Γιάννης Μεϊμάρογλου
Τα Νέα, 11/03/2020

«Στο θέμα των ταυτοτήτων» – είπε σε μια πολιτική ομιλία του μερικά χρόνια αργότερα ο Κώστας Σημίτης – «δεν κρινόταν το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Κρινόταν πρωτίστως το ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο». Αποδείχτηκε από τα πράγματα ότι είχε απόλυτο δίκιο. Αυτό είναι το μόνιμο διακύβευμα σε κάθε σύγκρουση με την Εκκλησία, έστω κι αν φαινομενικά παίρνει δογματική-ιδεολογική μορφή. Η ήττα εκείνη της Ιεράς Συνόδου και του προκαθήμενου της εποχής, σ’ ένα θέμα «ζωής και θανάτου» για τη θρησκεία όπως είχε παρουσιαστεί, κάθε άλλο παρά οδήγησε την Εκκλησία σε μια προσπάθεια να αποδεχθεί τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο της κοινωνίας, να συμβαδίσει με τις κατακτήσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα και την επιστημονική έρευνα.

Το δίλημμα που θέτει ουσιαστικά η ΔΙΣ και σήμερα στους «πιστούς» πολίτες της χώρας είναι κατά πόσο η Ελλάδα είναι κοσμικό ή θεοκρατικό κράτος. Κι αν τότε έπαιρνε περισσότερο ταυτοτικό χαρακτήρα, σήμερα το δίλημμα συνδέεται με το κρίσιμο θέμα της δημόσιας υγείας. Η Εκκλησία φέρεται αποφασισμένη να τραβήξει το θέμα αυτό ως το τέλος καλώντας στην πράξη τους πιστούς να προτιμήσουν να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους – και τη ζωή των γύρω τους – στο όνομα της υπόσχεσης για μια «άλλη», καλύτερη ζωή.

Στον επικίνδυνο αυτό δρόμο, ο παράλογος θρησκευτικός φανατισμός βρίσκει πρόθυμους συμπαραστάτες. Όλους εκείνους που φορώντας επιστημονικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές και κυρίως πολιτικές μάσκες συμβάλλουν στην σύγχυση και την αμάθεια που βασιλεύει – και βολεύει – όσους βιοπορίζονται εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση αυτή. Όσους καλλιεργούν το έδαφος για την ανάπτυξη ενός νέου σκοταδισμού. Και φυσικά, όσο η κοινωνία θα τους ακούει και θα τους επιβραβεύει με διάφορους τρόπους, θα συνεχίζουν το «θεάρεστο» έργο τους.

Εδώ ακριβώς είναι η δεύτερη μεγάλη προσφορά του Κώστα Σημίτη. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση του μεγάλου πολιτικού κόστους που ανελάμβανε συγκρουόμενος με την Εκκλησία για τις ταυτότητες, νιώθοντας την τεράστια πίεση των συλλαλητηρίων με τα λάβαρα της Αγίας Λαύρας και την «ιερή» αντιπολίτευση με τους Καραμανλήδες να συνωστίζονται στις ουρές για να υπογράψουν, έμεινε όρθιος και πιστός στην πεποίθησή του ότι την χώρα πρέπει να την κυβερνάει η εκλεγμένη κυβέρνησή της.

Η προστασία της δημόσιας υγείας είναι από τα κρισιμότερα, αν όχι το πλέον κρίσιμο ζήτημα στην πορεία μιας διακυβέρνησης. Δεν επιτρέπεται, στο όνομα καμιάς ιδεοληψίας ή θρησκοληψίας και κυρίως κανενός πολιτικού κόστους να περάσει η ανθρώπινη ζωή σε δεύτερη μοίρα. Οι απόψεις της επιστημονικής κοινότητας για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού και τα σχετικά μέτρα που λαμβάνονται, όσο σκληρά κι αν είναι, πρέπει να γίνονται σεβαστά και να εφαρμόζονται από όλους τους οργανισμούς και τους πολίτες ανεξαιρέτως. Η αυστηρή εφαρμογή τους ωστόσο είναι αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη της κυβέρνησης και κανενός άλλου.