Μαρία Κατσουνάκη
Η Καθημερινή, 01/02/2020

«Ο αθλητισμός είναι υγεία, επικοινωνία, διασκέδαση, υπάρχει για να ενώνει όχι για να χωρίζει τους ανθρώπους. Στο κάτω κάτω, ναι, το ποδόσφαιρο είναι σημαντικό, αλλά οι μειωμένοι φόροι, οι περισσότερες δουλειές, τα καλά νοσοκομεία, τα καλά σχολεία είναι πολύ πιο σημαντικά», είπε προχθές στη Βουλή ο πρωθυπουργός. Η συζήτηση μπορεί να ήταν για τη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος – ΗΠΑ, αλλά οι πρόσφατες εξελίξεις στο ελληνικό ποδόσφαιρο συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον. O κ. Μητσοτάκης προσπάθησε να αμβλύνει τις αρνητικές εντυπώσεις που άφησαν οι χειρισμοί της κυβέρνησης στο θέμα. Το γεγονός δηλαδή ότι επέλεξε να αλλάξει τον νόμο για να μην τον εφαρμόσει, μπροστά στην απειλή της «κοινωνικής συνοχής» (ανέφερε η επίσημη ανακοίνωση), επί της ουσίας, όμως, μπροστά στον φόβο της ανεξέλεγκτης και υποκινούμενης βίας των οπαδικών στρατών…

Υπάρχουν, πράγματι, πιο σημαντικά ζητήματα να μας απασχολήσουν. Αλλά, να, που τα λιγότερα σημαντικά «μεταφέρουν» το μήνυμα ότι τα οργανωμένα συμφέροντα είναι αήττητα.

Και ενώ πριν από λίγες ημέρες, ο πρωθυπουργός έδωσε το παράδειγμα της ανεξιθρησκίας με την, κατά κοινή ομολογία, άριστη επιλογή της κ. Αικατερίνης Σακελλαροπούλου στο ύπατο αξίωμα, εξασφαλίζοντας μάλιστα ευρύτατη συναίνεση από το Κοινοβούλιο, αυτήν την εβδομάδα έκανε μια βαθιά υπόκλιση στο πελατειακό κράτος. Από τη μία, μια προεδρική εκλογή που ενίσχυσε την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, αλλά και το κύρος του ίδιου του πρωθυπουργού, και, από την άλλη, μια απόφαση που καταρρακώνει τον αθλητισμό και αντιστρατεύεται βασικές αρχές ενός ευρωπαϊκού κράτους δικαίου.

Και οι αντιφάσεις συνεχίζονται: Από τη μία, ο κ. Μητσοτάκης εξαγγέλλει ένα «συνεκτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων που δεν είχε ποτέ η Ελλάδα», με την κωδική ονομασία «Ελλάδα μπροστά», και από την άλλη, συζητείται σοβαρά η εγκατάσταση πλωτών συνόρων στη θάλασσα για την αντιμετώπιση του προσφυγικού.
Οι συγκρούσεις προθέσεων προκαλούν σύγχυση στην κοινωνία, κλονίζοντας το πιο μετριοπαθές ακροατήριο της Ν.Δ. και δίνοντας επιχειρήματα σε μια, δυσάρεστα αδύναμη, αξιωματική αντιπολίτευση.

Ο πρωθυπουργός μοιάζει να βιώνει μια εσωτερική και πολιτική αντίφαση. Να πατάει σε δυο βάρκες. Από τη μία, να έχει όραμα για τη χώρα και από την άλλη, να πρέπει να πληρώνει το τίμημα σε μια απέθαντη πελατειακή εξουσία. Για πόσο, αυτά, μπορούν να συνυπάρχουν; Γιατί για μια «Ελλάδα μπροστά» είναι μάλλον νάρκες.