Γιάννης Βούλγαρης
Τα Νέα, 24/10/2020

Είναι γνωστή η ρήση «Η Ιστορία δεν διδάσκει», δηλαδή οι άνθρωποι και οι κοινωνίες επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη. Είναι γνωστός και πιο πειστικός ο αντίλογος. Οι κοινωνίες διδάσκονται από την Ιστορία, όπως οι άνθρωποι μαθαίνουν από τις εμπειρίες τους. Θυμήθηκα τους δύο γνωστούς αφορισμούς ύστερα από τις εκλογές στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και την ήττα του Ακιντζί, του μόνου κύπριου ηγέτη που ενδιαφερόταν για την ενότητα της Κύπρου όπως με πίκρα σχολίαζαν ελληνοκύπριοι αναλυτές. Η εξέλιξη του «κυπριακού» έχει δείξει εδώ και καιρό ότι οι ελληνοκυπριακές ηγεσίες λίγα διδάχτηκαν από την ιστορία τους.

Εμείς όμως εδώ στην Ελλάδα, έχουμε την ευκαιρία να θυμηθούμε συνδυαστικά την ιστορική εξέλιξη δύο σημαντικών «εθνικών ζητημάτων»: του «κυπριακού» και του «μακεδονικού». Δύο ζητημάτων που επί δεκαετίες συμπλέχτηκαν με την εθνική μας ζωή και κατά καιρούς την καθόρισαν. Ήταν βεβαίως διαφορετικής γεωπολιτικής βαρύτητας, μικρής το «μακεδονικό» μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μεγαλύτερης το «κυπριακό» ήδη από τη δεκαετία του 1950. Και τα δύο όμως είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: διήρκεσαν πολύ. Και σε αυτή τη μακρά διάρκεια είτε ξοδέψαμε άσκοπα ενέργεια, είτε οι λύσεις που απεμπολήσαμε στο παρελθόν ήταν καλύτερες από τις μετέπειτα. Για το «μακεδονικό» ισχύει το πρώτο. Δεν ενδιαφέρει εδώ πώς αξιολογεί ο καθένας το περιεχόμενο της συμφωνίας των Πρεσπών. Κατά τη γνώμη μου, ορθώς έκλεισε αυτό το ζήτημα και καλά θα κάνει η ΝΔ να εμβαθύνει τη σχέση με τη Βόρεια Μακεδονία. Αυτό όμως που ενδιαφέρει είναι ότι το στις αρχές της δεκαετίας του ?90 θα μπορούσαμε να είχαμε συμφωνήσει τα ίδια ή «καλύτερα». Επί δεκαοκτώ χρόνια ξοδέψαμε διπλωματικό κεφάλαιο και υπονομεύσαμε το κύρος της χώρας για να πάρουμε εκείνα που ήδη μάς έδιναν.

Η εξέλιξη του κυπριακού κυριολεκτικά επαληθεύει το «κάθε πέρσι και καλύτερα». Κοιτώντας τις ευκαιρίες μετά το 1960, μετρώντας τα λάθη, τις αστοχίες ή τις εγκληματικές επιλογές που έγιναν, σηκώνεις τα χέρια με απόγνωση. Γεννημένο στην περίοδο της μεταπολεμικής αποαποικιοποίησης, διέτρεξε όλον τον 20ο αιώνα αλλά μάλλον έμεινε κολημμένο σε αυτόν. Ούτε οι ελληνοκυπριακές ηγεσίες, αλλά ούτε η ελληνοκυπριακή κοινότητα, μπόρεσαν τελικά να υπερβούν τη φαντασίωση ενός εθνικού κράτους που απλώς ήταν υποχρεωμένο να δέχεται εντός του μια πολυάριθμη εθνοτική μειονότητα. Όταν δύο φορές, το 2004 με το σχέδιο Ανάν και το 2017 στο Κρανς Μοντανά, δόθηκε η ευκαιρία μιας ανατοποθέτησης του ζητήματος με ευνοϊκούς ακόμα όρους για την ελληνοκυπριακη πλευρά, επικράτησε το γνωστό μείγμα υπερπατριωτικών φωνών και μικροκομματικών υπολογισμών. Το αποτέλεσμα μπορούσες να το προβλέψεις από το 2004, χωρίς να είσαι μάντης. Το χάσμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων θα μεγάλωνε, και θα προσφερόταν «για εύκολη εθνικιστική εκμετάλλευση σε όποιον τουρκικό παράγοντα θελήσει να το ξύσει». Άργησε να συμβεί χάρη στις ηγεσίες Ταλάτ και Ακιντζί. Η επικράτηση όμως του Τατάρ με τις ευλογίες του Ερντογάν φέρνει σε πρώτο πλάνο την πιθανότητα διχοτόμησης, αν όχι προσάρτησης. Φαίνεται έτσι πιθανό να επαληθευτεί η πρόβλεψη του 2017, ότι η προεδρία Αναστασιάδη θα αποδειχτεί μοιραία για την ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η θλιβερή αναδρομή θέλει απλώς να θυμίσει τον μηχανισμό αυτοπαγίδευσης που συχνά μπλοκάρει την εθνική πολιτική οδηγώντας την είτε σε καταστροφικές επιλογές είτε σε αδράνειες με το ίδιο αποτέλεσμα. Η αυτοπαγίδευση ήταν ήδη από τον 19ο αιώνα, ένα συχνό μοτίβο, και καλό είναι να το θυμόμαστε τώρα που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι στην κόψη του ξυραφιού. Ο μηχανισμός είναι γνωστός. Αυτοθυματοποίηση και αίσθηση ότι οι «άλλοι», πρωτίστως οι «μεγάλοι», μας αδικούν. Στρεβλή αντίληψη της διεθνούς πραγματικότητας όταν δεν υποτάσσεται στην εθνική μας «αλήθεια». Διεκδικήσεις που αναβιβάζονται σε «εθνικά κεκτημένα» και «εθνικά δίκαια». Κομματική – πολιτική δημαγωγία με αιχμή τα «εθνικά θέματα» που διαμορφώνει μια αντίστοιχη κοινή γνώμη. Μαξιμαλιστικές αντιπολιτεύσεις που υπονομεύουν την κυβερνητική πολιτική όταν προσπαθεί να δράσει ρεαλιστικά. Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης, αναρμόδιοι ιδιώτες, «βαποράκια» εμπόρων όπλων, που ρίχνουν συνεχώς λάδι στη φωτιά. Κυβερνήσεις αιχμάλωτες της «αδιάλλακτης» κοινής γνώμης, την οποία και οι ίδιες είχαν ενθαρρύνει όταν ήταν στην αντιπολίτευση.

