και ο τρόπος που πολιτεύονται. Ο αντιπολιτευτικός τους λόγος είναι ταυτόσημος. Κοινές προσεγγίσεις έχουν και στα μεγάλα θέματα της χώρας και της οικονομίας. Με ολόιδια επιχειρήματα αντιμετωπίζουν και την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μολονότι ο πρωθυπουργός κυριαρχεί στο αποκαλούμενο Κέντρο, τον εγκαλούν για ακροδεξιά παρέκκλιση και για νεοφιλελευθερισμό.

Οι δύο κομματικοί σχηματισμοί, παρά τις διαφορετικές τους αφετηρίες και διαδρομές, πλέον προσομοιάζουν. Δεν έχουν διακριτές, ουσιαστικές διαφορές. Ούτε αποκλίνουσες στοχεύσεις. Πάντως ο ανταγωνισμός τους διεξάγεται με ετεροβαρείς όρους. Κι αυτό γιατί ο Αλέξης Τσίπρας πλεονεκτεί. Ηγείται ενός ρεύματος που επέδειξε ισχυρή ανθεκτικότητα. Παράλληλα ισχυροποίησε τον ρόλο του σε ένα ευρύτερο κεντροαριστερό μπλοκ δυνάμεων. Αντιθέτως, η Φώφη Γεννηματά, στερούμενη ηγετικής ικανότητας, αποδεικνύεται αδύναμη να υπηρετήσει την ανασύνθεση της άλλοτε ιστορικής παράταξης. Η αποτελμάτωση του Κινήματος Αλλαγής το καταμαρτυρά.

Το βέβαιο είναι πως με τα σημερινά δεδομένα ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο συγχρονισμός τους καθιστά την ώσμωση αναπόφευκτη. Αλλά και μια προοδευτική Κεντροαριστερά διαρκές ζητούμενο.