Εφημερίδα Η Αξία
28 Ιανουαρίου 2012

Το μείζον πρόβλημα προσαρμογής της πολιτικής τάξης στις νέες ανάγκες και στα νέα δεδομένα ανέδειξε η διακομματική υποταγή των βουλευτών στα συντεχνιακά συμφέροντα.

Τα τραγελαφικά γεγονότα που συνέβησαν στη Βουλή κατά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών επιβεβαιώνουν με τον χειρότερο τρόπο ότι η υπάρχουσα πολιτική τάξη δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος και το βάθος της κρίσης. Δεν καταλαβαίνει ότι η απειλή της άτακτης χρεοκοπίας είναι υπαρκτή. Συνεχίζει να λειτουργεί ως φορέας εξυπηρέτησης συντεχνιακών συμφερόντων. Προσκολλάται στο μικρό και το εφήμερο και αγνοεί το μακροπρόθεσμο, αδιαφορώντας εν τέλει για τα τραγικά αδιέξοδα της χώρας και της οικονομίας.

Το βέβαιο είναι ότι το σημερινό πολιτικό σύστημα όχι μόνο είναι υπεύθυνο για την οξεία οικονομική κρίση, αλλά στην πραγματικότητα δεν νοιάζεται για την αντιμετώπισή της. Αναγκάστηκε να ψηφίσει το Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο και άλλα νομοσχέδια χωρίς να τα πιστεύει και χωρίς να ενδιαφέρεται για την υλοποίησή τους.

Ζώντας στο μικρόκοσμό της, η πολιτική τάξη αγωνιά μόνο για το μέλλον της. Συνειδητοποιώντας μάλιστα την απαξίωση και την απόρριψή της από την πλειονότητα σχεδόν των πολιτών, επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη διασφάλιση και διατήρηση των προκλητικών της προνομίων, στην αναπαραγωγή των πελατειακών σχέσεων, και στην υπεράσπιση συντεχνιακών συμφερόντων επιμέρους επαγγελματικών κατηγοριών. Έχει εμποτιστεί από τις λογικές του συντεχνιακού και πελατειακού κράτους που η ίδια εξέθρεψε και συντηρεί. Παραβλέποντας εντέχνως ότι η εξυπηρέτηση των συντεχνιακών αιτημάτων δεν συνάδει με το δημόσιο συμφέρον, το οποίο έχει εκλεγεί να υπηρετεί, υποτάσσεται στις συντεχνίες, ακυρώνοντας στην ουσία την αποστολή της.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, για το οποίο συμφώνησαν και τα δύο μεγάλα κόμματα. Έχει τεθεί πολλές φορές στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και αποτελεί ένα από τα κύρια σημεία αιχμής των υποχρεώσεων και των δεσμεύσεων που έχουμε αναλάβει ως χώρα έναντι των εταίρων και δανειστών μας. Μάλιστα για το θέμα αυτό η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου είχε εκτεθεί εγκαλούμενη για ασάφειες, ημίμετρα και για τερτίπια που στην ουσία δεν άνοιξαν τα κλειστά επαγγέλματα.

Κι όμως κάθε φορά που τίθεται το συγκεκριμένο ζήτημα σε ψηφοφορία στη Βουλή, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των πολιτών κρύβονται, ή καταψηφίζουν, επικαλούμενοι διαδικαστικά ζητήματα, μεθοδολογικές προσεγγίσεις κ.λπ., ξεχνώντας ότι οι ίδιοι και τα κόμματά τους έχουν συμφωνήσει τις προωθούμενες αλλαγές.

Αντίστοιχο παράδειγμα είναι και η αναβλητικότητα στο ζήτημα της κατάργησης των άχρηστων δημόσιων οργανισμών. Ένα ζήτημα μείζονος σημασίας που συνδέεται με τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες πρέπει να προχωρήσουν στην ελληνική δημόσια διοίκηση, προκειμένου να καταστεί σύγχρονη, παραγωγική και αποτελεσματική. Αλήθεια πώς θα μειωθούν οι κρατικές δαπάνες αν συνεχίσουμε να συντηρούμε απολιθωμένες κρατικές δομές; Πώς θα επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος;

Δυστυχώς, είναι παράδοξο η πολιτική τάξη να αγωνίζεται για τη διατήρηση των κεκτημένων ενός αναχρονιστικού και αντιπαραγωγικού μοντέλου, χωρίς να δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα. Είναι προκλητικό να επικεντρώνει τη δημόσια συζήτηση, στην υπεράσπιση των συντεχνιακών συμφερόντων, στα κεκτημένα των δημοσίων υπαλλήλων, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο φλέγοντα ζητήματα όπως το εφιαλτικό πρόβλημα της ανεργίας, την πρωτοφανή κατάρρευση της αγοράς κ.λπ.. Είναι τέλος οξύμωρο να εκφράζει μια όψιμη αντιμνημονιακή υστερία, αδιαφορώντας για την αξιοπιστία και αφερεγγυότητα που αποπνέουν τέτοιες επιλογές.

