Γιάννης Βούλγαρης
Τα Νέα, 23/01/2021

Σε τίποτα, άσ’ τον να πάει στο διάολο – είναι η άμεση απάντηση. Εντούτοις, όπως η έλευσή του έτσι και η ταραχώδης αποχώρησή του, έχει δώσει ήδη λαβή σε μια πληθωρική και άκρως ενδιαφέρουσα διεθνή αλλά και ελληνική αρθρογραφία. Όπως άλλωστε επισημάνθηκε, η αποχώρηση ήταν αντάξια ενός λαϊκιστή που δεν μπορεί να δεχτεί έντιμα και αξιοπρεπώς την ήττα του γιατί θεωρεί εαυτόν αυθεντικό εκπρόσωπο του «κυριάρχου λαού», και πώς να βρεθεί ο λαός στη μειοψηφία αν δεν έχουν κινηθεί σκοτεινές δυνάμεις, τα μίντια της διαπλοκής, οι ολιγαρχίες και λοιποί υπονομευτές. Τα είδαμε και αλλού αυτά.

Επιστρέφει η Αμερική στην κανονικότητα; Ήταν ο τραμπισμός ένα παροδικό φαινόμενο; Αυτή είναι η αισιόδοξη εκδοχή που όντως έχει αρκετά επιχειρήματα υπέρ της. «Η Δημοκρατία νίκησε» βεβαίωσε ο Μπάιντεν. Και μόνο ωστόσο ότι ακούς ένα παλαιοπαπανδρεϊκό σύνθημα της Ελλάδας του ΄60 στη θεωρούμενη καρδιά της δημοκρατικής Δύσης, ξαφνιάζεσαι και προβληματίζεσαι. Οι θεσμοί άντεξαν, είναι μια άλλη αισιόδοξη διαπίστωση. Εννοούν τους θεσμούς, σαν κανονιστικό πλαίσιο του κοινωνικού βίου στηριγμένο στην αποδοχή παρά και πέρα από τους ανταγωνισμούς μιας πλουραλιστικής κοινωνίας, σαν συμπυκνωμένη ιστορική εμπειρία που κατά κανόνα καταστάλαξε μετά από δραματικές εντάσεις. Κάτι ανάλογο είπαμε και εμείς εδώ για την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών της Μεταπολίτευσης μετά την υποχώρηση του εγχώριου λαϊκιστικού κύματος – σε μια πιο αξιοπρεπή και θεσμική εναλλαγή εξουσίας, χωρίς αμφιβολία.

Οι αντίθετες απόψεις, πιο απαισιόδοξες, εντάσσουν τον τραμπισμό και το ευρύτερο λαϊκιστικό φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών, σε βαθύτερα προβλήματα της φιλελεύθερης, της δυτικής, ή καλύτερα, της Δημοκρατίας χωρίς επίθετα. Δεν είναι ανάγκη η διάγνωση να καταλήγει σε καταστροφολογική πρόβλεψη. Αντιθέτως, θα πρέπει να ενεργοποιεί τη δημοκρατική εγρήγορση γιατί το πρόβλημα υπάρχει και η λύση του εναπόκειται στην πολιτική πρωτοβουλία και όχι στην τελεολογία ή στη μοιρολατρία. Η Δημοκρατία ως πρόβλημα λοιπόν, ως αγαθό προς διαφύλαξη αλλά και προς ανανέωση, σε μια εποχή όπου η Δύση και οι δυτικές κοινωνίες δοκιμάζονται από οξείες δομικές αντιφάσεις. Αυτή η αγωνία που αναβλύζει στην διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία είναι ίσως η πρώτη άμυνα και η πιο αισιόδοξη αντίδραση στο σοκ-Τραμπ.

Μια τέτοια συζήτηση πρέπει όμως να γίνει με όρους που να αντιστοιχούν στην πολυπλοκότητα των κοινωνιών μας, της παγκοσμιοποίησης και της ιστορικής διαμόρφωσης των δημοκρατικών καθεστώτων. Πρέπει με άλλα λόγια, να μην παγιδευτεί στην απλοϊκότητα των όρων και των σχημάτων που χρησιμοποίησε ο λαϊκισμός, απλώς αντιστρέφοντάς τα. Σαν το όλο πρόβλημα να έγκειται στις κακές ελίτ που δεν καταλαβαίνουν τον απλό πολίτη, σαν το πρόβλημα να εστιάζεται στις υπερβολές της πολιτικής ορθότητας των μορφωμένων στρωμάτων που αποξενώνει τις λαϊκές τάξεις. Μόνο πολιτικές κουλτούρες που αποδέχονται τις αντινομίες των νεωτερικών κοινωνιών ως διαρκή ένταση μεταξύ αντιθετικών αξιώσεων, μπορούν να προσφέρουν κατάλληλα ερμηνευτικά και πολιτικά εργαλεία για την ανανέωση των δυτικών κοινωνιών. Εργαλεία που στοχεύουν να εξισορροπήσουν τις διαφορετικές ή αντιθετικές κοινωνικές και ιδεολογικές δυναμικές των σύγχρονων κοινωνιών: του καπιταλισμού με τη δημοκρατία, της συλλογικότητας με την ατομικότητα, του εγωιστικού συμφέροντος με την κοινωνική υπευθυνότητα, του υπερεθνικού με το εθνικό. Με την επίγνωση επιπλέον, ότι αυτή η προσπάθεια είναι συνεχής, γιατί δεν υπάρχει μια ουτοπική αρμονική σύνθεση διαρκείας, αλλά ένα συνεχώς αναγεννώμενο διακύβευμα. Υπό αυτή την έννοια η ήττα του Τραμπ είναι ήττα της απλοποιητικής λογικής του λαϊκισμού με όλα τα συνακόλουθα: μια θεατρικότητα που πρόσκαιρα συσκοτίζει το ανερμάτιστο της πολιτικής, μια απίστευτη φτωχοποίηση της γλώσσας που υποσκάπτει εξ αρχής τη δυνατότητα διαλόγου, άρα την ουσία της δημοκρατίας, ένα δήθεν τσαμπουκά της εξουσίας που δημιουργεί παρά λύνει προβλήματα. Όλα αυτά διογκώθηκαν λόγω της γελοιότητας του προσώπου, αλλά τα συναντάμε και σε άλλες, πιο κοντινές και οικείες εκδοχές.

