Η βαρκάρισσα της Χίμαιρας

Παρουσίαση του βιβλίου της Αλκυόνης Παπαδάκη
Νοέμβριος 2001

 

«Στην Κούλουρη οι ευκάλυπτοι τραγουδούν τους σκοπούς της θάλασσας
κι οι γλάροι κρύβουν στις στέγες των σπιτιών τα μυστικά του έρωτα».

Η κυρία Αλκυόνη Παπαδάκη έχει το προνόμιο και τη χάρη να μπορεί ν’ ακούσει αυτούς τους ήχους και να τους αποκωδικοποιεί.
Είναι αυτή, που όπως αναφέρει το σύντομο βιογραφικό της στο «αυτί»  του καινούργιου βιβλίου της «Βαρκάρισσα της Χίμαιρας» κατορθώνει να «επικοινωνεί» με «το επέκεινα» των πραγμάτων. «Μιλούσα με τα δέντρα, τις κάργιες που φώλιαζαν στα κυπαρίσσια του κήπου μας, τους θάμνους, τις πέτρες…».

Και το βιβλίο της φιγουράρει στην κορυφή των «ευπώλητων», των best sellers. Πέρα από κάθε «βαθυστόχαστο» προβληματισμό, ένα είναι το σίγουρο. Πως ο κόσμος της έχει αντιστοιχία με τον κόσμο, των εσώτερο ψυχισμό, των πολλών, και ότι η Αλκυόνη Παπαδάκη γνωρίζει να αρδεύει, να αντλεί στην επιφάνεια αισθήματα τρυφερά και «πόνους παλιούς που μέσα μας κοιμούνται» για να παραφράσω κάπως τον ποιητή.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο τρόπος γραφής της και η αισθητική της θέαση συνολικά, προσιδιάζουν προς την ποίηση. Ολόκληρα σχεδόν, αυτούσια ποιήματα, συναισθηματικές εξάρσεις και ξεσπάσματα μιας τρικυμισμένης ψυχής, εκρήξεις, παρεμβάλλονται στη ροή της αφήγησης.

Η συγγραφέας συμπάσχει στην αφηγούμενη ιστορία. «Μπαίνει» μέσα, καταστρατηγεί την ευθύγραμμη εξέλιξη του χρόνου, χρησιμοποιεί ανάδρομες και προοικονομεί καταστάσεις, ο δε ποιητικός τρόπος της λειτουργεί συνειρμικά στον καμβά του μύθου.

«Μα γίνονται τέτοια οικογενειακά δράματα στο γαλήνιο νησί μας»; Είναι δυνατόν;

Κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων η ζωή υφαίνεται  πολύπλοκα. Το χρέος του συγγραφέα είναι αυτό ακριβώς. Να αναδεικνύει την σιωπή, τον κρυμμένο αφανή κόσμο, την αθέατη πλευρά του φεγγαριού. Να βυθοσκοπεί.

«Επανάσταση είναι να’ χεις τα μάτια σου ανοιχτά» διατείνεται η Παπαδάκη. Και κατορθώνει έτσι να διεισδύει στα μεγάλα βάθη, καθώς ο μεγάλος μας ποιητής Άγγελος Σικελιανός, λέει, λάτρης της Σαλαμίνας και για πολύν καιρό κάτοικός της:

«Πιο βαθιά κι απ’ το πηχτό τ’ αστρόφως κρυμμένος σαν αητός, με περιμένει, εκεί όπου ο θεός αρχίζει το φως, ο πρώτος μου εαυτός».

Στην Σαλαμίνα, λοιπόν, «στ’ ομορφονήσι» για να ανακαλέσω και πάλι αυτόν τον γίγαντα της ποίησής μας, μια οικογένεια , είναι η σμικρογραφία ενός «εύθραυστου κόσμου», «γυάλινου κόσμου» όπως αποδόθηκε στα ελληνικά το περίφημο έργο του T. Williams.

Πιστεύω, πως η κυρία Αλκυόνη Παπαδάκη, αυτόν τον μύθο, ίσως έκλεισε μέσα της και ανέδειξε. Ένας κόσμος παραπλήσιος.

Ο άβουλος Λούλης, η «φρικτή» Ερασμία, τα δύο βασανισμένα αδέρφια, ο Τζώνης, η Νανώ, η Βάγια, ο Αιμίλιος. Όλοι μαζί. Κολασμένοι. Πνιγμένοι στου πηγαδιού τον πάτο. Χωρίς να γνωρίσουν την αγάπη και τον έρωτα. Κάποιον να τους ανασύρει  στην επιφάνεια.

Ένας κόσμος μικροαστικός, μίζερος και αδιέξοδος. Κι όλοι να ικετεύουν εναγώνια για μια στάλα χαράς. Σαν αυτή που παίρνει στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου, ο άβουλος πατέρας. Όλοι τους «δειλοί» μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, προσμένοντας «το θάμα» που δεν έρχεται.

