Athens Voice
10 Απριλίου 2020

Βιώνοντας τις τραγικές συνέπειες του κορωνοϊού, σφυρίζουν στο μυαλό μας καίρια ερωτήματα για την επόμενη μέρα: Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις του στη ζωή μας; Ποιες προτεραιότητες πρέπει να προτάξουμε; Με ποιες πολιτικές θα ανταποκριθούμε στις νέες ανάγκες και απαιτήσεις; Με ποια στρατηγική θα συνδυάσουμε την ανάπτυξη με την οικονομική αποτελεσματικότητα; Ποια ηγεσία χρειαζόμαστε; Ερωτήματα που επιζητούν απαντήσεις.

Ο κορωνοϊός δεν αφαιρεί μόνο ζωές. Αποσαθρώνει τον παραγωγικό ιστό. Απορρυθμίζει τις υπάρχουσες δομές οργάνωσης. Εξολοθρεύει τις βεβαιότητες, τις αυταρέσκειες και τις μονομέρειες των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων. Το βέβαιο είναι ότι οι τεκτονικές αλλαγές που επιφέρει είναι αναπόδραστες. Το νέο περιβάλλον –οικονομικό, κοινωνικό, υγειονομικό, πολιτισμικό- μεταβάλλει άρδην το περιεχόμενο, τη χρησιμότητα και τη χρηστικότητα της πολιτικής.

Η προσαρμογή στα καινούργια δεδομένα καθίσταται αδήριτη ανάγκη. Ο προγενέστερες επιλογές έχουν εκ των πραγμάτων καταρριφθεί. Τα ιδεολογικά υποδείγματα του παρελθόντος αχρηστεύτηκαν. Η πανδημία τα χτύπησε αλύπητα. Οι θιασώτες τους είναι πλέον σε αναντιστοιχία με το σήμερα. Η τωρινή πραγματικότητα δεν αντιμετωπίζεται με παλιές συνταγές. Είτε είναι δεξιόστροφου προσανατολισμού. Είτε αριστερόστροφου. Αμφότερες αποδείχτηκαν ακατάλληλες και ατελέσφορες.

Γνωστό είναι πως η κοινωνία της αγοράς επέτεινε τις κοινωνικές ανισότητες. Αλλά κι ο κρατισμός απέτρεψε την ανάπτυξη, οδηγώντας την οικονομία σε δημοσιονομικά αδιέξοδα. Η οικονομία χρειάζεται νέους κανόνες. Η παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η ανάπτυξη δεν διασφαλίζονται από το αποκαλούμενο «αόρατο χέρι των αγορών».

Η ζήτηση και η προσφορά καθιστούν απαραίτητη την οικονομία της αγοράς. Άλλωστε, η συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα παράγει υπεραξία. Δεν αποτρέπει τη δίκαιη κατανομή των κερδών. Ούτε την κεφαλαιοποίησή τους. Η επαναχάραξη των ορίων και των δυνατοτήτων τους, καθώς και του χώρου δραστηριοτήτων τους, είναι επιβεβλημένη. Ως εκ τούτου, η έξοδος από την κρίση δεν θα επιτευχθεί, ακολουθώντας τους δρόμους της μονοκαλλιέργειας των αγορών ή του υπερτροφικού κράτους.

Η υγειονομική κρίση μάς έχει ήδη διδάξει πολλά. Αρκεί να αποφύγουμε τις απλοποιήσεις και τις απολυτότητες. Το κοινωνικό κράτος είναι μια μορφή σύγχρονης και αποτελεσματικής οργάνωσης. Συνδυάζει την οικονομία της αγοράς με ισχυρές κοινωνικές δομές. Εξισορροπεί τον ανταγωνισμό δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών. Εδράζεται στην ισόρροπη ανάπτυξη. Περιορίζει τις οικονομικές ανισότητες. Δεν ταυτίζεται με κρατικίστικες πρακτικές. Ούτε με πελατειακές και συντεχνιακές πολιτικές. Συνδέει την κοινωνική ανάπτυξη με την οικονομική αποτελεσματικότητα.

Βέβαια, οι περιορισμένες δημοσιονομικές δυνατότητες πολλών ευρωπαϊκών χωρών επιβάλλουν τον επανακαθορισμό του κοινωνικού κράτους. Το μοντέλο που γνωρίσαμε σε προηγούμενες δεκαετίες έκλεισε τον κύκλο του. Απόδειξη ότι οι δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας που μένουν προσκολλημένες σ’ αυτό καταποντίζονται. Βρίσκονται σε αποδρομή. Τα παραδείγματα των Γερμανών και των Γάλλων είναι αποκαλυπτικά.

Στην εγχώρια πολιτική σκηνή οι επίδοξοι εκφραστές του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος αντιγράφουν τις αποτυχημένες και ξεπερασμένες επιλογές του. Αντιμετωπίζουν το κοινωνικό πρόταγμα σαν ένα στατικό σχήμα. Επικαλούνται πολιτικές του, αγνοώντας τις ελληνικές ιδιαιτερότητες. Το χειρότερο, βλέπουν τους πολίτες σαν πελάτες, ταυτίζοντας το πελατειακό κράτος με το κοινωνικό. Δεν αποδεικνύονται μόνο κακοί αντιγραφείς. Αλλά και ανήμποροι να θεμελιώσουν σύγχρονη προοδευτική πρόταση, απαλλαγμένη από τα παρωχημένα στερεότυπα, τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, τις συντεχνιακές αντιλήψεις, τον κρατισμό και τον λαϊκισμό.

Ο Αλέξης Τσίπρας δυσκολεύεται να αφομοιώσει τον ανομολόγητο επιχειρούμενο σοσιαλδημοκρατικό του μετασχηματισμό. Δέσμιος ιδεοληπτικών απόψεων και κρατικίστικων θέσεων, επιμένει στα παραδοσιακά υποδείγματα. Μολονότι η περιπέτεια της υγειονομικής κρίσης τού παρέχει την ευκαιρία να αποδεσμευτεί από το αναχρονιστικό ιδεολογικοπολιτικό οπλοστάσιο του ΣΥΡΙΖΑ, δεν το πράττει.

Αν και στην αρχή της πανδημίας επέδειξε προσαρμοστικότητα, στη συνέχεια δεν απέφυγε τον πειρασμό ανεδαφικών διακηρύξεων. Τον ρεαλιστικό και υπεύθυνο λόγο διαδέχτηκαν οι ανώφελες υποσχέσεις. Ακόμη και οι προτάσεις που πρόσφατα κατέθεσε παραβλέπουν τη δημοσιονομική δυσπραγία της ελληνικής οικονομίας. Χαρακτηρίζονται από αλόγιστες παροχές. Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να βλέπει τον ιδιωτικό τομέα με τους ιδεοληπτικούς φακούς του παρελθόντος, αρνούμενος να αντιληφθεί ότι η επιχειρηματικότητα συνιστά αναπτυξιακό πλεονέκτημα. Μένοντας προσκολλημένος στις «παλιές ιδέες, στις παλιές αγάπες» αντιστρατεύεται τους νέους του στόχους.

Η Φώφη Γεννηματά μετατρέπει τη σοσιαλδημοκρατική επαγγελία σε καρικατούρα. Ανασύρει αρχέγονες αντιλήψεις που αποπνέουν κρατισμό και λαϊκισμό. Πλειοδοτεί με ελαφρότητα σε μια αχρείαστη παροχολογία, έχοντας το άγχος της πολιτικής επιβίωσης. Βλέποντας δε τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων του κόμματός της να αποδέχεται τις κυβερνητικές επιλογές, επιχειρεί να τις οικειοποιηθεί, διεκδικώντας μερίδιο επιτυχίας. Το σίγουρο είναι ότι με τις αποσκευές που διαθέτει η επικεφαλής του ΚΙΝΑΛ, μαζί με το έλλειμμα ηγετικότητας, ο ζωτικός χώρος που άλλοτε εξέφρασε το ΠΑΣΟΚ αναζητά αλλού πολιτική έκφραση.

Γενικά η αντιπολίτευση αγνοεί ότι η υγειονομική κρίση αναγκαστικά οδηγεί σε μια νέα συνειδητοποίηση την πλειονότητα των πολιτών. Τα παραδοσιακά μοντέλα της πολιτικής δεν είναι πια κατάλληλα εργαλεία για να διασφαλίσουν αυξημένο ρόλο και λόγο.

Στην καινούργια ιστορική περίοδο κερδίζει έδαφος εκείνος που βρίσκεται σε αρμονία με τις ανάγκες της συγκυρίας. Ο πολιτικός ανταγωνισμός μεταβάλλεται. Ο μαξιμαλισμός αντικαθίσταται από τον ρεαλισμό. Ο βερμπαλισμός από τη μετριοπάθεια. Η παροχολογία από την υπευθυνότητα. Οι δοκιμασμένες και αποτυχημένες πολιτικές από νέες και επίκαιρες. Ο λαϊκισμός από τον πραγματισμό. Ο κρατισμός από τον συνδυασμό κοινωνικής ανάπτυξης και οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Στο πεδίο αυτό φαίνεται να πολιτεύεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Δείχνει να γνωρίζει πως εκεί θα κριθεί και θα αξιολογηθεί. Πάντως, οι επιδόσεις του επιβραβεύονται από την ευρύτερη κοινή γνώμη. Η κυριαρχία του πρωθυπουργού αναμφίβολα ενισχύθηκε, διότι την κρίσιμη ώρα βρέθηκε στο τιμόνι της χώρας. Όμως αυτό δεν είναι ο κανόνας. Δεν συμβαίνει πάντα. Προφανώς, οφείλεται στο ότι οι χειρισμοί του αποδείχθηκαν εύστοχοι. Αλλά και γιατί καταγράφεται ως φορέας σύγχρονης και φιλελεύθερης ατζέντας. Η κεντρώα του ταυτότητα είναι διακριτή. Επιπλέον, εξαιτίας της κατέρριψε εμπράκτως τον ιδεολογικοπολιτικό καμβά που του είχαν φιλοτεχνήσει οι αντίπαλοί του, εγκαλώντας τον για νεοφιλελευθερισμό και ακροδεξιές αποκλίσεις. Έτσι απέδειξε ότι και στην πολιτική, η πράξη είναι το μοναδικό κριτήριο της αλήθειας.