Κώστας Σημίτης
Τα Νέα, 17/04/2020

Οι αποφάσεις του Eurogroup αναφορικά με τη χρηματοδότηση των κρατών-μελών με 540 δισ. ευρώ (για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της επιδημίας του κσρωνοϊού) αποτελούν ένα σημαντικό, αλλά ανεπαρκές, βήμα για την ανάπτυξη και εφαρμογή μιας κοινωνικής πολιτικής από την ένωση. Όπως σωστά επισημάνθηκε από μια διακήρυξη, που εκπονήθηκε από οικονομολόγους που προέρχονταν από επτά ευρωπαϊκές χώρες, ότι «κάθε περιορισμός στην ικανότητα των μεμονωμένων χωρών να καταπολεμήσουν την πανδημία και τις οικονομικές της συνέπειες θα είναι απειλή για τους λαούς των άλλων χωρών. Αυτή η σοβαρή έκτακτη περίσταση θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον κατάλληλο τρόπο, αλλιώς η υγεία και οι ζωές εκατομμυρίων πολιτών θα υποστούν υπαρξιακή απειλή», απαιτείται μια στρατηγική «που θα κάνει ό,τι χρειαστεί».

Η αναγκαία αυτή στρατηγική δεν τονίστηκε με έμφαση από το Eurogroup. Αιτία ήταν οι έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ των κρατών-μελών τους δύο τελευταίους μήνες, που κατέληξαν στη δημιουργία δύο ανατιθέμενων στρατοπέδων. Το ένα αποτελούσαν κυρίως οι χώρες του Βορρά της Ενωσης (που ήταν αντίθετες σε νέες δαπάνες), το άλλο οι χώρες του Νότου, που έχουν υποστεί έως τώρα τις πιο σημαντικές ανθρώπινες απώλειες. Η συμφωνία που επήλθε ήταν αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού που όλοι θεώρησαν αναγκαίο. Ο συμβιβασμός αυτός προσδιορίζει με γενικό τρόπο πώς θα διατεθούν τα 540 δισ. ευρώ. Παραμένει όμως ανοικτό το πλαίσιο που ισχύει.

Κατά μία άποψη, θα πρέπει να δαπανηθούν αποκλειστικά για τη ρύθμιση των οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν λόγω της πανδημίας και όχι για τη βελτίωση των συστημάτων υγείας, τις επιβεβλημένες ενέργειες για την αντιμετώπιση της επιδημίας και την περίθαλψη των ασθενών. Κατά την άποψη αυτή, τα θέματα αυτά δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Ένωσης αλλά των κρατών-μελών που θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν δικούς τους πόρους. Όμως, στην περίπτωση της πανδημίας τα προβλήματα της υγείας των πολιτών και τα κοινωνικά προβλήματα που έχουν προκόψει είναι στενά συνδεδεμένα με τα οικονομικά θέματα και αποτελούν ένα ενιαίο σύμπλεγμα. Είναι γι’ αυτό επιβεβλημένη μια κοινή προσπάθεια, ώστε να ελεγχθούν οι επιπτώσεις της πανδημίας. Είναι επίσης αναγκαίο τα κράτη-μέλη της Ένωσης να αξιοποιούν τους διαθέσιμους πόρους χωρίς να ακολουθούν τις πολύπλοκες διαδικασίες που χαρακτηρίζουν τα άλλα σκιαγράμματα χρηματοδότησης.

Ο συμβιβασμός αυτός, παρά τις ατέλειες και τις ασάφειες της απόφασης, τις υπάρχουσες ακόμη διαφορές που πρέπει να αντιμετωπιστούν, την παραπομπή θεμάτων στο Συμβούλιο της Ένωσης, δεν πρέπει διόλου να υποτιμηθεί. Είναι σαφής η πρόθεση βελτίωσης των κοινωνικών συνθηκών στην Ένωση, η άσκηση πολιτικής με κοινωνικά κριτήρια.

Η Σύνοδος Κορυφής στις 25 Απριλίου θα αποφασίσει την πραγματοποίηση ή όχι ενός Ταμείου Ανάκαμψης, που θα χρηματοδοτηθεί από τον προϋπολογισμό της Ένωσης και θα συμβάλει στην αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας. Κατά τη Γαλλία, την Ιταλία και άλλες χώρες, θα είναι δυνατή η χρηματοδότηση του Ταμείου και με χρηματοπιστωτικά εργαλεία (όπως ομόλογα) ώστε να υπάρξει η δυνατότητα άντλησης πρόσθετων κεφαλαίων από τις αγορές. Την άποψη αυτή απορρίπτουν οι χώρες που ανατίθενται στην αύξηση των δαπανών.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Μπερνάρ Ανρί Λεβί σε μια πρόσφατη συνέντευξή του τόνισε πως «ευτυχώς που υπάρχει η Ευρώπη και η τεράστια οικονομική στήριξη που προέρχεται από ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα». Η πρόοδος εξάλλου προς μια κοινωνική Ευρώπη ανήκει στους στόχους της Ένωσης και άρα η υλοποίηση της βελτίωσης των κοινωνικών συνθηκών με την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού είναι μέσα στα προγραμματικά της καθήκοντα.

