Νίκος Κωνσταντάρας
Η Καθημερινή, 05/05/2020

Η πανδημία μάς αναγκάζει να καταπιαστούμε με σοβαρά ζητήματα που ίσως να μην μας απασχολούσαν πριν. Ενα από αυτά είναι εάν ο φόβος θα μας αλλάξει. Θα μας φέρει πιο κοντά ή θα οδηγήσει σε απομόνωση και κατακερματισμό; Η ερώτηση ισχύει και για τις ατομικές σχέσεις και για όλη την ανθρωπότητα. Θα είμαστε πιο κοντά ο ένας στον άλλον, γνωρίζοντας πόσο ευάλωτοι είμαστε μοναχοί, ή θα γίνουμε ακόμη πιο καχύποπτοι, φοβούμενοι ότι ο διπλανός μας μπορεί να μας μεταδώσει τον θανατηφόρο ιό ή ότι θα εκμεταλλευθεί τη συγκυρία εις βάρος μας;

Ολα θα εξαρτηθούν από το πόσο γρήγορα θα τιθασευθεί ο ιός. Εάν οι επιστήμονες, οι οποίοι συνεργάζονται με πρωτοφανή ένταση, βρουν θεραπεία και εμβόλιο πριν υποστούν σοβαρότατες πληγές η οικονομία και η κοινωνία, οι περισσότεροι ίσως να επιστρέψουμε στη ζωή που γνωρίζαμε – με πολλές απώλειες μεν, αλλά σε θέση να συνεχίσουμε όσα διέκοψε η πανδημία. Οσο όμως διαρκεί η απειλή και η οικονομική κρίση βαθαίνει, τόσο θα αλλάξουν όλα – οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, η σχέση ατόμου – κοινωνίας, οι σχέσεις μεταξύ κρατών.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, είδαμε ότι η πρώτη αντίδραση των χωρών ήταν να περιχαρακωθούν πίσω από εθνικά σύνορα, πριν καταλάβουν την ανάγκη και την ευθύνη τους για τη συνεργασία. Επιτυχημένη διεθνής προσπάθεια για τον έλεγχο του νέου ιού θα συμβάλλει στη συνείδηση των πολιτών ότι η διακρατική συνεργασία μπορεί να λύσει τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Αυτό θα συνέβαλε σε περαιτέρω συνεργασία, στη θέσπιση νέων μηχανισμών διεθνούς διακυβέρνησης, στην ενίσχυση των υπαρκτών θεσμών. Η επιλογή του δρόμου της λογικής, όμως, δεν είναι δεδομένη.

Η προσπάθεια του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είναι σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση: επιμένει να καταγγέλλει την Κίνα ως υπεύθυνη για την εξάπλωση του ιού και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για ολιγωρία. Ενώ και η Κίνα και ο ΠΟΥ οφείλουν εξηγήσεις, η λύση του προβλήματος δεν βρίσκεται στον αποπροσανατολισμό των Αμερικανών ψηφοφόρων, αλλά στην εντατικοποίηση των προσπαθειών να περιοριστεί η εξάπλωση του ιού και στην ενίσχυση της παγκόσμιας οικονομίας. Ενας εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας σήμερα θα προκαλούσε περαιτέρω ζημίες όχι μόνο στην Κίνα, αλλά και στις ΗΠΑ και στην παγκόσμια οικονομία.

Εδώ ακριβώς φαίνεται η χρησιμότητα της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Μετά τις πρώτες, ενστικτώδεις και ατυχείς κινήσεις, η Ενωση στηρίζει και συντονίζει την προσπάθεια των χωρών-μελών να ελέγξουν την εξάπλωση του ιού και να ξεπεράσουν τα άμεσα προβλήματα στην οικονομία και στην κοινωνία.

Επίσης, συμβάλλει και στη χρηματοδότηση των ερευνών για θεραπεία και εμβόλιο. Παρά τα πρώτα στραβοπατήματα, παρά την έντονη συζήτηση για το εάν θα χρηματοδοτηθεί η στήριξη των πληγωμένων χωρών με κοινό χρέος, είναι φανερό ότι η συμμετοχή στην Ε.Ε. ενισχύει κάθε χώρα-μέλος. Ομως, εάν η κρίση διαρκέσει πολύ και εκατομμύρια άνθρωποι βρεθούν χωρίς εργασία, χωρίς προοπτικές για μεγάλο διάστημα, οι επιπτώσεις στην κοινωνία και στην πολιτική θα είναι καταστροφικές. Αυτό θα πλήξει και τις έννοιες της συναίνεσης και της συνεργασίας, ενισχύοντας φυγόκεντρες τάσεις.

Οσο επικίνδυνη θα ήταν η αποτυχία της Ε.Ε. να δείξει ότι συμβάλλει στην προστασία των πολιτών και στη βελτίωση των προοπτικών του καθενός, τόσο χρήσιμη θα ήταν η επιτυχία της. Οταν οι ΗΠΑ και η Κίνα βρίσκονται σε αντιπαλότητα, μόνο μια ισχυρή Ε.Ε. θα μπορεί να κρατήσει κάποια ισορροπία, αποτρέποντας την περαιτέρω διάλυση των δομών συνεργασίας.

Οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες μπορεί να μην φαίνονται ικανοί να διαχειριστούν την ιστορική πρόκληση, αλλά έχουν επίγνωση του μεγέθους του κινδύνου. Εάν οι πολίτες των χωρών-μελών καταλάβουν πως οι πρωτοβουλίες της Ε.Ε. έχουν άμεσες επιπτώσεις στις δικές τους προοπτικές, τότε οι εθνικοί ηγέτες θα αισθάνονται την πίεση να στηρίξουν τις συλλογικές προσπάθειες της Ε.Ε. Αυτό αφορά εσωτερικά ζητήματα αλλά και τις διεθνείς πρωτοβουλίες της Ενωσης. Επειδή κάθε κυβέρνηση λειτουργεί με κριτήριο τη γνώμη των ψηφοφόρων, μην περιμένουμε θαύματα από τις ηγεσίες εάν οι πολίτες δεν είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο όχι μόνο να υπάρχουν πολιτικοί (στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση) που επιδιώκουν το καλό του λαού τους, αλλά και η δημόσια συζήτηση να διεξάγεται πάνω στα πραγματικά προβλήματα και με αξιόπιστες προτάσεις. Αυτό ισχύει στην Ελλάδα και στην Ιταλία όσο και στη Γερμανία και στη Γαλλία: ό,τι είναι καλό για τους πολίτες των χωρών-μελών είναι καλό για την Ενωση, ό,τι είναι καλό για την Ενωση είναι καλό για τους πολίτες της.

Βρισκόμαστε σε μια στιγμή όπου η συμβολή του πολίτη, του πολιτικού και της πολιτικής της Ε.Ε. είναι απαραίτητη και εξίσου σημαντική. Χωρίς τη στήριξη και την πίεση του πολίτη, οι κυβερνήσεις δεν θα τολμούν να στηρίξουν την Ε.Ε. όσο πρέπει χωρίς την πολιτική που πείθει τους πολίτες, η Ε.Ε. θα στερείται τη στήριξή τους. Αυτή είναι η δημοκρατία: δύσκολη, αλλά μόνη διέξοδος.