Φώτης Γεωργελές
Athens Voice, 06/05/2020

Ήταν αρχές Μαρτίου όταν από τους φίλους και ανταποκριτές της Voice στις άλλες χώρες άρχισαν να έρχονται τα ανησυχητικά μηνύματα. «Δεν µπορώ να γράψω ό,τι βλέπω, συμβαίνουν φοβερά πράγματα, προσέχετε, δεν είναι αυτό που νομίζουμε».

Σε λίγες μέρες στην Ιταλία πέθαιναν μερικές εκατοντάδες άνθρωποι κάθε 24ωρο. Πήραμε την απόφαση να κλείσουμε. Να συνεχίσουμε στο ίντερνετ, με περισσότερη δουλειά, περισσότερη προσπάθεια, αλλά από τα σπίτια μας. Δεν ξέραμε καν τότε αν γίνεται. Σε λίγες μέρες, σταδιακά, ολόκληρη η χώρα έμπαινε σε καραντίνα. Ξεκινούσε η πιο περίεργη και δραµατική περίοδος για τη ζωή των περισσότερων από μας.

Το πρόβλημα που έχουν οι σωστές πολιτικές επιλογές είναι ότι, κατόπιν, φαίνονται αυτονόητες. Ε, μα βέβαια, θα διακινδυνεύαμε τις ζωές μας; Και όμως δεν ήταν καθόλου προφανές. Όλοι καταλαβαίνουν τι συμβαίνει σε μια χώρα όταν κατεβάσει ρολά. Όσοι δουλεύουν σε ένα μαγαζί, σε μια επιχείρηση, ξέρουν ότι η όποια παύση εργασιών ισοδυναµεί με μισό θάνατο.

Σε μια χώρα που βγαίνει µόλις από μια 10ετή σκληρή, οικονομική κρίση, σε μια χώρα που η οικονομία της βασίζεται στους τομείς που περισσότερο πλήττονται από το lockdown, τον τουρισμό και τα τραπεζάκια έξω, το μέλλον θα είναι πολύ δύσκολο. Και σε λίγους μήνες που το πρόβλημα θα έχει, ελπίζουµε, ξεπεραστεί, κανείς δεν θα θυμάται από τι γλιτώσαμε. Κανείς δεν θα θυμάται τις δραματικές σκηνές από την Ιταλία, την Ισπανία, τη Νέα Υόρκη. Όλοι θα ζητάνε λύση στο επόμενο πρόβλημα, την ύφεση, την ανεργία, τις συνέπειες της καραντίνας.

Ήταν ένα παιχνίδι της μοίρας. Το επώδυνο δίλημμα ετέθη σε μια κυβέρνηση η οποία εξελέγη μετά από χρόνων αδιέξοδους πειραματισμούς, ακριβώς για να επιτύχει την οικονομική ανάπτυξη. Και αυτή την ανάπτυξη αποφάσισε να τη θυσιάσει. Και να αναλάβει το μελλοντικό πολιτικό κόστος γι’ αυτό. Γι’ αυτό όμως είμαστε ζωντανοί. Μερικοί αγνοώντας ακόμα και την ίδια τη σχέση αίτιου-αιτιατού, βαρυγκωμούν ήδη για τις οικονομικές δυσκολίες, τους μισθούς που μειώνονται, τις δουλειές που χάνονται. Όμως αυτή την απόφαση πήραμε και αυτό το κόστος αναλάβαμε. Να σώσουμε τις ζωές των συνανθρώπων μας.

Δεν είναι τόσο απλό το δίλημμα. Και δεν είναι στις κυβερνήσεις των άλλων χωρών μόνο λαϊκιστές, δηµαγωγοί που δεν τολμούν να πάρουν δύσκολες αποφάσεις. Το lockdown έχει οδυνηρές συνέπειες στην ευημερία μιας κοινωνίας και κάποιες κοινωνίες είναι πιο σκληρές με τη ζωή και τον θάνατο. Ευτυχώς, όχι η δικιά μας. Αν ο παγκόσμιος Τύπος γράφει διθυραμβικά άρθρα για την Ελλάδα και μας συγχαίρουν όλοι για την επιτυχή αντιμετώπιση της πανδημίας, δεν είναι μόνο για τους αριθμούς. Πίσω από τις στατιστικές και τα νούμερα κρύβεται μια συλλογική απόφαση που συγκινεί και µιλάει κατευθείαν στην ψυχή της παγκόσμιας κοινότητας.