Υπενθυμίζω σχετικά ότι από το 2017 η ΕΕ έχει υιοθετήσει τον «ευρωπαϊκό πυλώνα των κοινωνικών δικαιωμάτων» (που καταγράφει τους κύριους στόχους της κοινωνικής της πολιτικής), αναθέτοντας για τη χρηματοδότηση στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο τον κεντρικό ρόλο και συμπληρωματικούς ρόλους στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και στο Ταμείο Συνοχής. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένους στόχους: η βελτίωση της κατάρτισης και της διά βίου μάθησης, η ισότητα των δύο φύλων, η ενεργός στήριξη της απασχόλησης, η χορήγηση αποδοχών που εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές πεδίο διαβίωσης, το υγιεινό και ασφαλές εργασιακό περιβάλλον, η φροντίδα των παιδιών, η στήριξη σε περίπτωση ανεργίας, η υγειονομική περίθαλψη, η χορήγηση σύνταξης σε κάθε ηλικιωμένο άτομο, η φροντίδα για τα άτομα με αναπηρία, η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες για μια κανονική ζωή, όπως οι μεταφορές, η ύδρευση, η ενέργεια.

Στην Ελλάδα, η διαχείριση και διάθεση των πόρων που παρέχονται από όλα αυτά τα ευρωπαϊκά ταμεία πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο μέσω του ΕΣΠA (Εταιρικό Σύμφωνο για το Πλαίσιο Ανάπτυξης). Και το τελευταίο ΕΣΠΑ (2014-2020) μέσω της εφαρμογής των επιμέρους προγραμμάτων του απέφερε θετικά αποτελέσματα. Υπήρξαν πρόοδοι σε πολλούς τομείς.

Οι επιμέρους εξελίξεις, ωστόσο, φαίνεται να μην αναδιαμόρφωσαν τη μεγάλη εικόνα. Για την ακρίβεια, είναι αμφίβολο αν η σύγκλιση των χωρών που υστερούν (προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ένωσης) ήταν ικανοποιητική και άρα αν το όλο σύστημα λειτούργησε αποδοτικά, στον βαθμό που θα έπρεπε.

Μια πρώτη αξιολόγηση δείχνει ότι τα αποτελέσματα διαφέρουν κατά προγράμματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος (Οικονομικό Δελτίο 47, Ιούλιος 2018) σε μια συνολική αποτίμηση το 2017 αναφέρει την ύπαρξη μιας σειράς προβλημάτων που προέκυψαν: α) Κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν εξυπηρετήθηκαν οι επιδιωκόμενοι στόχοι, β) Δεν λειτούργησαν ικανοποιητικά τα ψηφιακά συστήματα που απαιτούνται για τον σχεδίασμά, γ) Δεν ήταν ικανοποιητικό το επίπεδο της διοικητικής και διαχειριστικής ικανότητας των υπευθύνων, δ) Υπήρξε έντονη γραφειοκρατία κατά τον έλεγχο των πράξεων και την πληρωμή των οφειλομένων.

Σε έκθεση της διαΝΕΟσις του 2016 αναφέρεται ότι τα προγράμματα εξασφάλισαν στην ελληνική οικονομία δεκάδες δισεκατομμύρια, αλλά η αξιολόγηση του αποτελέσματος είναι δύσκολη. Κυριαρχεί η εντύπωση ότι «οι σχεδιαστικές στρεβλώσεις και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις εμπόδισαν μια πιο ορθολογική επένδυση των χρημάτων». Οι πελατειακές πρακτικές έπαιξαν σημαντικό ρόλο.

