Εφημερίδα Πρώτο Θέμα
30 Αυγούστου 2020

Η μετατροπή της πολιτικής σε «αγοραία τρυφή» -για να επικαλεστώ τον Κωνσταντίνο Καβάφη- συνιστά το μεγαλύτερο πρόβλημα για σχεδόν το σύνολο του εγχώριου κομματικού συστήματος. Πρόκειται για πραγματικό ευτελισμό και ευνουχισμό της. Κι αυτό γιατί πυξίδα της είναι η εξυπηρέτηση των εκλογέων, αδιαφορώντας για τα θεμελιώδη ζητήματα της χώρας και της οικονομίας.

Άλλωστε, εκεί εδράζεται το ανθεκτικό πελατειακό σύστημα και η συντεχνιακή οργάνωση της κοινωνίας. Αλλά και η προσήλωση της πλειονότητας της πολιτικής τάξης στο μικρό, το εφήμερο και στο πρόσκαιρο. Αντιμετωπίζοντας τους πολίτες ως πελάτες, έχει ως κύριο μέλημα το προσωπικό και μικροκομματικό της όφελος. Αδιαφορεί για την υλοποίηση μείζονων στρατηγικών στόχων. Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί η παραγωγική, οικονομική και αναπτυξιακή υστέρηση του τόπου;

Αξιοσημείωτο είναι ότι στη σύγχρονη ιστορία όλες οι απόπειρες εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, έμειναν ημιτελείς, προσκρούοντας σε πελατειακές, συντεχνιακές και κοντόφθαλμες συμπεριφορές. Στην πραγματικότητα, οι κυρίαρχες δυνάμεις του λαϊκισμού και του συντηρητισμού -δεξιόστροφου και αριστερόστροφου- στάθηκαν τροχοπέδη στη ζωτική και αναγκαία εθνική ανασύσταση. Προτάσσοντας τη Μικρή Εικόνα, αδιαφόρησαν συνειδητά για τη Μεγάλη.

Έτσι δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος για τη μικροπολιτική. Ουσιαστικά, αναδείχθηκε σε κυρίαρχη συνιστώσα της δημόσιας ζωής. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και σήμερα. Η χρεοκοπία δεν άλλαξε τις επικρατούσες αντιλήψεις. Ούτε η υγειονομική κρίση. Παρά τις μεταβολές που συντελέστηκαν, οι παλιές συνήθειες επηρεάζουν σημαντικά τον πολιτικό ανταγωνισμό. Κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι δεν φαίνεται να έχουν ξεκόψει απ’ αυτές.

Ο λόγος και οι πράξεις τους χαρακτηρίζονται πολλές φορές από μικροπολιτικές προσεγγίσεις. Ο κομματικός τους βίος βρίθει από συμπεριφορές που δεν συνάδουν με τους διακηρυγμένους στόχους τους για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Η αγωνία τους να διατηρήσουν και να διευρύνουν την απήχησή τους και την επιρροή τούς οδηγεί σε αντιφάσεις, αμφιθυμίες και αμφισημίες.

Επιθυμώντας να απευθυνθούν στο ευρύτερο εκλογικό σώμα, αποφεύγουν τις καθαρές θέσεις και λύσεις. Είτε αναφέρονται στα καυτά ζητήματα της οικονομίας. Είτε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ή και στο ακανθώδες πρόβλημα του ασφαλιστικού. Με τη μεζούρα της ψηφοθηρίας περιορίζονται σε γενικόλογες διακηρύξεις, υποστηρίζοντας αντικρουόμενες απόψεις. Αρνούνται τις αυτονόητες και επιβεβλημένες αλλαγές και αναθεωρήσεις, υποκύπτοντας στον φόβο του πολιτικού κόστους. Τα παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά.

Η κυβέρνηση διαχειρίζεται την τουρκική επιθετικότητα, έχοντας το βλέμμα στραμμένο και στα εθνικιστικά αντανακλαστικά μεγάλου τμήματος της κομματικής βάσης της ΝΔ. Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο οξύς λόγος των διάφορων κυβερνητικών αξιωματούχων και κομματικών παραγόντων. Αποτέλεσμα, η αναβίωση της πατριδοκάπηλης ρητορικής. Και το χειρότερο, ο εγκλωβισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη σε επισφαλές και επικίνδυνες επιλογές. Η δε αντιπολίτευση, ανταγωνίζεται την κυβερνητική πολιτική με ποικίλα φληναφήματα. Μάλιστα, διολισθαίνει σε αχρείαστες εθνικές εξάρσεις και μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις.

Η ίδια παθογόνα συμπεριφορά επιδεικνύεται και σε άλλα καίρια θέματα που συνδέονται με τις οικονομικές και αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν το Ταμείο Ανάκαμψης είναι αποκαλυπτικός. Μολονότι οι πρωθυπουργικές προθέσεις κινούνται στο σωστό μήκος κύματος, δεν είναι λίγοι οι υπουργοί και τα στελέχη της συμπολίτευσης που το θεωρούν κρατικό κουμπαρά. Εξ ου και αποστρέφονται τις προτεραιότητες της Επιτροπής Πισσαρίδη. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τους είναι η διασπάθιση πόρων, ακολουθώντας την παγιωμένη αντίληψη για την εξυπηρέτηση των εκλογικών τους περιφερειών. Ωστόσο, όλα θα εξαρτηθούν από το έργο και τις προτάσεις της πενταμελούς επιχειρησιακής ομάδας που συστάθηκε με απόφαση του πρωθυπουργού. Από την άλλη, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ εμφανίζουν και πάλι τον παλιό κακό εαυτό τους. Αντιπολιτεύονται με παρωχημένα όπλα, όχι απλώς την κυβέρνηση, αλλά και την Έκθεση Πισσαρίδη. Ο λόγος τους εκπορεύεται από σκοπιμότητες της μικροπολιτικής. Δεν παύει να είναι αγοραίος, παραπέμποντας σε άλλες εποχές.

Εύκολα διαπιστώνει κάποιος πως η πλειονότητα της πολιτικής τάξης παραμένει εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμό της. Περισσότερο νοιάζεται για τη διαιώνιση της παρουσίας της. Πλειοδοτεί σε πλήθος αιτημάτων, τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούν σχέδιο για την ανάκαμψη του τόπου. Το μόνο που αποδεικνύει είναι οι μικροπολιτικές της ανησυχίες και επιδιώξεις.