Εφημερίδα Πρώτο Θέμα
8 Νοεμβρίου 2020

Αν η πολιτική δεν θεμελιώνεται στο πεδίο της ευθύνης, τότε δεν είναι τίποτα άλλο από μικροπολιτική και ψηφοθηρία. Ο τρόπος που πολιτεύονται τα κόμματα αποκαλύπτει την ταυτότητά τους. Στη δράση και στον λόγο τους καθρεφτίζονται οι πραγματικές τους προθέσεις και επιδιώξεις. Μολονότι τα ζητήματα αυτά βρίσκονται στον πυρήνα των πολιτικών που ενσαρκώνουν, συνήθως δεν αξιολογούνται ούτε αποτιμώνται. Αντιμετωπίζονται επιφανειακά. Θεωρούνται υποδεέστερα και υποτιμούνται.

Έτσι βλέπουμε την αυταρέσκεια να επισκιάζει την επίγνωση. Η δημαγωγία την υπευθυνότητα. Οι αντιπαραθέσεις παρατάξεων και ηγεσιών δεν υπεισέρχονται στα ουσιαστικά προβλήματα. Εξαντλούνται στο ποιος θα κλέψει τις εντυπώσεις. Ή ποιος θα εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες του αντιπάλου. Η βιοεξουσία κερδίζει διαρκώς έδαφος, εκτοπίζοντας τη βιοπολιτική.

Η πλειοδοσία προσδοκιών γίνεται εργαλείο από κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους. Φυσικό επακόλουθο, η ηθική της πεποίθησης να αντιστρατεύεται την ηθική της ευθύνης – για να θυμηθώ τον Μαξ Βέμπερ. Οι μαξιμαλισμοί να αρνούνται τον πραγματισμό. Οι ιδεοληψίες να παραμορφώνουν τις αντικειμενικές συνθήκες. Οι βεβαιότητες να μετατρέπουν το ευκταίο σε εφικτό. Οι αναμονές που καλλιεργούνται στους πολίτες να αγνοούν τις υποκειμενικές δυνατότητες.

Το αποτέλεσμα είναι η πολιτική να εμφανίζεται αναποτελεσματική και ανήμπορη να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας. Αυτοπαγιδεύεται σε ανεδαφικές διακηρύξεις επιτείνοντας την κρίση εμπιστοσύνης. Ταυτίζεται με μαρμαρωμένους μηχανισμούς και απαίδευτες πολιτικές ηγεσίες. Μετατρέπεται σε υπόθεση των τεχνικών της εξουσίας και απογυμνώνεται από συναισθήματα.

Οι υποτιθέμενες αρχές και αξίες αγνοούνται. Πόσω μάλλον οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί και προβληματισμοί. Προκειμένου να εξυπηρετηθούν κομματικοί ανταγωνισμοί, μικροπολιτικές επιδιώξεις και ψηφοθηρικές πρακτικές χρησιμοποιείται το δημαγωγικό όπλο του λαϊκισμού. Ακόμη και φαντασιακές πεποιθήσεις. Περιφρονώντας την ηθική της ευθύνης, εύλογα, η πολιτική και οι διάφοροι εκπρόσωποί της αποξενώνονται από το κοινωνικό σώμα.

Η πανδημία στάθηκε αφορμή το ζήτημα της ευθύνης –ατομικής και κοινωνικής- να βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής. Μια αυταπόδεικτη αξία αμφισβητείται. Μάλιστα, έγινε αντικείμενο οξείας αντιπαράθεσης

Οι αντιπολιτευόμενοι κατηγορούν την κυβέρνηση ότι την επικαλείται για να συγκαλύψει τις ανεπάρκειες, τις δυσλειτουργίες και τις καθυστερήσεις της. Ωστόσο, για άλλη μια φορά παρουσιάζεται δέσμια στρεβλώσεων και ιδεοληπτικών εμμονών. Ακολουθεί τη λογική της παραδοσιακής Αριστεράς, η οποία αποδέσμευε τον πολίτη από την ατομική του ευθύνη. Την υποκαθιστούσε με τη συλλογική, ιδεολογικοποιώντας την. Στην ατομικότητα αντιπαρέβαλε τη συλλογικότητα ως κοινωνικό πρόταγμα. Με αυτή την αντίληψη καθιστούσε αποκλειστικά υπεύθυνους για τα όποια προβλήματα τους εκάστοτε κυβερνώντες. Στην πραγματικότητα, παρείχε κάλυψη σε εκείνους που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο καταφεύγουν σε κάθε είδους παραβατικότητα.

Ακόμη και τώρα που ο κορωνοϊός επελαύνει, η αντιπολίτευση αποφεύγει να κριτικάρει, έστω και στοιχειωδώς πολίτες, των οποίων η συμπεριφορά είναι πασιφανώς αντικοινωνική. Εστιάζει αποκλειστικά στις κυβερνητικές ολιγωρίες. Το χειρότερο, τις αντιπαραβάλει με την απαιτούμενη ατομική ευθύνη. Όμως, με μια τέτοια ετεροβαρή επιλογή ο καταγγελτικός της λόγος στερείται αξιοπιστίας.

Όπως αποδεικνύεται, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ ασκούν πολιτική με κυνικό τρόπο, υποτάσσοντάς τη στην εξυπηρέτηση κομματικών και μόνο συμφερόντων. Επιχειρούν να διευρύνουν την απήχηση και την αποδοχή τους στην κοινή γνώμη, κολακεύοντας και ‘χαϊδεύοντας αυτιά’. Η πρακτική αυτή κάθε άλλο παρά απέχει από το λαϊκίστικο υπόδειγμα «ο καλός λαός και οι κακές ελίτ».

Σε αντιδιαστολή με την Αριστερά, η Δεξιά προτάσσει την ατομικότητα. Αρκεί να θυμηθούμε τη φράση της Μάργκαρετ Θάτσερ «Δεν υπάρχει κοινωνία, παρά μόνο τα άτομα». Παρ’ όλα αυτά θα συνιστούσε αυθαιρεσία να ταυτίσουμε την πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη για την πανδημία με συντηρητικές συνταγές. Η επίκληση της ατομικής ευθύνης είναι σωστή και αναγκαία. Αρκεί να μην χρησιμοποιείται για την κάλυψη κυβερνητικών ολιγωριών. Και τούτο διότι είναι εμφανείς η διαχειριστική ανικανότητα και η πολιτική ανεπάρκεια ορισμένων αρμόδιων υπουργών. Ο πρωθυπουργός κρίνεται και αξιολογείται από τη στιβαρότητα και αποφασιστικότητά του. Πρωτίστως από την ικανότητά του να συνδυάσει την ατομική ευθύνη των πολιτών με εκείνη της κυβέρνησής του, υπερβαίνοντας τον ναρκισσισμό διαφόρων αξιωματούχων της.