Τελικά, η ήττα του Τραμπ όπως και η υποχώρηση του λαϊκιστικού κύματος της προηγούμενης δεκαετίας, δεν σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα, σημαίνει όμως ότι οι κοινωνίες μας μπορούν να ξαναπιάσουν το νήμα για να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες προκλήσεις που έχουν μπροστά τους. Η μεταπολεμική Δύση στηρίχτηκε και ευημέρησε χάρη σε έναν θετικό συμβιβασμό Καπιταλισμού και Δημοκρατίας, Αγοράς και Κοινωνικού Κράτους, που ευνόησε την άνθηση και των δύο. Εδώ και καιρό αυτή συνέργεια έχει χαθεί. Το πότε και γιατί είναι άλλο θέμα. Η αριστερή κριτική από τη δεκαετία του 1970 εστίαζε στις «ευθύνες» του καπιταλισμού για αυτή την απόκλιση. Και σήμερα, στις συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, οι ευθύνες έχουν μεγαλώσει και αναγνωρίζονται ευρύτερα. Εξωφρενικές ανισότητες ιδίως στην Αμερική, στασιμότητα μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων, παγκοσμιοποίηση που αντί να επιβεβαιώσει την ηγεμονία της Δύσης όπως αναμενόταν, εκτόξευσε την ισχύ της Ανατολής. Όλα αυτά αποξένωσαν πολιτικά μεγάλο μέρος των πολιτών από τη δημοκρατική πολιτική και τροφοδότησαν τους λαϊκισμούς.

Εδώ και καιρό όμως, οι κοινωνικοί και πολιτισμικοί μετασχηματισμοί διαβρώνουν τη Δημοκρατία, όχι τόσο ως διαδικασία, αλλά ως συνολικό αξιακό σύστημα. Μερικοί από αυτούς μάλιστα πηγάζουν ενδογενώς από τον ίδιο τον «πολιτισμό της Δημοκρατίας», και σίγουρα από τις μακροχρόνιες δυναμικές της εξατομίκευσης. Έτσι, όχι μόνο η Δημοκρατία δεν εξισορροπεί τις αποσταθεροποιητικές τάσεις του Καπιταλισμού, αλλά αντιθέτως τις επαυξάνει. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ρόλος των social media και η κυριαρχία σε αυτά των γνωστών ψηφιακών πλατφορμών. Το σοκ-Τραμπ ανέδειξε την υποβάθμιση του «πολιτισμού της Δημοκρατίας» όταν ο εξαχρειωμένος ατομισμός των χρηστών συναντάται με την αδιαφανή και αρρύθμιστη μονοπωλιακή ισχύ των οικονομικών-τεχνολογικών κολοσσών. Ορθώς η ανάγκη ρύθμισης του τοπίου έχει έρθει στην ημερήσια διάταξη, γιατί καμμία δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να εκχωρήσει κατά αυτόν τον τρόπο τη δημόσια σφαίρα της (Vera Jourova, ΤΑ ΝΕΑ, 20-1-21 και Μιχάλης Μπλέτσας, Athens Voice, 14-10-2020). Ανάλογο παράδειγμα είναι οι υπερβολές της «πολιτικής της ταυτότητας», όπου η «διαφορετικότητα» (φύλου, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού, κλπ) γίνεται η βάση της πολιτικής στράτευσης των αντίστοιχων μειονοτήτων. Γέννημα της κουλτούρας του μεταμοντέρνου δικαιωματισμού, κατέληξε να αποκόψει τα ανθρώπινα δικαιώματα από τον ορίζοντα της οικουμενικότητας που είχαν, και να τα μεταβάλει από αιτήματα χειραφέτησης σε παράγοντες κατακερματισμού. Ώσπου ήρθε ο Τραμπ και κινητοποιώντας την πολυπληθή αμερικανική «λευκή ταυτότητα» πήρε το παιχνίδι.

Στα σποραδικά αυτά παραδείγματα φανερώνονται οι αντινομίες στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως, αντινομίες εγγενείς στη νεωτερική συνθήκη όπως οι θεωρητικοί και οι φιλόσοφοι επιμένουν εδώ και χρόνια. Οι δυνατότητες της ελευθερίας, της αυτονομίας και της ισότητας, συνυπάρχουν και αντιπαλεύουν με τα φαντάσματα του αντικοινωνικού ατομισμού, την κυριαρχία του εργαλειακού λόγου, την απαξίωση της κοινωνικής υπευθυνότητας και της ηθικής υποχρέωσης. Και οι αντινομίες της ιστορικής εποχής εκδηλώνονται στις εντάσεις των κοινωνιών και των δημοκρατικών θεσμών, αναμένοντας την Πολιτική να βρει τις αναγκαίες νέες εξισορροπήσεις και συνθέσεις.

Η Αμερική, χώρα του ατομισμού και της ελεύθερης οικονομίας, καθιστά ανάγλυφα τα προβλήματα, και η εξαιρετικότητα του Τραμπ τα κατέστησε δημόσιο θέαμα. Γκροτέσκο μεν, διδακτικό δε.

 

_____________________

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου