Εφημερίδα Η Αξία
19 Οκτωβρίου 2013

Η ρευστότητα που επικρατεί στο πολιτικό σκηνικό αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο τη μεταβατική περίοδο που διανύουμε. Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει τις μελλοντικές εξελίξεις ούτε να κάνει ασφαλείς προβλέψεις ως προς τις προοπτικές και την ανθεκτικότητα του δικομματικού κυβερνητικού σχήματος.

Οι δυστοκίες που έχουν εμφανιστεί ανάμεσα στους εταίρους κάθε άλλο παρά αμελητέες είναι. Φαίνεται πλέον καθαρά ότι η συνύπαρξή τους είναι επισφαλής. Και οι δύο ακολουθούν εσκεμμένα αποκλίνουσες τροχιές, μολονότι γνωρίζουν ότι η τακτική τους επιδεινώνει περαιτέρω τα προβλήματα που έχουν. Έτσι κι αλλιώς, από την αρχή αντιμετώπιζαν τη συνεργασία τους ως επιβαλλόμενη από τα πράγματα πολιτική παρένθεση.

Η Νέα Δημοκρατία, αρνούμενη να υιοθετήσει ένα κοινό προγραμματικό πλαίσιο παλινδρομεί σε προγενέστερες θέσεις της και σε λογικές αυτοδύναμης κυβέρνησης. Διαπιστώνοντας ότι έχει κάποια δημοσκοπική ανάκαμψη, οξύνει την αντιπαράθεσή της με τον ΣΥΡΙΖΑ. Επενδύοντας στην πόλωση, υιοθετεί έναν περισσότερο συντηρητικό λόγο, προσδοκώντας να προσελκύσει ξανά τους ψηφοφόρους της Ακροδεξιάς, που άλλοτε αποτελούσαν ένα τμήμα της κομματικής της βάσης.

Την μέθοδο της αναστροφής ακολουθεί και ως προς τα γενικότερα πολιτικά ζητήματα. Για παράδειγμα, προσπαθεί να παρακάμψει τις απαιτήσεις των πιστωτών, επιλέγοντας τον δρόμο της πολιτικής διαπραγμάτευσης. Αντιλαμβανόμενη τις δυσκολίες που καλείται να διαχειριστεί στο άμεσο μέλλον, η ηγεσία της κυβερνώσας Νέας Δημοκρατίας αφήνει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο των πρόωρων εκλογών.

Οι νέες προσεγγίσεις και η πρόσφατη ρητορική της Νέας Δημοκρατίας περισσότερο εδράζονται στην ανάγκη να διευρύνει το εκλογικό της ακροατήριο, παρά στη διασφάλιση όλων εκείνων των πολιτικών προϋποθέσεων που είναι απαραίτητες, προκειμένου να διαχειριστεί με αποτελεσματικότερο τρόπο τις δημοσιονομικές και χρηματοδοτικές δυστοκίες.

Η στρατηγική ανατοποθέτησή της δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στον κυβερνητικό της εταίρο, το ΠΑΣΟΚ, το οποίο βλέποντας τη δημοσκοπική του καθίζηση εντείνει τη διαφοροποίησή του έναντι καίριων κυβερνητικών επιλογών. Πιστεύει πως έτσι θα αυτοπροστατευθεί και θα αποφύγει τον κίνδυνο του πολιτικού ευνουχισμού. Στην πραγματικότητα όμως αποδεικνύει πως στερείται στοιχειώδους προσανατολισμού και βρίσκεται εντός και εκτός κυβέρνησης. Άλλωστε, οι ενστάσεις του για μια σειρά κυβερνητικές αποφάσεις είναι αποσπασματικές και υπαγορεύονται από στενά κομματικά κριτήρια. Ρέπουν σε λαϊκισμούς και πελατειακές πολιτικές και σίγουρα δεν συνιστούν διακριτή πολιτική ατζέντα.

