Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
4 Μαρτίου 1999

Η υπόθεση Οτσαλάν αποκάλυψε την παθογένεια της πολιτικής μας παιδείας. Υπό το βάρος ενός συναισθηματικά φορτισμένου γεγονότος εγκαινιάστηκε μια δημόσια συζήτηση η οποία υποδεικνύει την ετοιμότητά μας να εγκαταλείψουμε τους στρατηγικούς μας στόχους και να ανανεώσουμε μια πορεία προς τον Τρίτο Κόσμο. Για πολλές μέρες τώρα οι ολολυγμοί έχουν υποκαταστήσει τη νηφάλια ανάλυση. Ας σταθούμε να πάρουμε ανάσα και να σκεφτούμε που πάμε…

Ένας άνθρωπος βασανίζεται στις τουρκικές φυλακές. Αυτό μας πληγώνει βαθιά. Όπως μας πληγώνουν οι δοκιμασίες όλων εκείνων που αγωνίζονται για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ταυτόχρονα, η αντιμετώπιση της υπόθεσης Οτσαλάν πρέπει να καθορίζεται από τις εθνικές προτεραιότητες της χώρας και όχι αντιστρόφως.

Ας εγκαταλείψουμε, λοιπόν, τα κατασκοπευτικά μυθιστορήματα.

Ας ξαναδώσουμε την πρώτη θέση στην πολιτική.

Ας περιθωριοποιήσουμε τις περιπτώσεις των πολιτικών, από όποιο κόμμα κι αν προέρχονται, που παρεμβαίνουν στη σημερινή συζήτηση υπό το πρόσχημα της υπόθεσης Οτσαλάν για να προωθήσουν τις δικές τους προσωπικές και μικροπολιτικές στρατηγικές.

Η υπόθεση Οτσαλάν μας θέτει βέβαια  ενώπιον ορισμένων κρίσιμων ερωτημάτων:

Πώς διασφαλίζεται σήμερα ο δημοκρατικός έλεγχος σε όλο το εύρος του κράτους και των υπηρεσιών του;

Πώς δίδεται προτεραιότητα στη δημοκρατικά εκφρασμένη θέληση της πλειοψηφίας απέναντι σε μειοψηφίες ή ακόμη και μικρές ομάδες προσώπων οι οποίες όμως κατέχουν επίκαιρες θέσεις σε ευαίσθητα συστήματα ασφαλείας;

Η υπόθεση Οτσαλάν διέρρηξε στη συνείδηση της Κοινής Γνώμης τη συνέχεια μιας πορείας προόδου που είχαμε επιτύχει μέχρι τώρα. Τραυματίστηκε το φιλότιμό μας. Πικραθήκαμε βαθιά διότι δεν κατορθώσαμε να προστατεύσουμε έναν άνθρωπο αν και σε κάποια στιγμή αναλάβαμε την ευθύνη της ασφάλειάς του -έστω κι αν αυτό ήταν μείζον λάθος από την άποψη των εθνικών συμφερόντων της χώρας. Αισθανθήκαμε ντροπή όταν έγινε γνωστός ο ερασιτεχνικός τρόπος δράσης πολλών παραγόντων που έπρεπε να δείξουν ένα υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού. Όλα τα έθνη έχουν τέτοιες στιγμές στην ιστορία τους. Με μια διαφορά: Τα μεγάλα έθνη ξέρουν να βγάζουν τα αναγκαία διδάγματα και να προχωράνε θαρραλέα ενώ τα μικρά αποδιοργανώνονται και αφήνονται στη μοίρα τους. Έχουμε δείξει πολλές φορές ότι είμαστε ένα μεγάλο έθνος. Ας το επαναβεβαιώσουμε άλλη μια φορά.

