Νίκος Κωνσταντάρας
Η Καθημερινή, 29/02/2020

Είναι βαρύ το τίμημα της έντασης στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση που δεν συμβάλλει στην ψύχραιμη αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας. Πολλαπλασιάζεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, όπου οι οπαδοί κομμάτων και άλλων ομάδων συμφερόντων παρασύρονται ολοένα πιο βαθιά στον βούρκο της χλεύης, του σαρκασμού, του μίσους. Οι περισσότεροι πολίτες δεν συμμετέχουν στις καθημερινές αψιμαχίες των στρατευμένων οπαδών, αλλά οι προσβολές επηρεάζουν όλο τον δημόσιο διάλογο. Περνάνε σε ρεπορτάζ και γνώμες, σε δηλώσεις πολιτικών και ανακοινώσεις κομμάτων. Οσο και αν γνωρίζουμε ότι αυτή η συμπεριφορά μάς βλάπτει, μας κυριεύει ένα πάθος που απαιτεί την κατατρόπωση του αντιπάλου με κάθε κόστος. Οπως ο σκορπιός του Αισώπου που πνίγεται επειδή δεν μπορεί να αντισταθεί στην ανάγκη να δηλητηριάσει τον βάτραχο ο οποίος διασχίζει το ποτάμι με αυτόν στην πλάτη του. Εδώ, με τα πολλά χρόνια ακραίας αντιπαράθεσης, περισσεύουν οι σκορπιοί, λιγοστεύουν οι κουβαλητές.

Μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση; Οπως έχει φανεί τόσες φορές στην Ιστορία μας, με λίγες εξαιρέσεις, οι Ελληνες συνεχώς βρίσκουμε λόγους να διχαστούμε. Ο ναρκισσισμός μας τρέφει (και τρέφεται) από την αίσθηση ότι είμαστε αδικημένοι – από τους πιο κοντινούς μας έως την κοινωνία και τη ζωή γενικώς. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου και άλλοι θεωρούν εαυτούς αδικημένους και διεκδικούν όσα περισσότερα μπορούν χωρίς την αυτογνωσία να καταλάβουν όταν η δική τους συμπεριφορά αδικεί τον διπλανό. Ετσι, επιβεβαιώνεται η καχυποψία του καθενός. Προφανώς γενικολογώ, αλλά η ευκολία με την οποία όποιος βρίσκεται σε θέση να ταλαιπωρήσει τους συμπολίτες του για να προωθήσει δικά του συμφέροντα δεν διστάζει να το κάνει, δείχνει πόσο διαδεδομένη είναι αυτή η νοοτροπία.

Σε τέτοιες δυναμικές βασίζεται η πολιτική αντιπαράθεση σήμερα – στην οργή και στη δίψα για εκδίκηση. Οι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούν τη Νέα Δημοκρατία για ψευδείς υποσχέσεις (για λαϊκισμό, με άλλα λόγια), για ακροδεξιές πρακτικές και, την ίδια ώρα, νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις. Εκφράζουν πίκρα ότι αδίκως έχασαν την εξουσία, ζητούν εκδίκηση. Αυτό αντανακλά την οργή που οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας εξέφραζαν εναντίον της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ επειδή η κυβέρνηση Σαμαρά αναγκάστηκε να κηρύξει πρόωρες εκλογές όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλα κόμματα δεν στήριζαν την πρότασή της για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αποδείχθηκε ότι οι οπαδοί της Ν.Δ. είχαν κάθε λόγο να καταγγείλουν τις υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ ως κάλπικες, την επιλεκτική αφέλεια της πολιτικής του και τον κυνικό τρόπο με τον οποίο κυβέρνησε σε συνεργασία με κόμμα της εθνικιστικής Δεξιάς. Κοινό σημείο είναι ότι και οι δύο καταγγέλλουν την άδικη συμπεριφορά της άλλης πλευράς. Οχι μόνο επειδή η ηγεσία, τα στελέχη και τα μέλη το πιστεύουν, αλλά και επειδή αυτά έχουν απήχηση στους οπαδούς.

Ο κύκλος της οργής τρέφεται συνεχώς. Οταν οι οπαδοί –πολιτικής παράταξης, ποδοσφαιρικής ομάδας, κ.ά.– έχουν προγραμματιστεί να θεωρούν το παιχνίδι στημένο, δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια, δεν έχουν εμπιστοσύνη σε κανέναν πέρα απ’ αυτόν που περιμένουν να ικανοποιήσει την ανάγκη τους για προστασία και προνόμια. Η συνθήκη αυτή δεν είναι μόνιμη· όπως είδαμε στην κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, κρατάει όσο ο «προστάτης» είναι ισχυρός. Αυτός είναι άλλος ένας λόγος που τα κόμματα τηρούν σκληρή στάση: η διάθεση συναίνεσης με αντίπαλο ισοδυναμεί με ομολογία αδυναμίας, με παραδοχή ότι ούτε το κόμμα διαθέτει μονοπώλιο σε σοφία, καλοσύνη και δύναμη, ούτε ότι τα άλλα εκπροσωπούν τη φαυλότητα και το απόλυτο κακό. Το ζήτημα είναι υπαρξιακό: ή το κόμμα είναι αλάνθαστο ή κινδυνεύει να χάσει τους οπαδούς του. Είναι αποκαρδιωτικό ότι κόμματα που εκφράζουν διαφορετική νοοτροπία εξαφανίζονται. Ομως, υπάρχουν άνθρωποι στην πολιτική και στην κοινωνία που θα μπορούσαν να συμπεριφερθούν στους ψηφοφόρους σαν να είναι ενήλικες. Η ανάδειξη αυτών θα βοηθούσε να αλλάξουν κάποια στιγμή οι όροι μιας πολιτικής αντιπαράθεσης που σήμερα εθίζει την κοινωνία στο δηλητήριο.