Ενδεικτικό εξάλλου της υστέρησης στην αποτελεσματική εφαρμογή των προγραμμάτων είναι το γεγονός ότι το ποσοστό απορρόφησης των πόρων του ΕΣΠΑ έφθασε (με τα στοιχεία του Μαρτίου 2020) μόλις το 35,20% όσον αφορά τα επιχειρησιακά προγράμματα και το 30,78% στα προγράμματα της αρμοδιότητας των περιφερειών. Περίπου 13 δισ. ευρώ θα πρέπει να απορροφηθούν έως το τέλος της προγραμματικής περιόδου. Η προγραμματική περίοδος λήγει με απόφαση της Ένωσης το 2023 – για προγράμματα που δεν έχουν ολοκληρωθεί έως το 2020. Η αυτόματη αυτή παράταση μάλλον όμως δεν θα επαρκέσει για να ολοκληρωθούν τα έργα και να απορροφηθεί το σύνολο των διατιθεμένων χρημάτων.

Η επιδημία του κορωνοϊού θα επιβαρύνει την αδυναμία τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων στο σύνολο της Ένωσης. Θα υπάρξουν νέες αποφάσεις της Επιτροπής για το τι θα πρέπει να γίνει. Η πλέον ενδεδειγμένη λύση όσον αφορά τα ελληνικά προγράμματα είναι: για το μεν σκέλος του έργου που πραγματοποιήθηκε, να ισχύσουν οι υπάρχοντες κανόνες ελέγχου, για τα δε σκέλη που δεν έχουν εκτελεστεί, να συμφωνηθούν νέα προγράμματα προσαρμοσμένα στις δυνατότητες της χώρας, ώστε να απορροφηθούν τα χρήματα.

Παράλληλα, θα πρέπει να υπάρξει εντατική προσπάθεια από την ελληνική πλευρά για τη δραστική αντιμετώπιση των αδυναμιών που επισημάνθηκαν. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρουσιάζοντας τις πολιτικές κατευθύνσεις της νέας Επιτροπής, τόνισε ότι είναι απαραίτητο να συμβιβαστούν οι οικονομικές και κοινωνικές επιδιώξεις της Ένωσης. Για να επιτευχθεί αυτό, θα εκπονηθεί πρόγραμμα για την πλήρη και συστηματική εφαρμογή του υπάρχοντος πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων που προαναφέρθηκε. Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο θα είναι και πάλι ο φορέας της προσπάθειας αυτής. Θα αυξηθεί επίσης η χρηματοδότησή του. Η Ελλάδα θα έχει την ευκαιρία βελτίωσης της κοινωνικής πολιτικής της.

Η εφαρμογή της νέας ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής προϋποθέτει μια γενικότερη αλλαγή προτεραιοτήτων. Μόνιμος φραγμός στην αύξηση των κοινωνικών δαπανών των κρατών-μελών είναι οι περιορισμοί που επιβάλλονται από την επιδίωξη ενός ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Θα πρέπει όμως να υπάρξουν περισσότεροι πόροι για την κοινωνική πολιτική. Η αύξηση των χρηματοδοτήσεων ωστόσο αποτελεί πρόβλημα. Τα κράτη- μέλη συνήθως ανατίθενται στην αύξηση των δαπανών τους. Παράδειγμα αποτελεί η τρέχουσα συνεννόηση για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Η Αυστρία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Δανία αρνούνται κάθε αύξηση. Η Γαλλία και η Γερμανία, που έχουν αποφασιστικό ρόλο, δεν έχουν ακόμη εκδηλώσει τις προθέσεις τους. Ο αρμόδιός επίτροπος διαπραγματεύεται για να μην υπάρξει μείωση του προϋπολογισμού, ως συνέπεια της αποχώρησης της Μ. Βρετανίας. Είναι γι’ αυτό αμφίβολο εάν θα υπάρξουν περιθώρια για την ουσιαστική αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Οι εκπρόσωποι των μελών την επαγγέλλονται, αλλά απορρίπτουν τα μέσα πραγματοποίησής της. Το μέλλον της κοινωνικής πολιτικής της Ένωσης είναι γι΄ αυτό αβέβαιο.

Πολλοί πολίτες θεωρούν ότι η δημιουργία της Ένωσης δεν επέφερε σημαντική πρόοδο, αλλά, αντίθετα, ωφέλησε μόνο τις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Πρόκειται για μια ρητορική που αποκτά όλο και μεγαλύτερο ακροατήριο. Η αλήθεια είναι ότι δεν ωφελήθηκαν μόνο οι τράπεζες. Η ανάπτυξη διευκολύνθηκε και επιταχύνθηκε σε όλον τον ευρωπαϊκό χώρο. Το σημαντικότερο είναι ότι διαμορφώθηκε ένα κυρίαρχο κοινωνικό μοντέλο για τον ευρωπαϊκό χώρο. Υπήρξαν σημαντικές συναινέσεις που βελτίωσαν κατά πολύ τη θέση των εργαζομένων, δημιουργώντας και επεκτείνοντας ρυθμίσεις που προβλέπουν τη γενίκευση της κοινωνικής ασφάλισης, την ενίσχυση των συστημάτων υγείας, την αλλαγή των συνθηκών εργασίας προς όφελος των εργαζομένων, τη συμμετοχή τους στη λήψη των αποφάσεων, τον περιορισμό των συντεχνιακών ρυθμίσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ασπάζεται οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Εχει π.χ. επιβάλει πρόστιμα εκατοντάδων εκατομμυρίων για περιορισμούς του ανταγωνισμού από καρτέλ επιχειρήσεων. Συμβάλλει έτσι στον περιορισμό της ασυδοσίας των επιχειρήσεων και στηρίζει την επιδίωξη για μια ανάπτυξη επωφελή στο σύνολο της κοινωνίας.

