Athens Voice
6 Αυγούστου 2021

Το ρεπερτόριο εξαρτάται συνήθως από τις συνθήκες, τις τάσεις και τις ανάγκες κάθε εποχής. Και βέβαια από την ανταπόκριση του κοινού. Αν θιασάρχες και πρωταγωνιστές είναι καλοί, προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των καιρών και αλλάζουν ρεπερτόριο. Άλλωστε, το πλεονέκτημα αυτό τους προσδίδει πόντους. Τους επιτρέπει να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.

Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στην πολιτική σκηνή. Οι συμμετέχοντες δεν τραβούν το ενδιαφέρον των πολιτών όταν επαναλαμβάνουν το ίδιο έργο. Κουράζουν τους ακροατές τους. Ό,τι κι αν σκαρφιστούν, από τη στιγμή που ανακυκλώνουν χιλιοειπωμένα πράγματα, εύλογα η πλατεία αδιαφορεί. Αν δε επιχειρήσουν τη διασκευή, με μαθηματική ακρίβεια θα αποτύχουν.

Επιπλέον, εκτίθενται για κάτι που δεν μπορούν να είναι και να ενσαρκώσουν. Και πολύ περισσότερο κινδυνεύουν να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους αδυναμίες. Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο, όταν στην απόπειρά τους να φανούν επίκαιροι καταπιάνονται με θέματα που δεν γνωρίζουν. Υιοθετούν γενικόλογη φρασεολογία κενή περιεχομένου για να δείξουν ότι δήθεν εκφράζουν την εποχή.

Ο τόπος κατά καιρούς ανέδειξε και σήμερα διαθέτει αξιόλογες ηγεσίες και προσωπικότητες σε όλο το κομματικό φάσμα. Εξάλλου, σ’ αυτές οφείλεται η ανάπτυξη και η ευημερία του. Ούτε είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα μέσα από αμφιταλαντεύσεις και πισωγυρίσματα ανήκει πλέον στον πυρήνα των προηγμένων χωρών.

Ωστόσο, ένα αξιοσημείωτο τμήμα του πολιτικού προσωπικού ανέκαθεν βρίσκεται σε διάσταση με τις προτεραιότητες της κάθε περιόδου. Είτε γιατί δεν έχει τις προϋποθέσεις να ανταποκριθεί. Είτε διότι υποκύπτει στην ψηφοθηρική και μικροπολιτική πρακτική. Ουσιαστικά, δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και να εναρμονιστεί με αυτές. Επιλέγει τον δρόμο της ήσσονος προσπάθειας, αδιαφορώντας για τις μεγάλες εκκρεμότητες, εθνικές οικονομικές και κοινωνικές. Εξ ου και διαρκώς κινείται στην τροχιά του τι θέλει και όχι του τι πρέπει να κάνει. Η συγκεκριμένη διαπίστωση αφορά τους πάντες. Και συμπολιτευόμενους και αντιπολιτευόμενους. Το πολιτικό τους ρεπερτόριο, αν και εν πολλοίς διαφέρει παρουσιάζει ένα κοινό χαρακτηριστικό: Ακολουθεί νόρμες του παρελθόντος.

Η φιλελεύθερη ατζέντα του Κυριάκου Μητσοτάκη, κάθε άλλο παρά γοητεύει τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας – ακόμη και πολλούς υπουργούς. Απλώς την αποδέχονται ως αναγκαίο κακό, μιας και τους διασφαλίζει κυβερνητική επιβίωση. Καίριες επιλογές νοθεύονται εξ αρχής. Ή επιχειρείται η λείανση και το στρογγύλεμα, με τελικό αποτέλεσμα τον συγκερασμό και τον μέσο όρο. Το παρατηρούμε σε μια σειρά ζωτικών θεμάτων. Το καταδεικνύουν οι άτολμες μεταρρυθμίσεις, οι ισορροπίες στην αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης. Το ίδιο και οι αμφιταλαντεύσεις στα ευαίσθητα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής.

Παράλληλα, η διάσταση του πρωθυπουργικού λόγου με τον λόγο των περισσότερων υπουργών είναι εμφανής. Απόδειξη, σημαντικές αποφάσεις, όπως εκείνη της συνδρομής του ιδιωτικού τομέα για τη σύντομη διεκπεραίωση των συντάξεων. Η πλειονότητα των κυβερνητικών αξιωματούχων αποφεύγει να τη στηρίξει, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στις συντεχνίες του Δημοσίου.

Τις ξεπερασμένες συνταγές του παρελθόντος ακολουθεί με συνέπεια και η αντιπολίτευση, χωρίς να μπορεί να συγκινήσει ούτε καν το εκλογικό της ακροατήριο. Η δημοσκοπική υποχώρησή της το επιβεβαιώνει. Η εφ’ όλης της ύλης καταγγελτική της ρητορική δεν πείθει. Το πολιτικό άγχος των ηγεσιών του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ να αμφισβητήσουν και να αποδομήσουν το κυβερνητικό έργο τις ωθεί σε έναν ανεπίκαιρο λόγο, με έντονη οσμή ναφθαλίνης.

Φανερή είναι η αδυναμία τους να ασκήσουν αποτελεσματική και σύγχρονη αντιπολίτευση. Έτσι εξηγείται και το ότι δεν εισπράττουν το παραμικρό από τη φθορά των κυβερνώντων. Ο καμβάς που διάλεξαν, αντί να εξυπηρετεί τα σχέδιά τους, βοηθά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι αιτιάσεις εναντίον του αποδεικνύονται άσφαιρες.

Η πλειονότητα των συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων εξακολουθεί να πολιτεύεται με τις νόρμες του παρελθόντος. Αυτή τους η επιμονή απομειώνει ευκαιρίες και δυνατότητες. Το χειρότερο, αναπαράγει ένα πολιτικό ρεπερτόριο ξεπερασμένο και ακατάλληλο. Οι διακομματικοί φορμαλισμοί και η διαχρονική σκουριά δεν συνιστούν σύγχρονο και ελκυστικό λόγο. Αντιθέτως, επιτείνουν την κρίση εμπιστοσύνης, καλλιεργούν αμφιβολίες, παρεμποδίζοντας την επικοινωνία με ένα ευρύτερο κοινωνικό ακροατήριο.