Γιάννης Κοτόφωλος
Η Καθημερινή, 23/12/2018

O​​ι εξελίξεις που θα σημειωθούν το 2019, πριν αλλά κυρίως μετά τις ευρωεκλογές, μπορεί να είναι καταιγιστικές για την Ευρώπη. Η αποδυνάμωση που παρουσιάζουν τα άλλοτε ισχυρά κέντρα των αποφάσεων, όπως το Βερολίνο, το Παρίσι ή οι Βρυξέλλες, σε συνδυασμό δυστυχώς με τη θεαματική άνοδο του εθνικισμού, του λαϊκισμού και του ρατσισμού σε πολλά κράτη- μέλη, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για την προοπτική του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η απειλή για την ενότητα της Ευρώπης γίνεται όντως μεγάλη, όπως επίσης μεγάλος είναι ο κίνδυνος που προκαλούν οι εξελίξεις αυτές για την κοινοβουλευτική λειτουργία, το κράτος δικαίου και την ίδια τη δημοκρατία πανευρωπαϊκά. Ενδεχομένως το 2019 να είναι αρκετά δύσκολο να κυβερνηθεί η Ευρώπη με βάση τις παραδοσιακές δημοκρατικές της αξίες και με μία κοινή πολιτική συνισταμένη, που ήταν πάντα το προωθητικό μοτέρ για το μέλλον της.

Το γεγονός ότι η Λεπέν προηγείται του Μακρόν και ότι ανοίγει συνεχώς την ψαλίδα στις προτιμήσεις των Γάλλων ψηφοφόρων, είναι για παράδειγμα μία χαρακτηριστική παρατήρηση για το πού μπορούν να οδηγηθούν αύριο τα πράγματα. Δεν είναι δύσκολο άλλωστε να συνειδητοποιήσει κανείς τι μπορεί να σημαίνει για τη δημοκρατία και την ενότητα στην Ευρώπη, ότι στην Ιταλία και πιθανόν στη Γαλλία οι ακροδεξιές δυνάμεις θα έχουν πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο!
Ενόψει των ευρωεκλογών, συνεπώς, οι δημοκρατικές δυνάμεις και τα κόμματα που έχουν ξεκάθαρα θέση υπέρ των ευρωπαϊκών κεκτημένων και της κοινής προοπτικής, πρέπει να κινητοποιηθούν και να θεμελιώσουν πολιτικές που θα εκφράζουν τους Ευρωπαίους πολίτες, θα κατανοούν τις νέες ανάγκες τους και θα δίνουν λύσεις στα προβλήματα που δημιούργησε η παρατεταμένη οικονομική κρίση σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες. Οι κυβερνήσεις των ισχυρότερων κρατών-μελών, της Γερμανίας πρωτίστως και της Γαλλίας, πρέπει να αποκτήσουν στρατηγική για την ενότητα και τη δημοκρατική διάσωση της Ευρώπης. Το χάσμα μεταξύ πολιτών και ηγεσίας πρέπει να αρχίσει να γεφυρώνεται. Το ίδιο και οι αντιθέσεις μεταξύ του πλεονασματικού Βορρά και του ασθενούς Νότου. Το «κόκκινο σήμα» κινδύνου για τη Δημοκρατία έχει ανάψει, το παιγνίδι της στρατηγικής πρέπει να αλλάξει εντυπωσιακά για την Ευρώπη, για να κερδηθεί αυτή η τεράστιας σημασίας μάχη.

Πρώτον, πρέπει να τεθεί ως βάση και να δοθεί ως προοπτική η αποκατάσταση της αντιπροσώπευσης σε υπερεθνικό επίπεδο. Δεν μπορεί –το έχουμε επισημάνει πολλές φορές– να λαμβάνονται κολοσσιαίας εμβέλειας αποφάσεις για τη ζωή των 500 εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών και οι αποφάσεις αυτές να εκπονούνται, για παράδειγμα, από το Βερολίνο ή από ένα συμβούλιο 20 ή 27 υπουργών στις Βρυξέλλες. Για όνομα του θεού! Η ίδια η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση έτσι φαλκιδεύει τη δημοκρατία και το μέλλον της. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό επί μακρόν, γι’ αυτό οι πολίτες αντιδρούν πηγαίνοντας στα άκρα. Οι ηγέτες πρέπει να εκλέγονται και να λογοδοτούν.

Δεύτερον, επίσης, δεν μπορεί ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων, η λεγόμενη οικονομική ελίτ, να έγιναν από πλούσιοι πλουσιότεροι μέσα στην κρίση και η μεγάλη πλειονότητα των κοινωνικών ομάδων να έγινε ακόμη φτωχότερη, επιτείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες. Αυτό προοιωνίζεται την παρακμή της δημοκρατίας και δεν μπορεί να συνεχιστεί επίσης, γι’ αυτό αντιδρούν οι Ευρωπαίοι πολίτες και κατευθύνονται από θυμό στα πολιτικά άκρα. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτό συνολικά, τα μισά κράτη του Βορρά να δανείζουν τα άλλα μισά μέλη του Νότου με σκληρούς όρους. Ετσι μοιραία φθάσαμε στην αποσυναρμολόγηση και τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, η οποία είδε να καταστρέφονται τα εισοδήματα και οι θέσεις εργασίας της, εξέλιξη που ανέτρεψε βάναυσα το επίπεδο της ζωής και το συναίσθημα της ασφάλειας. Με άλλα λόγια, τσακίστηκε το κέντρο ισορροπίας του οικονομικού συστήματος και το επακόλουθο είναι αυτή η καταστροφική πτώση και του κέντρου ισορροπίας του πολιτικού μας συστήματος.