Ευτυχώς, στην ιστορία μας δεν υπάρχουν μόνο οι στιγμές της εθνικής αυτοπαγίδευσης. Υπάρχουν και οι περίοδοι που η κοινωνική πλειοψηφία αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις ακόμα και αν συνεχίζει να αρέσκεται στις εθνικοπατριωτικές μεγαλοστομίες. Έχει διδαχθεί από την εμπειρία της ή από τις αποτυχίες προηγούμενων επιλογών. Βρίσκει ηγεσία που αναλαμβάνει το κόστος μιας υπεύθυνης διαχείρισης. Τα ΜΜΕ και ο δημόσιος λόγος δείχνουν μια εγκράτεια ή πάντως δεν ξεσαλώνουν.

Η παρούσα παρατεταμένη ένταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι μια περίοδος που χρειαζόμαστε όλα αυτά. Είναι μία από εκείνες τις στιγμές που η ψυχραιμία είναι δύναμη. Και η Ελλάδα έχει δείξει ως σήμερα ψυχραιμία αλλά και σταθερότητα. Επέμεινε στον δρόμο της διπλωματίας, των συμμαχιών κι του διεθνούς δικαίου. Το συμπλήρωσε με μια αποτρεπτική στρατιωτική παρουσία, όση χρειάζεται για να δείξει στον Ερντογάν, αλλά κυρίως στον διεθνή παράγοντα και στις χώρες της περιοχής, ότι οι συνέπειες μιας πολεμικής περιπέτειας δεν θα αφορούσαν μόνο τους άμεσα εμπλεκόμενους. Αυτή η στάση όχι μόνο δεν είναι ενδοτική, δεν είναι ούτε μόνο αμυντική γιατί συνοδεύεται από τη δηλωμένη πρόθεση / απόφαση να επιδιωχθούν σταθερές λύσεις με την προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης. Η πιο συγκροτημένη διατύπωση αυτής της συνολικής στρατηγικής έγινε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό (συνέντευξη στον Γιάννη Πρετεντέρη, ΝΕΑ,12/10/2020). Καλό θα ήταν μάλιστα να κινηθεί και όλη η ελληνική Διπλωματία στο ίδιο κλίμα. Καλό θα ήταν επίσης οι αντιπολιτεύσεις να κατέβαζαν τους τόνους, ειδικά η αξιωματική. Όταν στην κορύφωση της έντασης, μιμείσαι το «βυθίσατε το Χόρα» είναι σαν να λες «βυθίσατε τη χώρα» ρίχνοντάς την σε μια πολεμική περιπέτεια. Και μάλλον δεν είναι η στιγμή μια και ακόμα προσπαθούμε να βγάλουμε το κεφάλι από το κόστος του παραλίγο Grexit.

Και η Κύπρος όμως έχει ανάγκη την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επικοινωνία Ελλάδας – Τουρκίας περνά από την Κύπρο. Η Αθήνα αποφασίζει για την Αθήνα και η Λευκωσία αποφασίζει για τη Λευκωσία, στο πλαίσιο βεβαίως της αλληλεγγύης δυο ομοεθνών κρατών. Σήμερα, πολιτική αλληλεγγύης προς την Κύπρο είναι να πετύχει η Ελλάδα με τη δική της αυτόνομη πρωτοβουλία, ένα ειρηνικότερο περιβάλλον με την Τουρκία. Αυτό θα μείωνε τους κινδύνους στη νέα φάση του κυπριακού που άνοιξε μετά την εκλογή Τατάρ.

Χρειαζόμαστε λοιπόν τη δύναμη της ψυχραιμίας για να διαβούμε τη στενωπό, ελπίζοντας να εκλεγεί ο Μπάιντεν και να διαμορφωθεί μια πιο συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική της Δύσης (ή των Δύσεων) έναντι της Τουρκίας – με και μετά τον Ερντογάν. Και έχουμε κάθε λόγο να ευχόμαστε μια επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με την Ευρώπη και τη Δύση.

________________________
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου