Τάσος Γιαννίτσης
Η Καθημερινή, 04/05/2020

Η σημερινή κρίση έχει τουλάχιστον πέντε μεγάλες διαφορές από την κρίση του 2008-09. Πρώτον, έχει χιλιάδες θανάτους. Δεύτερον, θα έχει πλήξει το ηθικό, τις προσδοκίες και τις βεβαιότητες τεράστιου αριθμού ανθρώπων. Τρίτον, από πολιτική σκοπιά, ιδιαίτερα εκεί όπου η αντιμετώπιση της πανδημίας ήταν αποτυχία, θα προκαλέσει ανατροπές, όχι αναγκαστικά πολιτικές. Τέταρτον, ίσως βοηθήσει για μια αλλαγή του μείγματος πολιτικής υπέρ της αντιμετώπισης συλλογικών απειλών. Πέμπτον, τα μεγέθη της τωρινής ύφεσης και της ανεργίας θα είναι πολύ σημαντικότερα και ταυτόχρονα σε πολλές χώρες. Το 2008-2009 ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης της Ε.Ε.-28 και των ΗΠΑ ήταν μεν αρνητικός (-3,1% και -1,8%, αντίστοιχα), αλλά μόνο για μία χρονιά.

Όλοι γνωρίζουμε ότι περάσαμε μια σκληρή δεκαετία. Θεωρούμε ότι ξεπεράσαμε την κρίση; Αυτό που πράγματι ξεπεράσαμε ήταν ότι αντί να βλέπουμε κατηφόρα, βρεθήκαμε στο κάτω τμήμα της και αρχίσαμε να βλέπουμε ελαφρά βελτίωση. Σήμερα, σε σχέση με το 2008, το ΑΕΠ της χώρας είναι 22% χαμηλότερα, το ποσοστό ανεργίας υπερδιπλάσιο περίπου (16,5% έναντι 7,2% το 2008), το δημόσιο χρέος προς το ΑΕΠ 175% –όσο δεν ήταν ποτέ μεταπολεμικά– και οι επενδύσεις ως απόλυτο μέγεθος 60% χαμηλότερα από το 2008-2009. Αυτή είναι η αφετηρία μας για την είσοδο στη σημερινή κρίση.

Το επώδυνο είναι ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη για πρόσθετη χρηματοδότηση. Οι συνήθεις πρωταγωνιστές, στο όνομα της αλληλεγγύης των άλλων, ζητούν, ξανά, χρηματοδότηση, όχι με τη μορφή δανείων, αλλά της μεταφοράς δωρεάν κεφαλαίων. Προφανώς, τα δωρεάν λεφτά είναι προτιμότερα από τα δάνεια. Ομως, χωρίς εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αυτό μπορεί να γίνει σε περιορισμένη μόνον έκταση. Η πίεση για δωρεάν χρηματοδότηση, επαναλαμβανόμενη κάθε λίγα χρόνια, αγνοεί μία βασική παράμετρο: ότι σταθερή μονομερής χρηματοδότηση ή δωρεάν κεφάλαια, με οποιαδήποτε μορφή, είναι ταυτόσημη με την αίτηση για μνημόνια, όρους ή σύμφωνα. Οι τρεις αυτές λέξεις, συχνά, είναι συνώνυμα. Εναλλακτικά, τέτοιες μεταφορές κεφαλαίου αποτελούν συνάρτηση μιας εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δηλαδή κοινών πολιτικών σε πολλά μεγάλα θέματα (π.χ. στην οικονομία, στα εξωτερικά θέματα, στην άμυνα, στην εκπαίδευση και σε πολλά ακόμη). Ποιος στην Ελλάδα –αλλά και σε όλες τις χώρες της Ε.Ε.– θέλει πράγματι κοινή εξωτερική, οικονομική, εκπαιδευτική, κοινωνική ή συνταξιοδοτική πολιτική; Η πρόταση περί ευρωπαϊκής εμβάθυνσης είναι θεωρητικά σωστή, αλλά πολιτικά είναι non-starter – δεν παίζει, γιατί στην πραγματικότητα κανείς δεν την επιθυμεί.