Αποδεικνύεται έτσι για άλλη μια φορά πως η σημερινή πολιτική τάξη, ως πολιτική έκφραση ενός άκρατου λαϊκισμού, δεν πίστεψε και δεν πιστεύει στις διαρθρωτικές αλλαγές, στη δημοσιονομική εξυγίανση, στις αλλαγές στο κράτος και τη δημόσια διοίκηση, στις μεταρρυθμίσεις, που θα συμβάλλουν στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, στον εκσυγχρονισμό της χώρας και στην εναρμόνισή της με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Το ανησυχητικό είναι ότι αυτή η πολιτική τάξη καλείται να στηρίξει το εγχείρημα Παπαδήμου, τη στιγμή που είναι εμφανές ότι βρίσκεται σε αποκλίνουσα τροχιά απ’ αυτό. Αποτέλεσμα, τα προβλήματα ασυνεννοησίας, συνοχής και αναποτελεσματικότητας που αντί να υποχωρούν, διογκώνονται.

Το καίριο ερώτημα που προκύπτει είναι αν θα μπορέσει η κυβέρνηση Παπαδήμου να υπερβεί τις δυστοκίες, τους λαϊκισμούς, τις συντεχνιακές εμμονές και τις μικροπολιτικές προσεγγίσεις των κομμάτων που τη στηρίζουν.

Η απάντηση, αυτονόητη: Όσο τα κόμματα που τη στηρίζουν παραμένουν προσηλωμένα στις στρατηγικές τους επιδιώξεις, όσο ασχολούνται με «μίκρο» αγνοώντας τα «μάκρο», όσο είναι έρμαια των συντεχνιακών συμφερόντων, τόσο το εγχείρημα Παπαδήμου θα απομειώνεται και ο ίδιος θα χάνει έδαφος.

Δεν είναι καθόλου τυχαία η σημαντική υποχώρηση της αποδοχής του στην κοινή γνώμη, η οποία καταγράφεται στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Η κοινή γνώμη με τα αρχικά μεγάλα ποσοστά αποδοχής που του έδωσε, τού άναψε το πράσινο φως, προκειμένου να προχωρήσει τις εκκρεμότητες και να δώσει νέα ώθηση στην προσπάθεια της χώρας να αποφύγει την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Ωστόσο, οι πολιτικές δυνάμεις που τον στηρίζουν λειτούργησαν ως βαρίδια, ευνουχίζοντας την αρχική δυναμική του. Ο Λουκάς Παπαδήμος μπήκε στο κάδρο της αλλόκοτης, αντιφατικής και ανερμάτιστης τρι-κομματικής συνύπαρξης και κινδυνεύει να γίνει μέρος του προβλήματος.

Η περίοδος που διανύουμε είναι μεταβατική. Το παλιό έχει πεθάνει, χωρίς όμως να έχει αναδειχθεί το νέο, όπως έλεγε κι ο μεγάλος Ιταλός διανοητής.

Οι πολίτες γνωρίζουν καλά ότι η υπάρχουσα πολιτική τάξη αντικειμενικά δεν μπορεί να είναι ο φορέας που θα χαράξει και θα περπατήσει νέους δρόμους. Ταυτιζόμενη με την οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα -είτε για λόγους ψηφοθηρικούς, είτε γιατί φοβάται ότι οι αλλαγές θα συμπαρασύρουν και την ίδια- και προσκολλημένη στα συντεχνιακά της συμφέροντα, γίνεται τροχοπέδη για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις και αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα.

Οι μάχες που δίνουν οι εκπρόσωποι της πολιτικής τάξης είναι μάχες οπισθοφυλακών, τη στιγμή που η χώρα και η κοινωνία έχει ανάγκη από μια εμπροσθοβαρή στρατηγική. Η στρατηγική αυτή παραμένει το μεγάλο ζητούμενο και οι υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν να είναι φορείς μιας τέτοιας στρατηγικής.