Ποια είναι η πρώτη προτεραιότητα που έχουμε μπροστά μας; Να ολοκληρώσουμε την προσπάθεια που ξεκινήσαμε για να επιτύχουμε πολλούς και σημαντικούς στόχους. Η κοινωνία μας εισήλθε σε μια πορεία ανακατάκτησης των αξιών της  δημιουργικότητας και της επιχειρηματικότητας. Βρισκόμαστε ήδη σε τροχιά ανασυγκρότησης της οικονομίας μας ώστε εργαζόμενοι και επιχειρηματίες να αποκτήσουν και πάλι την αυτοπεποίθηση και την ανταγωνιστικότητα που είναι αναγκαία για την ανάπτυξη. Είμαστε στο τέλος μιας επίπονης διαδικασίας μετάβασης από την περιφέρεια της Ευρώπης προς το κέντρο της, με τη συμμετοχή σε διαδικασίες που θα καταστήσουν την Ελλάδα αναπόσπαστο μέρος των διεθνών διαδικασιών.

Οι αλλαγές αυτές στην κοινωνία μας πραγματοποιούνται σαν αποτέλεσμα της στρατηγικής που πρόβαλε, υπερασπίστηκε, εφάρμοσε ο Κώστας Σημίτης. Μέσα σε αυτή την κίνηση προς τα εμπρός χρειάζεται να ενσωματώσουμε την πίκρα, την τσαντίλα, τη δυσαρέσκεια από την υπόθεση Οτσαλάν. Η πορεία που χαράξαμε μέχρι σήμερα είναι σωστή και πρέπει να την υπερασπιστούμε. Αν δεν φέρουμε σε πέρας με επιτυχία το μεγάλο εγχείρημα Σημίτη τότε μας απειλεί η διεθνής περιθωριοποίηση. Αυτό θα ήταν πραγματική καταστροφή.

Πολλοί, μέσα και έξω από το ΠΑΣΟΚ, αξιοποιούν την υπόθεση Οτσαλάν για να στραφούν εναντίον του εγχειρήματος Σημίτη. Αξιοποιούν τα πραγματικά συναισθήματα του κόσμου για να κρύψουν την απουσία πολιτικής στρατηγικής, την απουσία μιας συγκροτημένης κατεύθυνσης.

Οι κυνικοί πολιτικοί  που παριστάνουν τις “μοιρολογίστρες” του Οτσαλάν δεν μπορούν να δώσουν συνέχεια σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Μπορούν ίσως να το ιδιοποιηθούν για κάποιο διάστημα, μέχρι να το οδηγήσουν στους υφάλους των διεθνών και εσωτερικών περιπλοκών.

Ορισμένοι  βεβαίως παρατηρούν ότι η σχεδόν “μονομανής” προσήλωση στην οικονομία, αποτελεί μια αποδοτική μεν αλλά και ευπαθή μονοκαλλιέργεια. Απουσιάζει η πολιτική παρατηρούν. Η κριτική αυτή είναι εν μέρει ορθή. Δεν θα υποστηρίξω εδώ ότι “σήμερα” η οικονομία συμπυκνώνει τους εθνικούς και πολιτικούς μας στόχους. Ότι χωρίς οικονομική ισχύ, κάθε ιδέα ανεξαρτησίας είναι ουτοπική. Όλα αυτά είναι αυτονόητα για κάποιον  που δεν έχει τις ιδεοληψίες και τις παρωχημένες αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Όπως σωστά επισημάνθηκε η υπόθεση Οτσαλάν σηματοδοτεί την επιστροφή της πολιτικής. Επιστροφή της πολιτικής όμως δεν σημαίνει επιστροφή της πολιτικής ρητορικής. Η πολιτική “γίνεται” δεν “λέγεται”.  Σε μια χώρα όπου ισχύει ακόμη το γνωστό “ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο” αρκούμαστε συχνά στην παραμυθία των πολιτικάντηδων, οι οποίοι δυστυχώς περισσεύουν.