Λόγω της σοβαρότητας της σημερινής κατάστασης, χρηματοδότηση θα υπάρξει. Εν μέρει θα πάρει τη μορφή της μεταφοράς πόρων και, σε μεγαλύτερο βαθμό, τη μορφή δανείων με ευνοϊκούς όρους. Είδαμε ήδη τις πρώτες αποφάσεις, πιστεύω πως θα ακολουθήσουν και άλλες, ανάλογα με την εξέλιξη των προβλημάτων. Μπορεί να είναι ή να θεωρούμε ανεπαρκή τα ποσά. Ομως, για την Ελλάδα, η στήριξη αυτή θα είναι ένα σημαντικό κέρδος, που θα εξαρτηθεί και από το μείγμα δανείων και δωρεάν κεφαλαίων και τους όρους τους. Από τις καλύτερες λύσεις που έχουν διατυπωθεί, θα ήταν μια σοβαρή αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού για τη χρηματοδότηση πρόσθετων επενδύσεων στις χώρες-μέλη. Ως προς το ευρωομόλογο ή άλλα ανάλογα σχήματα, στον βαθμό που μια βαθύτερη ολοκλήρωση δεν είναι εφικτή, οι χώρες που θα μπορούν να στηρίξουν τους πιο αδύναμους θα προτιμούν να τους μεταφέρουν ευθέως (ή μέσω ειδικών σχημάτων) πόρους, παρά να γίνουν συνεγγυήτριες, όταν οι τελευταίες βρίσκονται μονίμως στα πρόθυρα της διαπίστωσης ότι το χρέος τους δεν είναι βιώσιμο.

Σε εμάς, ακόμη και αν δεν πάρουμε ούτε ένα ευρώ ως δάνειο, στο μέτρο που η ύφεση θα κινηθεί γύρω στο 10%, η σχέση χρέους/ΑΕΠ θα εκτιναχθεί από το 175% στο 195%. Επίσης, οι δημόσιες δαπάνες για στήριξη της οικονομίας εκτιμάται ότι θα είναι τουλάχιστον 3,5% με 5%. Σε αυτά προστίθενται και τυχόν δάνεια που θα πάρουμε από ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ετσι, η σχέση χρέους/ΑΕΠ στην πραγματικότητα θα προσεγγίσει ή και θα ξεπεράσει το 200%. Με τέτοιο χρέος, η ανάγκη για διαγραφή τμήματός του θα προκύψει αναπόφευκτα. Είναι προφανές ότι κάνουμε ήδη αίτηση εισόδου στο τούνελ για νέο «κούρεμα» χρέους, και μαζί με αυτό ό,τι το συνοδεύει. Υφεση και χρέος μάς φέρνουν ενώπιος ενωπίω. Θέτουν το θεμελιακό ερώτημα: θα κάνουμε τα ίδια; Αν ναι, θα φτάσουμε στα ίδια, άρα σε χειρότερα. Αν όχι, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καλύτερο.

Η κρίση δεν τελειώνει με τον κορωνοϊό. Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μέσα σε μιαν άλλη, δισδιάστατη, κρίση. Η πρώτη είναι η κλιματική αλλαγή, στην πορεία της οποίας θα αντιμετωπίζουμε όλο και πιο σύνθετα προβλήματα, όπου θα εναλλάσσονται το απρόβλεπτο και το πρωτόγνωρο, με τις ανάγκες χρηματοδότησης να είναι πολύ μεγαλύτερες. Σήμερα ήδη, χρειαζόμαστε νέες μορφές επενδύσεων σε τεχνολογίες και υποδομές, νέες πολιτικές προστασίας των άνεργων και ευάλωτων πληθυσμιακών τμημάτων, πολιτικές άμβλυνσης δύσκολων καταστάσεων (φωτιές, πλημμύρες, έντονα καιρικά φαινόμενα κ.ά.), νέες διαδικασίες μεταφοράς γνώσεων και κριτικής σκέψης στους νέους.