Να με συμπαθάτε που προσφεύγω, που καταφεύγω, στις «παλιές αγάπες», στον Κώστα Βάρναλη. Είναι που η Βαρκάρισσα της Χίμαιρας», με έθλιψε, με στενοχώρησε και θέλω να έχει μια νότα αισιοδοξίας, το τέλος της μικρής αυτής παρουσίασης.

Η λογοτεχνία ωστόσο αναδεικνύοντας τα καθημερινά αδιέξοδα μας βοηθάει να τα εντάξουμε, να τα κατανοήσουμε και να τα υπερβούμε, εν τέλει. Αποτελεί δε σίγουρα μοναδικό καταφύγιο.

«Μας διώχνουνε τα πράγματα και η ποίηση είναι το μόνο καταφύγιο που φθονούμε», τονίζει ο Κώστας Καρυωτάκης. Κι ίσως έχει δίκιο.

Διεγείρει και διακινεί συναισθηματικά το βιβλίο, αναδεικνύει το σκηνικό του, τη Σαλαμίνα με τη φυσική ομορφιά της και το ιδιαίτερο ύφος της, και προσφέρει πράγματι μια πολύτιμη εμπειρία.

Γι’ αυτή της την προσφορά άξια τιμάται η συγγραφέας από τις χιλιάδες αναγνωστών και άξια κι εμείς την τιμούμε και την ευχαριστούμε.

Μακάρι ο οίστρος της να διαρκεί κι ο κόσμος της να γίνεται περισσότερο ιλαρός.

Εξ’ άλλου, «έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε από την αλήθεια» καθώς λέει και ο Φ. Νίτσε.

«Τα όνειρα συνήθως προδίδουν. Παραπλανούν. Καμιά φορά και σκοτώνουν. Όμως δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι. Δεν έχει νόημα».

Η συναισθηματική φόρτιση που ανασύρουν στη επιφάνεια τα λόγια της Αλκυόνης Παπαδάκη, δεν έχει να κάνει τόσο με την ένταση των συναισθημάτων – που και αυτή βέβαια είναι παρούσα σ’ ολόκληρο το βιβλίο – όσο με το βάθος των συναισθημάτων.

Η Αλκυόνη Παπαδάκη μας θυμίζει με τη μοναδικής ευαισθησίας γραφή της πως ο μόνος τρόπος, ο μόνος δρόμος για ν’ ανταπεξέλθουμε στη σκληρή και πολλές φορές αβάσταχτη πραγματικότητα είναι τα όνειρα.

Τα όνειρά μας, είναι δικά μας. Κανένας δεν μπορεί να τα αγγίξει, κανένας δεν μπορεί να τα ελέγξει. Είναι ο ζωτικός χώρος της απόλυτης αυτονομίας αλλά ταυτόχρονα και η απόλυτη ψευδαίσθηση της ελευθερίας μας.

«Δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι» μας προτρέπει η συγγραφέας και έχει δίκιο.

Θα συμπλήρωνα όμως, ότι συνηθίζοντας να ζούμε μέσα σε συνθήκες «εικονικής πραγματικότητας», για να χρησιμοποιήσω έναν τεχνολογικά επίκαιρο όρο, χαρίζουμε τη ζωή σ’ αυτούς που πραγματικά δεν την αξίζουν. Αξίζει τον κόπο να παραμερίζουμε για να περάσουν οι «δυνατοί», οι «προσαρμοσμένοι», οι «βολεμένοι» ή μήπως οι προσπάθειές μας πρέπει να στοχεύσουν σ’ ένα και μόνο σκοπό:

Να διαμορφώσουμε συνθήκες ονείρου σ’ αυτήν την σκληρή πραγματικότητα που μας καθυποτάσσει καθημερινά και μας πνίγει.
Εδώ σ’ αυτόν τον τόπο, σ’ αυτές τις γειτονιές που μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ζήσαμε, σ’ αυτόν τον τόπο, δοκιμάσαμε τις αντοχές των ονείρων μας.

Όταν λοιπόν τα όνειρά μας «πάρουν εκδίκηση»
Όταν αναζητήσουμε την πραγματική χαρά της ζωής που δεν είναι άλλη από ένα ζεστό ανθρώπινο χαμόγελο,
Από ένα ζεστό ανθρώπινο χάδι,
Από μια και μόνη στιγμή ερωτικής παραφοράς,
Από ένα και μόνο ερωτικό βλέμμα και νεύμα,
Τότε θα έχουμε βρει την «έξοδο κινδύνου από τα όνειρά μας»
Τότε θα έχουμε επιτέλους σωθεί!

Θα ήθελα να τελειώσω αυτή τη σύντομη εσωτερική μου κατάδυση με μια προτροπή που είμαι σίγουρος ότι βρίσκει απόλυτα ευθυγραμμισμένη και την Αλκυόνη Παπαδάκη.

ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΣΤΕ
αλλά και ΝΑ ΖΟΥΜΕ.

2016-12-05T10:14:51+00:00 November 15th, 2001|0 Comments

Leave A Comment