Αν επιστροφή της πολιτικής σημαίνει για κάποιους επιστροφή π.χ. στα λεκτικά και χωρίς ουσία αντιιμπεριαλιστικά πυροτεχνήματα, τότε έστω και τραυματικά είναι καιρός να ωριμάσουμε. Βέβαια, συνήθειες τόσων και τόσων χρόνων, δεν “κόβονται” εύκολα. Ιδίως όταν ο πολιτικός διάλογος στη χώρα, διεξάγεται με μια Αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία για λόγους φτηνού μικροκομματικού οφέλους, έχει μετατραπεί τις τελευταίες ημέρες σε …ΠΕ.ΚΑ.ΚΑ. εσωτερικού! Η υπόθεση Οτσαλάν, οι λανθασμένοι χειρισμοί και τα πολλαπλά λάθη επιβεβαιώνουν την ανάγκη της συνέπειας ανάμεσα σε λόγους και πράξεις.

Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι γυναίκα ολίγον έγκυος δεν μπορεί να υπάρξει. Η πολιτική με μιάμιση γραμμή, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Πέρα από τα αστυνομικά σενάρια, που δεν είναι ποτέ η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα, η μιάμιση γραμμή είναι υπεύθυνη για όσα συνέβησαν.

Συγκεκριμένα, δίπλα στη μια και επίσημη γραμμή “δεν επιθυμούμε να γίνουμε μέρος ή τμήμα του κουρδικού προβλήματος”, κάποιοι επέβαλαν και κάποιοι αποδέχθηκαν και τη μισή γραμμή της ιδιωτικής φιλοξενίας του Οτσαλάν. Ιδιωτικό όμως στην πολιτική δεν υπάρχει.

Όταν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός των ευκαιρολόγων και οι αντιιμπεριαλιστές του Κολωνακίου, επιστρέψουν στα Μπιστρό τους, ο ελληνικός λαός θα ξαναδεί ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο πολιτικό, από την προσπάθεια οικονομικού, οργανωτικού, διοικητικού εκσυγχρονισμού της χώρας!

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο πατριωτισμός στη χώρα είχε ιστορικά δύο εκδοχές. Μία αντιδραστική και φορμαλιστική που αρκούνταν στην υπεράσπιση των συμβόλων (εθνικοφροσύνη) και μια προοδευτική που ως Ελλάδα εννοούσε κυρίως και πάνω από όλα το λαό. Κάποιοι σήμερα επιχειρούν να επαναφέρουν τη φορμαλιστική εθνικοφροσύνη, αδιαφορώντας για τα πεζά… λογιστικά, για τις συνθήκες ζωής του λαού, τελικώς για τον ίδιο το λαό και το μέλλον του!

Γιατί βεβαίως αποτελεσματική και καθαρή ΕΥΠ ή αποτελεσματικό και καθαρό κράτος, σημαίνει απόφαση ρήξης με εκατοντάδες μεταπολιτευτικά κατεστημένα και…σύμβολα.

Η υπόθεση Οτσαλάν μας υπογράμμισε πόσο επείγουσα είναι αυτή η ρήξη.

Υ.Γ. Όταν πια είχαν γραφεί οι παραπάνω σκέψεις, ήρθε μέσω τηλεοράσεων τόσο το άγος από το παραλήρημα της κυρίας γραμματέως του Οτσαλάν, όσο και η δια στόματος Μίκη Θεοδωράκη, κάθαρση!.

Σε αυτή τη χώρα όπου πολλά και πολλοί μας πληγώνουν καθημερινά (και η υπόθεση Οτσαλάν, είναι μια ξεχωριστή πληγή), φωνές όπως αυτή του Μίκη, μας ξανακάνουν υπερήφανους που είμαστε Έλληνες, που είμαστε αριστεροί.

Γνωρίζω ότι η “συνηγορία” Μίκη, μπορεί να εκληφθεί από ορισμένους μικρόψυχους ως σανίδα σωτηρίας στην κυβέρνηση. Όμως γνωρίζω ότι αυτοί είναι ελάχιστοι και κυρίως πολύ μικροί για να συγκριθούν με την ανάταση που μας εμφύτευσε ακόμη μια φορά ο λόγος του Μίκη.

Ως λαός είμαστε, στην αντιφατικότητά μας, τυχεροί να διαθέτουμε τέτοιους ογκόλιθους. Η αλήθεια είναι παντού και πάντοτε επαναστατική, έλεγε ο Αντόνιο Γκράμσι.