Το ΠΑΣΟΚ, ευρισκόμενο σε διαρκή υπαρξιακή κρίση, αδυνατεί να θεμελιώσει μια νέα στρατηγική. Εμφανίζεται μάλλον αμήχανο, αποσβολωμένο και ανήμπορο να ανακάμψει, κάνοντας τις αναγκαίες αναπροσαρμογές στην πολιτική του, αλλά και στην εικόνα του. Ακόμη και ο αρχηγός του αδυνατεί να αξιοποιήσει το προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει, το οποίο απομειώνεται από τα ίδια τα στελέχη του.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της βαθιάς κρίσης του είναι και η αδυναμία του να χαράξει μια σταθερή γραμμή πλεύσης, ακόμη και σε τρέχοντα πολιτικά ζητήματα. Η «Πρωτοβουλία των 58» για την ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς, αντιμετωπίστηκε από την πλειονότητα των στελεχών του με σκεπτικισμό έως και άρνηση, ενώ την ίδια στιγμή διάφοροι λαλίστατοι εκπρόσωποι του βαθέος ΠΑΣΟΚ και του νεοπαπανδρεϊσμού λειτουργούν ως τροχοπέδη στην προσπάθεια επανεκκίνησής του.

Στην ουσία η χώρα σήμερα διαθέτει μια κατ’ επίφασιν δικομματική κυβέρνηση συνεργασίας. Όλες οι καίριες πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην του αδύναμου κυβερνητικού εταίρου. Η περιβόητη προγραμματική συμφωνία έχει καταντήσει το πιο σύντομο ανέκδοτο. Διαρκώς εξαγγέλλεται, χωρίς ποτέ να γίνεται πράξη. Οι συνεχείς επικλήσεις σ’ αυτήν της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ μένουν ατελέσφορες.

Τις κυβερνητικές αναταράξεις και παλινδρομήσεις δεν φαίνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, να καρπώνεται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε όλες σχεδόν τις δημοσκοπήσεις εμφανίζεται περιχαρακωμένο στις δυνάμεις του. Η τακτική της όξυνση στην οποία έχει παγιδευτεί δεν είναι η κατάλληλη συνταγή, προκειμένου να κεφαλαιοποιήσει την εύλογη αντίδραση μιας μερίδας ψηφοφόρων για την κυβερνητική πολιτική. Εξάλλου, η κυβερνησιμότητα δεν διασφαλίζεται μόνο με την αποδόμηση του αντιπάλου ούτε με συγκρουσιακές τακτικές.

Η αδυναμία του να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα δεν του επιτρέπει να εμφανιστεί ως ήρεμη και αξιόπιστη δύναμη σταθερότητας και πραγματισμού. Οι ανεδαφικές του θέσεις, οι απολυτότητες της αντιμνημονιακής του στρατηγικής δημιουργούν προσκόμματα στη διαμόρφωση σχέσεων εμπιστοσύνης με τις δυνάμεις εκείνες που προσβλέπουν σε μια εναλλακτική φερέγγυα πρόταση.

Ως νέος πόλος του δικομματισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διαχειριστεί καίρια πολιτικά ζητήματα. Ο καταγγελτικός λόγος, οι ανέξοδες υποσχέσεις, οι μονομέρειες και αυταρέσκειες της πολιτικής του δεν τον βοηθούν να θεμελιώσει μια νέα στρατηγική πρόταση για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο με δεδομένη την έλλειψη συμμαχιών. Η διακήρυξή του περί κυβέρνησης της Αριστεράς δεν συνιστά πειστική απάντηση. Και πολύ περισσότερο δεν μπορούν να εκληφθούν ως σοβαρές οι ερωτοτροπίες του με το λαϊκίστικο και εθνικόφρον σχήμα των ΑΝΕΛ.

Τέλος σε κατάσταση αμηχανίας και σύγχυσης βρίσκεται το κόμμα του κ. Κουβέλη. Η «Πρωτοβουλία των 58» ανέδειξε σε όλο το μεγαλείο τους τις αντιφάσεις και τις αντινομίες της ΔΗΜΑΡ. Ο μεγαλεπήβολος στόχος της να αποτελέσει τον τρίτο πόλο προσκρούει στον οπορτουνισμό και στον κομφορμισμό της.

Μολονότι βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή, το υπάρχον πολιτικό σκηνικό συνεχίζει να είναι έρμαιο των δομικών του προβλημάτων. Η ρευστότητα που το χαρακτηρίζει τα επιτείνει, προοιωνιζόμενη πολιτικές περιπέτειες. Άλλωστε, είναι φανερό πως οι κομματικές ηγεσίες δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στοιχειωδώς στα δεδομένα και τις προκλήσεις της νέας περιόδου. Και πώς να το κάνουν, τη στιγμή που παραμένουν προσκολλημένες στα πολιτικά εργαλεία και τις ξεπερασμένες μεθόδους του παρελθόντος.