Capital.gr
31 Μαΐου 2021

Δύση ή Ανατολή; Το μεγάλο και διαχρονικό δίλημμα της Ελλάδας. Αναμφίβολα, δύσκολη απάντηση. Η αμφιθυμία ήταν διαρκής. Ο προσανατολισμός της χώρας προσομοίαζε πάντα με την κίνηση του εκκρεμούς. Η σταθεροποίηση υπήρξε δύσκολο εγχείρημα. Οι αντιτιθέμενες πλευρές τροφοδοτούσαν συνεχώς την αμφιταλάντευση.

Έτσι στην ταυτότητα μας συνυπάρχουν η δυτική και η ανατολική εκδοχή. Η μεταξύ τους σχέση παρέμεινε ετεροβαρής. Άλλοτε κυριαρχούσε η μία και άλλοτε η άλλη. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αντίθεση. Κι αυτό γιατί το πεδίο αναμέτρησης είναι κατ’ εξοχήν πολιτισμικό.

Πάντως, οι σημαντικότερες στιγμές στη διαδρομή της Ελλάδας συνδέονται με τη στροφή στη Δύση. Βέβαια, σχεδόν όλες τους έμειναν ημιτελείς, δεν ολοκληρώθηκαν. Προσέκρουσαν εκτός των άλλων και στις εσωτερικές αντιφάσεις. Και κυρίως στον εμποτισμό του κοινωνικού σώματος από αλληλοσυγκρουόμενες αντιλήψεις και νοοτροπίες.

Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» του Κωνσταντίνου Καραμανλή συμπύκνωνε μια κορυφαία στρατηγική ανατοποθέτηση. Η αξία της υπερβαίνει την ένταξή μας στην ΕΟΚ το 1981. Συνιστά μια ιστορική τομή, η οποία αποσκοπούσε στην οργανική σύνδεσή μας με την Ευρώπη. Χωρίς να έχουν ωριμάσει οι συνθήκες επιχειρήθηκε ένα μεγάλο άλμα προς τα εμπρός. Το σπουδαιότερο, δεν υποτάχθηκε στα φοβικά σύνδρομα, στους αχρείαστους ελληνοκεντρισμούς και τις εθνικές φαντασιώσεις. Η αδιαπραγμάτευτη επιλογή του τότε πρωθυπουργού αποδείχθηκε καταλυτική. Δεν επισφράγισε μόνο την ευρωπαϊκή προοπτική μας, αλλά την επέβαλε και σε άλλους κομματικούς χώρους.

Ο αναπροσανατολισμός του Ανδρέα Παπανδρέου προσέδωσε άλλη διάσταση στη σχέση μας με την Ευρώπη. Η προσαρμοστικότητα που επέδειξε αποκάλυπτε τον πραγματισμό του. Και ταυτόχρονα διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας, στην υιοθέτηση πολιτικών για την άμβλυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις χώρες. Το αποτύπωμά του στα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα είναι ανεκτίμητο. Η αμφισβήτησή του από όσους επικαλούνται προγενέστερες θέσεις, υποκρύπτει υστεροβουλία και μικρότητα.

Αδιαμφισβήτητη ήταν και η συμβολή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ο οποίος βρέθηκε στο τιμόνι της χώρας την κρίσιμη περίοδο μετάβασης από την ΕΟΚ στην Ε.Ε, με κορυφαίο γεγονός τη συμφωνία του Μάαστριχτ.

Η αποτίμηση για να είναι αντικειμενική οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τις διαφορετικές φάσεις του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Άλλη η σημασία της ένταξης στην ΕΟΚ, η οποία μας παρείχε ασφάλεια και δημοκρατική νομιμότητα, γεγονός που οφείλεται στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Και άλλη η σπουδαιότητα της συμμετοχής μας στην ΟΝΕ, με πρωταγωνιστή τον κατεξοχήν ευρωπαϊστή πολιτικό, τον Κώστα Σημίτη.

