Big Fish- Πρώτο Θέμα
Τεύχος Δεκεμβρίου 2005

Πάντα υποστήριζα ότι η πολιτική είναι περιπέτεια ιδεών. Μερικές φορές όμως μπορεί να εξελιχθεί σε παιχνίδι ζωής και θανάτου. Δεν κινδυνεύεις να χάσεις μόνο την ψυχή σου βυθιζόμενος στη μήτρα της εξουσίας, ενίοτε κινδυνεύεις να χάσεις και τη ζωή σου.

Μπροστά σε έναν τέτοιο κίνδυνο βρέθηκα πριν 9 χρόνια συμμετέχοντας σε μια υπόθεση που τα είχε όλα: πολιτική, ίντριγκα, παρασκήνιο, περιπέτεια.

Όλα ξεκίνησαν ένα μεσημέρι Δευτέρας, στα μέσα Μαΐου του ’96, απέναντι από το Πολυτεχνείο, όπου το δικηγορικό γραφείο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου της νεαρής τότε κυβέρνησης Σημίτη, Τάσου Μαντέλη. Επώνυμα κυβερνητικά στελέχη του κύκλου των εκσυγχρονιστών μαζεύονταν συχνά εκεί και συζητούσαν: τα νέα, την επικαιρότητα, το δύσκολο αύριο. Μια από τις «γιάφκες» των εκσυγχρονιστών δηλαδή, όπως θα έλεγαν τότε και οι εσωκομματικοί αντίπαλοι στο ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Ο Ανδρέας ζούσε ακόμη και παρέμενε Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Το καίριο ερώτημα που απασχολούσε το Συνέδριο ήταν αν ο Σημίτης θα διατηρούσε μόνο το αξίωμα του Πρωθυπουργού ή θα «έπαιρνε» και το κόμμα. Οι τότε προεδρικοί ήθελαν τον Ανδρέα επικεφαλής, παρά τα σοβαρά εμπόδια της υγείας του.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θύμιζε καζάνι που έβραζε. Η απόφαση του Σημίτη ήταν αδιαπραγμάτευτη. Ήθελε καθαρές λύσεις. Το Συνέδριο του Ιουνίου ήταν κοντά. Όλα έδειχναν πως θα είχε στοιχεία ρεβάνς. Οι εσωκομματικοί αντίπαλοι του Σημίτη καιροφυλακτούσαν. Πίστευαν πως η εκλογή του στην Πρωθυπουργία δεν θα ήταν παρά μια μικρή πολιτική παρένθεση που θα έκλεινε, αν το περιόριζαν μόνο στην Πρωθυπουργία και «κρατούσαν το κόμμα. Το όχημα ήταν η πρόταση για διαρχία.

Οι προσυνεδριακές διαδικασίες ήταν μια δύσκολη και κρίσιμη περίοδος. Οι διεργασίες, οι διαβουλεύσεις, οι συνάξεις έδιναν και έπαιρναν, τόσο στην οροφή όσο και στη βάση του κόμματος. Η ενότητα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν, την εποχή εκείνη, πολύ εύθραυστη. Όλα κρέμονταν από μια κλωστή.

Μια αντίστοιχη εύθραυστη «κλωστή», ο ιμάντας ενός ασανσέρ, λίγο έλειψε να γίνει η αιτία να χάσουμε τη ζωή μας, όσοι την ημέρα εκείνη μετείχαμε στη συζήτηση στη «γιάφκα Μαντέλη».

Η κουβέντα είχε πάει καλά. Η ομάδα ήταν συμπαγής. Στο τέλος, όλοι βιάζονταν να φύγουν. Ως νεοφώτιστοι ακόμη –οι περισσότεροι- Υπουργοί, είχαν μεγάλη όρεξη για δουλειά. Μπήκαμε βιαστικά στο ασανσέρ του β΄ ορόφου, οι Γ. Πασχαλίδης, Ρ. Σπυρόπουλος, Ν. Γκαργκάνας κι εγώ. Με το που ξεκίνησε ακούσαμε τους πρώτους τριγμούς. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Πριν προλάβουμε να πούμε οτιδήποτε, συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε σε ελεύθερη πτώση. Μας έλουσε κρύος ιδρώτας. Ο θάλαμος κτυπούσε με δύναμη αριστερά-δεξιά. Τα τζάμια της οροφής έπεφταν με δύναμη στα κεφάλια μας. Η τρελή πορεία σταμάτησε, όταν ο θάλαμος καρφώθηκε στο υπόγειο. Είδαμε το χάρο με τα μάτια μας και δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι την είχαμε «βγάλει καθαρή».

Προσπαθήσαμε να ανοίξουμε την πόρτα. Ματαίως. Είχε σφηνώσει. Βάλαμε τις φωνές για να μας ακούσουν. Πέρασε σχεδόν μια ώρα, αλλά τίποτα. Ξαφνικά κάτι ακούστηκε. Βάλαμε τις φωνές, ζητώντας βοήθεια. Η γνώριμη φωνή του Τάσου Μαντέλη, να ρωτά τι συμβαίνει, ήταν ανακούφιση. Φώναξε αμέσως την Πυροσβεστική. Μαζί της, ήρθε δυστυχώς, και η τηλεόραση, χωρίς φυσικά να γνωρίζει την ταυτότητα των εγκλωβισμένων.

Μετά τον απεγκλωβισμό μας, ευχαριστήσαμε τους πυροσβέστες, ζητώντας τους να μην αποκαλύψουν πουθενά την ταυτότητά μας. Το συνεργείο της τηλεόρασης, ωστόσο, δεν είχε σκοπό να φύγει άμεσα και έτσι υποχρεωθήκαμε να μείνουμε στο υπόγειο άλλη μια ώρα, μακαρίζοντας βέβαια την καλή μας τύχη.

Στη συνέχεια, αποχωρήσαμε ένας-ένας, τηρώντας τους κανόνες κάθε καθωσπρέπει συνωμοτικότητας. Ο Πασχαλίδης κι εγώ πήγαμε στο Μαξίμου, με μισή ώρα καθυστέρηση, σε προγραμματισμένη σύσκεψη με τον Πρωθυπουργό.

Βλέποντάς μας ο Σημίτης τραυματισμένους και σε κακό χάλι, ξαφνιάστηκε. Θεώρησε, μάλιστα, πως είχαμε πλακωθεί μεταξύ μας. Ρώτησε τι συνέβη. Θέλοντας να κάνω μαύρο χιούμορ του είπα: «Πρόεδρε, σας απαλλάξαμε από τον κόπο να πάτε αύριο σε τέσσερις κηδείες», εξηγώντας γρήγορα τι συνέβη.

Τώρα, φέρνοντας ξανά στο μυαλό μου αυτή την περιπέτεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ακόμη και αν βρεθείς σε ελεύθερη πτώση, μπορείς τελικά να σταθείς όρθιος. Στα πόδια σου.