Εμείς «αποφύγαμε να συνομιλήσουμε με τον θάνατο». Πήραμε μια απόλυτη απόφαση, με κάθε κόστος: Δεν θέλουµε να χάσουµε καμία ζωή. Δεν θέλουμε να ζήσουμε τα διλήμματα των γιατρών του Μπέργκαμο, δεν θέλουμε να αποφασίσουμε ποιες ζωές σώζονται και ποιες θα χαθούν, δεν θέλουμε να ξεχωρίσουμε τις ζωές σε νέους και γέρους, άρρωστους και υγιείς, πλούσιους και φτωχούς, ντόπιους και ξένους, η ζωή δεν μπαίνει σε διλήμματα, θα προσπαθήσουμε να μη χάσουμε κανέναν. Με κάθε θυσία. Αν σώσουμε τη ζωή, τα άλλα όλα θα τα υποστούμε, εδώ είμαστε για να τα ξεπεράσουμε. Άλλοι μπορεί να έχουν ποσοστό ανοχής στον θάνατο, εμείς όχι.

Αυτή η δήλωση, όμως, είναι η ουσία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αυτή η αδιαπραγμάτευτη επιλογή είναι η τελευταία λέξη του σύγχρονου, ώριμου, ανώτερου, παγκόσμιου πολιτισμού. Η ιερότητα της μίας, της κάθε ζωής. Και επειδή αυτή η επιλογή έγινε αυτόµατα, ακαριαία, χωρίς ταλαντεύσεις, από μια μικρή χώρα χρεωκοπημένη που ήδη περνάει δύσκολα με τα προβλήματά της, αλλά δεν δίστασε στιγμή, η παγκόσμια κοινότητα μιλάει για την Ελλάδα με θαυµασμό. Πέρα από την αναγνώριση της επιτυχημένης στρατηγικής, ο υπόρρητος θαυμασμός είναι ακριβώς γι’ αυτή την εντέλει φιλοσοφική επιλογή.

Αυτό το επιτύχαμε, τουλάχιστον μέχρι τώρα, γιατί όχι μόνο η πολιτική ηγεσία, αλλά και η κοινωνία μας ήταν ώριμη για να λύσει αυτό το δίλημμα υπέρ της ζωής. Λένε πως έπαιξε ρόλο ότι αυτή τη φορά ο επαπειλούμενος κίνδυνος ήταν ο θάνατος, ότι αυτή τη φορά η πολιτεία έδειξε ότι το εννοεί και θα εφαρμόσει τα μέτρα. Δεν είναι μόνο όµως η συμμόρφωση στα απαγορευτικά μέτρα και τα μέτρα προφύλαξης. Είναι ολόκληρη η εικόνα της κοινωνικής μας συµπεριφοράς. Έχει γίνει viral στο διαδίκτυο η συμπεριφορά μιας κοπέλας που τη σταµατάνε για έλεγχο και αρχίζει να φωνάζει εν εξάλλω, ξέρεις ποια είµαι εγώ ρε, σιγά μη μου πεις εσύ ρε τι θα κάνω, ψέματα όλα ρε, συνωµοσίες, το βιοτσιπάκι του Μπιλ Γκέιτς κ.λπ. Πριν 10 χρόνια οι περισσότεροι έτσι θα αντιδρούσαν. Τώρα μας ξενίζει αυτή η συμπεριφορά.