Η δεύτερη είναι η περιοδική οπισθοδρόμηση της χώρας, συνεπεία των προβλημάτων που ανακύπτουν, και, σε μεγάλο βαθμό, και λόγω των επιλογών μας στο παρελθόν. Οι λογαριασμοί πληρώνονται, έστω και καθυστερημένα. Οι επιλογές μας δεν οδήγησαν απλώς σε δέκα χρόνια κρίση. Είχαν ως αποτέλεσμα να έχει χάσει η χώρα σημαντικότατους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της πολιτικής, ιδιαίτερα σε συνθήκες απρόβλεπτων δυσκολιών. Εχουμε τελειοποιήσει το κυνήγι μαγισσών. Δαιμονοποιούμε τράπεζες, την Ευρώπη, τμήματα της κοινωνίας μας, και, παράλληλα, κάνουμε ό,τι φανταστεί κανείς για να βρεθούμε άοπλοι σε δύσκολες στιγμές και να καταλήξουμε ξανά σε δανειστές, σε συνεχείς εκχωρήσεις διαφόρων μορφών ή στην αποδοχή οικονομικών και πολιτικών όρων, που είναι ο κανόνας στις σχέσεις δανειστών δανειζόμενων.

Μέσα από την πανδημία αναδείχθηκε έντονα το θέμα του κράτους. Επιτέλους, σε μια κρατικοδίαιτη κοινωνία, πολλοί πλέον φαίνεται να καταλαβαίνουν ότι η σημασία του κράτους είναι κάτι διαφορετικό από το να μοιράζει λεφτά ή ρουσφέτια. Ομως τι κράτος χρειάζεται; Το παλιό που χρεοκόπησε το 2009; Αυτό που ακολούθησε; Ζητούμενο είναι ένα κράτος με διορατικότητα για το τι χρειάζεται να κάνουμε για το σήμερα και το αύριο της χώρας, ικανό να παράγει πολιτικές που είναι κρίσιμες, να αξιοποιεί τις στιγμές που είναι κρίσιμες, να παλεύει για τη συμπεριληπτική (inclusive) ανάπτυξη, να μπορεί να αντιμετωπίσει τα μεγάλα συλλογικά ρίσκα, να οικοδομήσει μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ εθνικών ικανοτήτων και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και να αντικαταστήσει τη δανειακή μας παγίδευση με μια αναπτυξιακή πολιτική προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα. Στην Ιστορία μας υπήρξαν λίγες στιγμές που καταλάβαμε τη σημασία ενός οργανωμένου και αποτελεσματικού κράτους. Σε ακόμη λιγότερες, μπορέσαμε και το κάναμε πράξη. Φαίνεται ότι μπορεί να ζούμε μία από αυτές.

Αυτά, όμως, είναι προσδοκίες. Εδώ και μεγάλο διάστημα, έχουμε φτάσει να είμαστε αυτό που ο Αλμπέρ Καμύ περιγράφει ως «ευτυχισμένο Σίσυφο». Οπως ο μυθικός Σίσυφος, ζούμε μια μακρόχρονη κυκλική αποσταθεροποίηση μέσα στην οποία προχωρούμε λίγο, αλλά κάθε τόσο ξαναγυρνάμε πίσω, γιατί αδυνατούμε να ξεπεράσουμε τον όγκο των προβλημάτων που οι ίδιοι στη μακρά πορεία μας έχουμε συσσωρεύσει και αρνούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Το χειρότερο: μέχρι τώρα ήμασταν τόσο ικανοποιημένοι με τα λάθη μας, που δεν μας απασχολούσε καν αν κάτι έπρεπε να αλλάξει.

_______________
* Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός.