Εφημερίδα Έθνος
07 Αυγούστου 2015

Το κεκτημένο στην πολιτική δεν είναι στατικό. Υπόκειται στους κανόνες του εκκρεμούς. Έτσι η αδιαμφισβήτητη μέχρι πρότινος ευρωπαϊκή θέση της χώρας έγινε ζητούμενο. Ξαφνικά βρεθήκαμε στη μεθόριο του ισχυρότερου υπερεθνικού οργανισμού, αδυνατώντας να αφομοιώσουμε τον τρόπο λειτουργίας του. Μάλιστα, ο κίνδυνος εξοστρακισμού μας παραμένει υπαρκτός ακόμη και μετά τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Η ειρωνεία δε είναι ότι τον προκαλέσαμε εμείς με τις παλινωδίες και την ανερμάτιστη πολιτική μας.

Τελικά, ο καθαρός ευρωπαϊκός προσανατολισμός της διακυβέρνησης Σημίτη αποδείχθηκε μια μικρή αναλαμπή. Την περίοδο 1996-2004 η Ελλάδα, ταυτισμένη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκόμιζε τα οφέλη της πολιτικής υπεραξίας από τη συμμετοχή της σ’ αυτή. Στη συνέχεια, επιρρεπής στον μονίμως υφέρποντα εθνολαϊκισμό, ο οποίος διαπερνούσε το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, αποξενώθηκε σταδιακά από τις ευρωπαϊκές διεργασίες. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός επέτεινε το πρόβλημα. Αποποιούμενο το εγχώριο κομματικό σύστημα τις ευθύνες του, καλλιέργησε έναν πρωτοφανή αντιευρωπαϊσμό. Χαρακτηριστικό είναι το κυρίαρχο ιδεολόγημα «τα μνημόνια έφεραν την κρίση», αποσιωπώντας ότι αυτή ήταν ενδογενής. Η προσπάθεια επαναπροσέγγισης της Ευρώπης την περίοδο 2012-2014, παρά τα θετικά βήματα, υπήρξε ατελέσφορη. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία επισφράγισε την παλινδρόμηση σε αμφίσημες πολιτικές.

Οι διαπραγματεύσεις στην πραγματικότητα ενείχαν το ανομολόγητο δίλημμα «εντός ή εκτός ευρώ», το οποίο υπέκρυπτε διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις της αμφιταλαντευόμενης κυβέρνησης Τσίπρα. Η περιβόητη θεωρία «μένουμε στο ευρώ, αλλά προετοιμαζόμαστε και για το ενδεχόμενο εξόδου» δεν συνιστούσε ευρωπαϊκή στρατηγική. Τα plans A και Β, πατέντα των δραχμιστών, αντιμάχονταν τη φιλοσοφία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Οι εμπνευστές τους αγνοούσαν ότι στην πολιτική κουλτούρα της Ένωσης οι διαπραγματεύσεις είναι συνεχής διαδικασία με αμοιβαίους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Αντί, λοιπόν, η κυβέρνηση να καταστήσει αδιαπραγμάτευτη επιλογή της την παραμονή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας την ενίσχυση των σχέσεων, τη διεύρυνση των συμμαχιών με τους εταίρους, τη στήριξή τους στα ενδογενή μας προβλήματα, έθεσε η ίδια υπό αμφισβήτηση το ευρωπαϊκό κεκτημένο της χώρας.

Είναι εμφανές πως το ευρωπαϊκό εγχείρημα συνιστά μια νέα πολιτική ήπειρο. Οι ασυμμετρίες του σε συνδυασμό με τους εθνικούς ανταγωνισμούς επιβραδύνουν την ολοκλήρωση της ενοποίησης. Παράλληλα, η πολιτική ατροφία των Ελλήνων φιλοευρωπαϊστών δυσχεραίνει την ανάκτηση της ευρωπαϊκής θέσης της χώρας. Η προσχώρηση, ωστόσο, του Τσίπρα σ’ αυτές είναι πολλαπλώς χρήσιμη.