Θυμηθείτε τηλεοπτικές εικόνες προηγούμενων δεκαετιών. Κοινωνία σε υστερία, άδειαζε τα σούπερ μάρκετ και αποθήκευε μακαρόνια, φώναζε τρεις οκτάβες πάνω από το κανονικό «πού είναι το κράτος» ακόµα κι όταν πάθαινε λάστιχο στην εθνική οδό. Κακομαθηµένοι, θυματοποιηµένοι, με παντελή άγνοια ακόμα και για την ερμηνεία της ατομικής υπευθυνότητας, της φράσης που μόλις τώρα κατανοήσαμε τη σηµασία της.

Η κοινωνία μας έκανε ένα μεγάλο βήμα προς την ενηλικίωσή της. Δύσκολη και πληρωτέα ακριβά. Έχασε μια δεκαετία ακούγοντας δημαγωγικές υποσχέσεις και φωνάζοντας συνθήματα, αλλά έφτασε σε ένα σημείο που, στην πλειοψηφία της, μπορεί να αντικρίσει τον κόσμο ήρεμα. Να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της χωρίς πανικό. Να προσπαθήσει να επιτύχει έναν στόχο µε εμπιστοσύνη στη δύναμή της αντί με άναρθρες κραυγές που κρύβουν τον φόβο της.

Το έβλεπες στα πρόσωπα όλων αυτό το διάστημα. Στην αρχή της καραντίνας δεν ήταν γνωστή ούτε καν η αντίδραση του νοσηλευτικού και υγειονομικού προσωπικού. Πώς μπορεί να αντιµετωπιστεί ο φόβος; Είναι ανθρώπινη η ταραχή, ο τρόμος µπροστά στον αόρατο θάνατο. Και όµως. Από τους γιατρούς που έσωζαν τις ζωές µας, το νοσηλευτικό προσωπικό που έσφιγγε το χέρι των αρρώστων, μέχρι τις ταμίες των σούπερ μάρκετ, τους κούριερ και όλους τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να κρατήσουν την πόλη ζωντανή, αυτό που έβγαινε αυτό τον καιρό μπροστά στα μάτια µας δεν ήταν μόνο η χωρίς καμία αμφιταλάντευση συνέχιση της δουλειάς τους. Αλλά και η ήρεμη απλότητα. Οι χαμηλοί τόνοι. Η αίσθηση του καθήκοντος. Η στωικότητα, φοβάμαι, έχω παιδιά στο σπίτι, φοβάμαι, έχω τη γριά μάνα µου, αλλά τι να κάνω; Δουλειά μου είναι. Στα ρεπορτάζ των δελτίων ειδήσεων δεν γκρινιάζουν για τα μέτρα που τους «επέβαλλαν», που δυσκόλευαν τη ζωή τους, που μείωναν τους πελάτες στο µισό, που έκαναν τη δουλειά τους επισφαλή. Ήξεραν ότι αυτό δεν τους το «επιβάλλει» κάποιος αλλά η ανάγκη για δικιά τους προστασία και χαμογελώντας προσπαθούσαν να βρουν εφευρετικούς τρόπους. Τι να κάνουμε, αυτό μας έτυχε, θα βρούμε τη λύση. Θα τα καταφέρουμε.

Σε μια χώρα που όλοι μιλάνε σαν να βγάζουν εφηβικούς δεκάρικους στη Βουλή των Εφήβων, η στάση όλων αυτών που ήταν στους δρόμους για όλους εμάς, ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη ότι οι καιροί της υστερίας μοιάζουν παρωχημένοι. Αν είναι αλήθεια, αυτό, η ωριμότητα που έδειξε η πλειοψηφία της κοινωνίας μας μπροστά στην Απειλή του θανάτου, είναι ένα σημάδι ελπίδας για το μέλλον µας. Μπορούµε να επιτύχουμε και το στοίχημα της Ζωής. Άλλες κοινωνίες είναι πιο σκληρές, πιο ανίδεες ακόμα. Η πικρή ενηλικίωσή μας εμάς μας έκανε πιο σοβαρούς, πιο ευαίσθητους, πιο υποψιασμένους, πιο τρυφερούς.