Athens Voice
11 Μαρτίου 2021

Αν δεν φοράς παραμορφωτικούς φακούς, εύλογα αναρωτιέσαι τι έχουν απογίνει οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές Δεξιάς-Αριστεράς. Νοηματοδοτούν κάτι ουσιαστικό; Παραμένουν επίκαιρες στην τωρινή εποχή; Ή έχουν καταλυθεί;

Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα κάθε άλλο παρά αυτονόητες είναι. Και το σημαντικότερο οφείλουν να υπερβαίνουν τις ξεπερασμένες βεβαιότητες.

Η αλήθεια είναι ότι στην εγχώρια πολιτική σκηνή η πραγματικότητα είναι σύνθετη. Δεν είναι μονοδιάστατη. Ούτε αρκούν τα παλιά εργαλεία για να την κατανοήσουμε.

Η Δεξιά δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με τη συντήρηση. Όπως και η Αριστερά δεν θεωρείται συνώνυμη της προόδου. Οι προσεγγίσεις αυτές ενέχουν τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε λανθασμένα ή αυθαίρετα συμπεράσματα. Άλλωστε, οι απολυτότητες δεν είναι η κατάλληλη μέθοδος για να ερμηνεύσουμε τις πολιτικές διεργασίες και ανακατατάξεις.

Αναμφίβολα, οι αλλαγές οι οποίες έχουν μεσολαβήσει καθιστούν απαραίτητη την επανεξέταση και αναθεώρηση των παγιωμένων αντιλήψεων και των δογματικών αγκυλώσεων. Έτσι μόνο μπορούμε να αντιληφθούμε πως οι αμετάβλητες αντιστοιχίσεις του παρελθόντος έχουν πάψει να είναι πια σταθερές.

Στην περίοδο της χρεοκοπίας οι ανατροπές που συντελέστηκαν στο πολιτικό σύστημα ήταν τεκτονικές. Τα άλλοτε ισχυρά κόμματα εξουσίας απαξιώθηκαν. Οι υποτιθέμενοι αταίριαστοι πόλοι έγιναν κυβερνητικά ζευγάρια. Οι συντηρητικοί της ΝΔ συγκυβέρνησαν με τους προοδευτικούς του ΠΑΣΟΚ. Η ριζοσπαστική αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας μαζί με την εθνικιστική δεξιά, τους ΑΝΕΛ. Ουσιαστικά επήλθε η πλήρης πολτοποίηση της πολιτικής.

Εξ ου και οι έννοιες πρόοδος-συντήρηση χάθηκαν μέσα στις μυλόπετρες της μνημονιακής και αντιμνημονιακής αντίθεσης. Η σύμπραξη αντίθετων ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων επιβεβαίωσε τις διακριτές, αν και ανομολόγητες, συγγένειες τους. Το κυριότερο, έδειξε ότι και η Δεξιά και η Αριστερά έχουν από δύο ψυχές. Και στις δύο συγκατοικούν προοδευτικές και συντηρητικές δυνάμεις.

Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι ακόμη και σήμερα στις γραμμές τους συνυπάρχουν διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις και φωνές; Ο εθνοκεντρισμός, τα φοβικά σύνδρομα, οι πελατειακές και συντεχνιακές πρακτικές, η μικροπολιτική, συμβιώνουν σε μία ετεροβαρή σχέση με τους φορείς της εξωστρέφειας, του κοσμοπολιτισμού, του ευρωπαϊσμού, του αντικρατισμού και των μεταρρυθμιστικών επαγγελιών.

Από τη μια, στον κομματικό χώρο της ΝΔ στεγάζονται οι σκληροί και εθνικόφρονες δεξιοί, που πρεσβεύουν έναν βαθύ συντηρητισμό μαζί με τους φιλελεύθερους και κεντρώους. Από την άλλη, οι ιδεοληπτικοί και κινηματικοί του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι εκφράζουν μια αναχρονιστική αριστερά, βρίσκονται στο ίδιο κόμμα με εκείνους οι οποίοι έλκονται, έστω και τώρα, από τις ιδέες της Σοσιαλδημοκρατίας.

Και στις δύο περιπτώσεις διαπιστώνουμε ότι οι διαφορές τους είναι έκδηλες. Δεν διαπερνούν μόνο τους κομματικούς τους ιστούς, αλλά και το ίδιο το εκλογικό τους σώμα. Το διαπιστώνουμε με τις θέσεις που κυριαρχούν ως προς τα καίρια ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, της οικονομίας, των θεσμών.

Το βέβαιο είναι ότι η ιδεολογική οπισθοδρόμηση της συντηρητικής δεξιάς και της συντηρητικής αριστεράς, λειτούργησε ως καταλύτης στη διαμόρφωση ενός νέου τοπίου. Έτσι δημιουργήθηκε ζωτικός χώρος για τις δυνάμεις του αποκαλούμενου Πολιτικού Κέντρου ή αλλιώς για την «Τρίτη Πολιτική Τάξη. Πρόκειται για ένα ρεύμα που εκτείνεται και στους δύο παραδοσιακούς πόλους. Το πλεονέκτημα είναι ότι δεν ταυτίζεται με τις ακραίες δυνάμεις τους. Διατηρεί την αυθυπαρξία του. Αλλά και τα δικά του χαρακτηριστικά.

Η μάχη για το Κέντρο, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, είναι διαρκής και απαιτητική. Η έκβασή της θα εξαρτηθεί από την ανθεκτικότητα την οποία θα επιδείξει απέναντι σ’ ένα ισχυρό, διακομματικό συντηρητικό ανάχωμα. Ο ανορθολογισμός, ο λαϊκισμός, ο εθνικισμός αποτελούν βασικές του συντεταγμένες.

Η επαναχάραξη των συνόρων προοδευτικών και συντηρητικών δυνάμεων αναγκαστικά περνάει μέσα από την αναζήτηση διαφορετικών ιδεολογικών και αξιακών φορτίων. Οι ιστορικές διαιρέσεις στον βαθμό που τα ενσαρκώνουν ούτε καταργούνται ούτε αποχρωματίζονται. Απλώς επανακαθορίζουν και επικαιροποιούν την ουσία και τις επιδιώξεις των στρατηγικών τους προτάσεων.