Ευάγγελος Βενιζέλος
Τα Νέα, 20/03/2021

Η έρευνα με τίτλο «Πανδημία και κοινωνική συνοχή» που διεξήγαγε η Metron Analysis για λογαριασμό του Κύκλου Ιδεών δεν είναι μια έρευνα τετριμμένη. Δεν μας ενδιέφερε η κομματική προτίμηση ούτε η δημοφιλία των πολιτικών προσώπων. Μας ενδιέφερε να δούμε τις βαθύτερες τάσεις της κοινής γνώμης, τις νοοτροπίες που διαμορφώνονται μετά από έναν και πλέον χρόνο πανδημίας, τον εγκλεισμό, τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας, την επιβολή της «κοινωνικής αποστασιοποίησης», την αλλαγή του ανθρωπολογικού παραδείγματος. Όλο αυτό συνιστά αφενός μεν μια μεγάλη – ψυχική πρωτίστως – επιβάρυνση για τους πολίτες, αφετέρου δε μία τεράστια δοκιμασία για το κράτος και την αποτελεσματικότητά του.

Η έρευνα καταγράφει τις θετικές απαντήσεις της κοινής γνώμης για το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και το ΕΣΥ. Το αντιεμβολιαστικό κίνημα είτε δεν συγκροτήθηκε καν, είτε ηττήθηκε. Η εμπιστοσύνη στα εμβόλια (πριν προκύψει διεθνώς το τελευταίο ζήτημα με το εμβόλιο της AstraZeneca ) είναι πολύ υψηλή, συνοδεύεται όμως από επιφυλακτικότητα για τη διαχείριση του θέματος από την ΕΕ. Αξιοσημείωτη είναι και η κριτική στάση για την επικοινωνιακή επίδοση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων. Δεν μπορεί ο πολίτης να παρακολουθήσει πολύ εύκολα τον σχετικισμό και τη διαψευσιμότητα στον χώρο της επιστήμης, την αγωνία της όταν πειραματίζεται, δοκιμάζει, διαψεύδεται, ξαναδοκιμάζει. Είχε συνηθίσει σε ένα ιατρικό μοντέλο που του έδινε μια γενικώς παραδεκτή λύση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι απαντήσεις σε ερωτήσεις για τη στάση της Εκκλησίας. Ελπίζω ότι η διοικούσα Εκκλησία θα μελετήσει την έρευνα και θα αντιληφθεί πόσο μικρό ποσοστό αποδοχής έχουν οι επίσημες απόψεις της. Μικρό είναι και το ποσοστό αυτών που αποδέχονται τη θεολογικά διατυπωμένη θέση της Εκκλησίας για το αν μπορεί να μεταδοθεί ο ιός με τη μετάληψη. Η Εκκλησία το θέτει προφανώς ως ζήτημα πίστης και όχι ορθολογικής συζήτησης μεταξύ επιστημόνων και πολιτικών, οι πολίτες όμως που αποτελούν το εν δυνάμει πλήρωμα της Εκκλησίας απαντούν στην έρευνα.

Η έρευνα δείχνει να υπάρχουν δύο όψεις του ελληνικού λαού και της ελληνικής κοινωνίας. Υπάρχει μια «ρητορική όψη», η οποία μας δίνει την εντύπωση ότι είναι ριζοσπαστική, λιγότερο συμβατική, περισσότερο ριψοκίνδυνη, έντονα ατίθαση και απείθαρχη. Όμως υπάρχει πάντα, ιδίως στις δύσκολες συνθήκες, μια άλλη, πιο «πρακτική όψη» της κοινωνίας, προσαρμόσιμη, με ισχυρό ένστικτο επιβίωσης. Μια όψη που γνωρίζει τα όρια της πραγματικότητας και χειρίζεται καινοφανείς προκλήσεις. Αυτή η διχοτόμηση νομίζω ότι είναι ένα κόκκινο νήμα που διαπερνά την ελληνική ιστορία. Όχι μόνο τη φάση της πανδημίας, αλλά και πολλές προηγούμενες δύσκολες φάσεις.

Επίσης είναι προφανές ότι υπάρχει ένα πρόβλημα με τις νέες ηλικίες που υποεκπροσωπούνται πολιτικά. Δεν νιώθουν ότι εκφράζονται από τα κόμματα και τις συμπεριφορές των θεσμών. Αυτό είναι ίσως το πολιτικά κρισιμότερο εύρημα.