Στην Ελλάδα αυτή η εξέλιξη δεν έγινε αντιληπτή, γιατί οι δράσεις και ο ανταγωνισμός των μεγάλων επιχειρήσεων πραγματοποιούνται στα κέντρα υποφύσεων σε διεθνές επίπεδο. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι υπάρχουν πολιτικές της Ενωσης με ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα. Παράδειγμα αποτελούν οι ενισχύσεις για τα αγροτικά προϊόντα, ώστε οι αγρότες να έχουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα. Η επέκταση της κοινωνικής ασφάλισης σε όλη τη χώμα οφείλεται και στο ότι είμαστε μέλος της Ενωσης και ακολουθήσαμε πολιτικές που σχεδιάστηκαν από την Ενωση και εφαρμόζονται στις χώρες της.

Με τα σημερινά δεδομένα και για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες στην προοπτική ενίσχυσης της κοινωνικής Ευρώπης, έχουν πρόσφατα διατυπωθεί πολλές προτάσεις – θα αναφέρω μία που ξεφεύγει από το συνηθισμένο πλαίσιο. Ο Τόμας Πικετί και άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι παρουσίασαν το επόμενο βήμα ενοποίησης και χρηματοδότησης για την αντιμετώπιση της κρίσης, με κύριο στόχο οι μεγάλες επιχειρήσεις να συνεισφέρουν περισσότερα από τις μικρές και μεσαίες και οι πιο πλούσιοι φορολογούμενοι να συνδράμουν περισσότερα από εκείνους που έχουν χαμηλότερα εισοδήματα. Τα χρήματα που θα καταβάλλονται θα δαπανώνται για εκείνους τους αναγκαίους κοινωνικούς στόχους που σήμερα δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Επιδίωξη θα πρέπει να είναι «ένας προϋπολογισμός για περισσότερη δημοκρατία». Θα αποφασίζεται από μια Ευρωπαϊκή Συνέλευση, που θα δημιουργηθεί κυρίως γι’ αυτόν τον σκοπό, θα καταστεί έτσι δυνατές τόσο η αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων της Ευρώπης, όσο και η δημιουργία ενός συνόλου επιδιώξεων και ρυθμίσεων στο πλαίσιο μιας οικονομίας που θα έχει εξασφαλίσει την εφαρμογή των κανόνων που έχουν ως στόχο την αλληλεγγύη. Θα πραγματοποιηθεί ιδίως η υπόσχεση που δόθηκε κατά την ίδρυση της Ενωσης, να υπάρξει ίση αντιμετώπιση όλων των πολιτών κατά την πρόοδο των συνθηκών ζωής και εργασίας.

Συμπερασματικά μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι επιβάλλονται νέα βήματα προς την κοινωνική Ευρώπη. Για να πραγματοποιηθούν, χρειάζεται πρόοδος στη λειτουργία της σημερινής Ενωσης – ώστε τα βήματα όχι μόνο να πραγματοποιηθούν, αλλά και να είναι αποτελεσματικά. Η νέα πρόεδρος της Επιτροπής Φον ντερ Λάιεν ανέφερε κατά την ανάληψη των καθηκόντων της «ότι είναι καιρός πια να συμβιβάσουμε σήμερα το κοινωνικό με την αγορά». Είναι ένας επιβεβλημένος αλλά δύσκολα επιτεύξιμος στόχος. Η κοινωνική Ευρώπη πρέπει να γίνει αισθητή πραγματικότητα. Ο δρόμος θα είναι δύσκολος, αλλά εγγυάται την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Όσον αφορά την Ελλάδα, είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο και να εργαστούμε για να τις αξιοποιήσουμε. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι μια εξέλιξη η οποία ευνοεί την προσαρμογή μας στη σύγχρονη εποχή. Ας την εκμεταλλευτούμε.