Η πρώτη περίπτωση ήταν συνυφασμένη με τον διακυβερνητικό χαρακτήρα. Ενώ η δεύτερη -παρά την ασυμμετρία της Ένωσης- διαθέτει στοιχεία εμβάθυνσης. Και τούτο διότι τοποθέτησε την Ελλάδα στον στενό πυρήνα των προηγμένων ευρωπαϊκών κοινωνιών. Εξάλλου, η ποιοτική διαφορά για τη χώρα μας φάνηκε με την είσοδο μας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Και τα δύο επιτεύγματα ωστόσο, δεν παύουν να έχουν τη δική τους ιστορική αξία.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πιστώνεται την ένταξή μας στην ΕΟΚ. Ο Κώστας Σημίτης πιστώνεται τη συμμετοχή μας στην ΟΝΕ.Η υποβάθμιση του ενός ή του άλλου είναι τουλάχιστον απαίδευτη. Ο χειρισμός των ιστορικών αυτών σταθμών, από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, κατά την πρόσφατη ομιλία του στο Ζάππειο ήταν ατυχής, απερίσκεπτος και μονομερής. Ο πρωθυπουργός, τη στιγμή που αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα, καλείται να επιδείξει την απαιτούμενη αντικειμενικότητα. Επομένως, δεν μπορεί παρά να αποστασιοποιείται από τους κομματικούς ανταγωνισμούς, μιας και απευθύνεται στο εθνικό ακροατήριο. Πόσω μάλλον όταν επαγγέλλεται μια νέα πολιτική κουλτούρα, επιδιώκοντας την ανάπλαση της σχέσης του με τον κεντρώο χώρο.

Ο ευρωπαϊσμός δεν προσμετράται με πρόσκαιρα και εφήμερα κριτήρια. Κάτι τέτοιο οδηγεί σε απλουστεύσεις και επιφανειακές προσεγγίσεις. Απεναντίας, κρίνεται με γνώμονα τη στρατηγική τοποθέτηση της Ελλάδας ως προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η προσπάθεια κάποιων να μονοπωλήσουν την προσήλωση στην Ευρώπη, εξυπηρετεί κοντόφθαλμες επιδιώξεις και κομματικές σκοπιμότητες. Άλλωστε σταθεροί υποστηρικτές αυτού του προσανατολισμού, υπήρχαν και υπάρχουν στο ευρύτερο πολιτικό φάσμα. Γιάγκος Πεσμαζόγλου, Ηλίας Ηλιού, Λεωνίδας Κύρκος, Μιχάλης Παπαγιαννάκης και πολλοί άλλοι συνέβαλλαν αποφασιστικά στην επικράτησή του. Ως εκ τούτου το καίριο ερώτημα είναι ποιοι ενσάρκωσαν και ποιοι υπηρέτησαν με τρόπο αυθεντικό τον εξευρωπαϊσμό του τόπου.

Η επέτειος των σαράντα χρόνων από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ δεν προσφέρεται για οικειοποίηση και καπηλεία. Άλλωστε, το ταξίδι μας στην Ευρώπη υπήρξε πάντα δύσκολο και ταραχώδες. Κρίθηκαν και δοκιμάστηκαν και οι πρωταγωνιστές και οι πολιτικές τους.

Αν κάτι χρειάζεται να κάνουμε σήμερα όλοι μας, είναι να αναστοχαστούμε για τη διαδρομή μας. Και πρωτίστως να σταθούμε στην αδυναμία αφομοίωσης της ευρωπαϊκής προοπτικής μας. Η υστέρησή μας είναι προφανής. Το ίδιο και η ερμηνεία της. Οι αιτίες της αποδεικνύονται σύνθετες. Η απόκλισή μας από το κοινοτικό κεκτημένο δεν καλύπτεται από διακηρύξεις οι οποίες δεν έχουν πρακτικό αντίκρυσμα. Η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής στρατηγικής μας παραμένει ζητούμενο. Όπως και το οριστικό τέλος της εθνικής μας αμφιταλάντευσης μεταξύ Δύσης και Ανατολής.