Η κυβέρνηση ενώ ξεκινάει από μία ευρύτατη αποδοχή για τη διαχείριση της πρώτης φάσης, τώρα βλέπει η αποδοχή των χειρισμών της να κινείται σε μία περιοχή λίγο πάνω από το 50%. Θα μπορούσε ο «πρακτικός» ελληνικός λαός στον οποίο αναφέρθηκα, που έχει επιδείξει και υπομονή και προσαρμοστικότητα, παρά την πίεση την οικονομική και την ψυχική, να λειτουργήσει εκτός πολιτικών συμβάσεων, συναινετικά. Θα έπρεπε να έχει διαμορφωθεί ένα θεσμικό πλαίσιο που παράγει συναίνεση. Δεν εννοώ ένα πλαίσιο «συγκυβέρνησης» ή ακύρωσης των διακεκριμένων θεσμικών ρόλων κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Θα μπορούσε και θα έπρεπε – ακόμα και τώρα υπάρχει περιθώριο – η κυβέρνηση να «επιβάλλει» την συμμετοχή της αντιπολίτευση στις διαδικασίες απάντησης στα μεγάλα διλήμματα που συνεπάγεται σε όλες τις χώρες η διαχείριση της κρίσης, ώστε και θεσμικά να φαίνεται ότι δεν λειτουργεί η κλασική, συμβατική αντιπαλότητα. Ότι ως προς την πανδημία δεν λειτουργεί ο πολιτικός αταβισμός, αλλά ότι διαχειριζόμαστε την κατάσταση με τη λογική του «πολεμικού συμβουλίου» που είχε συγκροτήσει ο Τσώρτσιλ κατά τη διάρκεια του Β? Παγκοσμίου Πολέμου με τη συμμετοχή και της αντιπολίτευσης. Το πεδίο της δημοκρατικής αντιπαράθεσης δεν περιορίζεται. Υπάρχουν πολλά αλλά θέματα που το τροφοδοτούν. Άλλωστε το τέλος της πανδημίας δεν είναι το τέλος της κρίσης. Το τέλος της πανδημίας σημαίνει ότι θα δοκιμαστούμε όλοι- κοινωνία, πολιτικό σύστημα, οικονομία- υπό «κανονικές» συνθήκες. Κανονικές δεν σημαίνει εύκολες.

Η έρευνα στέλνει μηνύματα σε όλους. Στην ίδια την κοινωνία, στην κυβέρνηση, στα κόμματα της αντιπολίτευσης, στην Εκκλησία, στο ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, στην Επιτροπή Eμπειρογνωμόνων. Η κοινή γνώμη αντιδρά όταν δεν της παρουσιάζεται το πλήρες περίγραμμα, όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι όλα θα είναι εύκολα, γρήγορα, απλά, και στη συνέχεια αυτό μετατίθεται χρονικά ή και διαψεύδεται. Δεν θέλει να της συμπεριφέρονται κατά έναν τρόπο ο οποίος δεν είναι παιδικός, το παιδικό έχει μια αθωότητα, αλλά είναι μερικές φορές παιδαριώδης, πράγμα άκρως ενοχλητικό.

Είναι εύλογη η αγωνία μήπως μονιμοποιηθούν περιορισμοί θεμελιωδών δικαιωμάτων που επιβλήθηκαν λόγω της πανδημίας. Η εκτίμηση μου είναι ότι δεν θα μονιμοποιηθούν περιορισμοί που επιβλήθηκαν προσωρινά και με βάση τα κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες διαθέτουν εθνικούς και διεθνείς μηχανισμούς επιστημονικής, κοινωνική και δικαστικής επαγρύπνησης. Θα διεκδικήσουν όμως τη «μονιμοποίηση» τους πολλές επιπτώσεις της πανδημίας στις εργασιακές σχέσεις. Κυρίως δε οι επιπτώσεις στις κοινωνικές συμπεριφορές και γενικότερα στις ανθρώπινες σχέσεις.

Η απάντηση στις βαθύτερες προκλήσεις της πανδημίας δεν αρκεί να είναι «τεχνικά» νέα. Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, όλα όσα κάνει με επιτυχία και ταχύτητα το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, δεν αρκούν ως συνολικός σχεδιασμός της επόμενης φάσης. Είναι το αναγκαίο και αυτονόητο στοιχείο. Είναι η τεχνική του προϋπόθεση. Αλλά το όραμά μας για το μέλλον πρέπει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Συμπεριληπτικό ώστε να διασφαλίζεται η κοινωνική συνοχή, φιλόδοξο αλλά τεκμηριωμένο και ρεαλιστικό, εγερτήριο αλλά όχι δημαγωγικό, εναρμονισμένο με τους κοινούς ευρωπαϊκούς στόχους αλλά και με πλήρη συνείδηση της ανάγκης να αγωνιστούμε για να ανακόψουμε ή να καλύψουμε νέες ενδοευρωπαϊκές ανισότητες.

_________________________
* Η έρευνα παρουσιάστηκε σε διαδικτυακή εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στις 10.3.2021. Η πλήρης παρουσίαση της έρευνας είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Κύκλου Ιδεών (ekyklos.gr)