Iefimerida.gr
4 Αυγούστου 2021

Τα υπόγεια ρεύματα τα οποία διαπερνούν το κοινωνικό σώμα μοιάζουν δυσδιάκριτα. Συνήθως είναι θολά και δύσκολα τα ξεχωρίζεις. Μάλιστα δεν χαρακτηρίζονται για τη σταθερότητά τους. Υπόκεινται σε μεταβολές και αναπροσαρμογές. Ουσιαστικά, αποτυπώνουν τις εσωτερικές συγκρούσεις και τους σκληρούς ανταγωνισμούς. Και πρωτίστως, αποκαλύπτουν τη σύμπνοια ή την εναντίωσή τους με τις κυρίαρχες αντιλήψεις. Στην πρώτη περίπτωση λειτουργούν ευεργετικά. Ενώ στη δεύτερη ορθώνουν ισχυρά τείχη. Η θετική και η αρνητική πλευρά των διεργασιών που συντελούνται συνιστούν πολιτισμικούς δείκτες. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε αν κινούνται σε προοδευτική ή σε συντηρητική τροχιά.

Στους περίεργους καιρούς που ζούμε οι αντιθέσεις δεν είναι εύκολα διακριτές. Ούτε απολύτως καθαρές. Άλλοτε συσκοτίζονται από παρωχημένα στερεότυπα. Κι άλλοτε περιπλέκονται με ψευδείς συνειδήσεις και στρεβλούς συναισθηματισμούς. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια διαρκή διαπάλη ανάμεσα στα συμπλέγματα του παρελθόντος και στις σύγχρονες αναζητήσεις. Στην υστέρηση και στην πρόοδο. Στον αναχρονισμό και στον εκσυγχρονισμό. Οι εκφάνσεις τους -ιδεολογικές, πολιτικές- είναι διαχρονικά εμφανείς στην ελληνική κοινωνία. Εδράζονται σε έναν σταθερό πολιτισμικό δυισμό. Όλες οι μεγάλες διαμάχες στο πεδίο αυτό διεξήχθησαν.

Η εξωστρέφεια και ο κοσμοπολιτισμός του Ελευθέριου Βενιζέλου συγκρούστηκαν ανελέητα με την εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό. Σημάδεψαν την πορεία της Ελλάδας. Στη χώρα δημιουργήθηκε ένα πολυδύναμο και ανθεκτικό ρεύμα κόντρα στα φοβικά σύνδρομα και στις νεκρές ιδεολογίες. Οι πολιτικές του σημάνσεις ήταν κατά καιρούς διαφορετικές. Οι δυνάμεις της οπισθοδρομικής Δεξιάς και της αναχρονιστικής Αριστεράς βρέθηκαν στον αντίποδά τους. Δεν αντιτάχθηκαν μόνο σ’ αυτό. Το πολέμησαν και το ενοχοποίησαν.

Προοδευτικοί και συντηρητικοί υπήρξαν και υπάρχουν σε όλους τους χώρους. Η ειδοποιός διαφορά τους έγκειται στο ότι οι μεν πρώτοι έχουν ανοιχτούς ορίζοντες, γόνιμους προβληματισμούς και σύγχρονες αναζητήσεις. Αντιθέτως οι δεύτεροι είναι δέσμιοι αγκυλώσεων και ιδεοληψιών, φαντασιώσεων και ψυχώσεων.

Η μεταξύ τους διάκριση γίνεται περισσότερο από εμφανής, όταν αναζητηθούν οι συγκλίσεις ή οι αποκλίσεις σε καίρια ζητήματα πολιτικής κουλτούρας. Το διαπιστώσαμε στη διαμάχη για την απάλειψη του θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες. Στην αντιπαράθεση για τα μνημόνια, στη σύγκρουση για το Μακεδονικό. Και προσφάτως, στην άρνηση του εμβολιασμού. Όλοι οι αντιδρώντες διακρίνονται για τη θρησκοληψία, τον λαϊκισμό, τον εθνικισμό και τον ανορθολογισμό.

Κοινό είναι το υπόστρωμα εκείνων που αμφισβητούν την εκκοσμίκευση με τους αντιμνημονικούς. Των «ψεκασμένων» με τους ανιστόρητους μακεδονομάχους, αλλά και των συνωμοσιολόγων με τις αντιεπιστημονικές θεωρίες. Οι φορείς των αντιλήψεων αυτών καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, το οποίο καταλύει τους κομματικούς διαχωρισμούς.

Το βέβαιο είναι ότι η οικονομική κρίση συνέβαλε σημαντικά στην πολτοποίηση της πολιτικής. Πάντως, τα υπολείμματά της συντηρεί σε μεγάλο βαθμό η πανδημία. Οι ανεμβολίαστοι, όποιο πρόσχημα κι αν επικαλούνται, δεν παύουν να είναι μια υπολογίσιμη παρουσία. Το δυναμικό τους τμήμα, οι αντιεμβολιαστές, αποτελούν ένα συνονθύλευμα ακροδεξιών, θρησκόληπτων, διαταραγμένων, καθυστερημένων, ιδεοληπτικών και ορισμένων ακροαριστερών που νομίζουν ότι ξιφουλκούν εναντίον του καπιταλισμού.

Αν και με διαφορετικές εκφράσεις, οι αρνητές των εμβολίων δεν συνιστούν καινούργιο φαινόμενο μέσα στο κοινωνικό σώμα. Απεναντίας, είναι η οργανική συνέχεια ενός διαχρονικού ρεύματος με βαθιές πολιτισμικές ρίζες στον ανορθολογισμό. Η απήχησή του κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Τα ποσοστά που συγκεντρώνει στην ευρύτερη κοινή γνώμη το καθιστούν ισχυρό. Η υποτίμησή του αποδεικνύεται επιζήμια. Η κυβερνητική ατολμία τού δίνει αέρα στα πανιά του. Η αντιπολιτευτική ανοχή τού παρέχει κάποιας μορφής νομιμοποίηση.

Με τους αρνητές των εμβολίων δεν παίζεις κρυφτό. Ούτε προσδοκάς πολιτικά οφέλη. Το μέτωπο αντιπαράθεσης με τον ανορθολογισμό και η αμφισβήτησή του επιβάλλουν καθαρές θέσεις και καθαρές επιλογές. Η διαχείριση της υγειονομικής κρίσης δεν επιτυγχάνεται με συγκερασμούς και μέσους όρους. Και πολύ περισσότερο με μισόλογα και νοθευμένες πολιτικές.