Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
15 Ιουλίου 1997

Την τελευταία περίοδο στη χώρα μας, η προσπάθεια για την ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς έχει βρεθεί στις πρώτες γραμμές της ημερήσιας διάταξης των πολιτικών συζητήσεων στη χώρα μας.

Έχει περάσει περισσότερο από ένας χρόνος από την ημέρα που ο Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Κώστας Σημίτης, μιλώντας στο συνέδριο του Συνασπισμού, υποστήριξε την ανάγκη να ξαναβρούν οι δυνάμεις του Κεντροαριστερού χώρου τον ορίζοντα του διαλόγου αλλά και της κοινής δράσης, χωρίς τα τραύματα και τα πείσματα του παρελθόντος, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς ηγεμονικούς όρους και εκλογικές υστεροβουλίες.

Στη συζήτηση που αναπτύχθηκε, από τότε μέχρι σήμερα, δεν έλειψαν οι πολιτικές αντεγκλήσεις, οι διαφορετικές προσεγγίσεις ή και ερμηνείες. Μάλιστα, πολλές φορές φάνηκε να ενοχοποιείται ο διάλογος, να εκδηλώνονται καχυποψίες, ακόμα και για το αυτονόητο: Τη δυνατότητα αδιάκοπης ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των δυνάμεων του προοδευτικού χώρου για όλα τα θέματα που αφορούν τον τόπο, την κοινωνία, τους πολίτες.

Οι μεγάλες διεθνείς αλλαγές, εκείνες ιδιαίτερα που έχουν πραγματοποιηθεί μετά το 1989, οι παγκόσμιες τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις, η διεθνοποίηση της αγοράς, τα συσσωρευμένα προβλήματα, αλλά και οι μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας, κάνουν επιτακτική σήμερα την ανάγκη ενός νέου συνασπισμού κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα διαμορφώσει την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Καθιστούν επιβεβλημένη την ανάδειξη ενός νέου πολιτικού υποκειμένου που θα υπερβαίνει τις διαφορετικές πολιτικές διαδρομές, τις κομματικές εντάξεις και πολιτιστικές κληρονομιές των δυνάμεων που αναζητούν από κοινού τη νέα ταυτότητα της Αριστεράς. Προβάλλουν το αίτημα της διαμόρφωσης ενός Προγραμματικού Συμφώνου που θα στηρίζεται σε μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία για τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό της χώρας.

Οι εξελίξεις και οι ανακατατάξεις στο χώρο της Κεντροαριστεράς δεν αποτελούν ασφαλώς μια ελληνική «ιδιομορφία». Ένα κλίμα αλλαγής με νέα πνοή εμφανίζεται στον πολιτικό χάρτη της «Γηραιάς Ηπείρου». Το εκλογικό σώμα δείχνει με σαφήνεια, ότι αναζητεί στις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς την απάντηση στην κρίση του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού μοντέλου.

Η νίκη της «Ελιάς» στην Ιταλία, η θριαμβευτική επικράτηση του Τόνι Μπλέρ και του νέου Εργατικού Κόμματος στη Μ. Βρετανία, αλλά και η απροσδόκητη, για πολλούς, επιτυχία της πολύμορφης γαλλικής αριστεράς και των σοσιαλιστών, είναι ακριβώς οι σταθμοί σ’ αυτή την αλλαγή πορείας. Το ίδιο ασφαλώς και η νίκη του Κώστα Σημίτη και του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ‘96.

Μιλώντας για την Κεντροαριστερά θα πρέπει να επισημάνουμε τη μεγάλη ζωτική σημασία που έχει στην τελική διαμόρφωσή της το αποκαλούμενο «Κοινωνικό Κέντρο». ‘Αλλωστε, το ρόλο και τη σημασία του κοινωνικού κέντρου διαπιστώσαμε τόσο στις περιπτώσεις του Τόνι Μπλέρ, του Μάσιμο Ντ’ Αλέμα όσο και στην περίπτωση του Μπίλ Κλίντον. Δεν πρόκειται για την κεντροποίηση της αριστεράς, όπως λανθασμένα και κακόβουλα ισχυρίζονται ορισμένοι, αλλά για τη μάχη που αφορά την πολιτική εκπροσώπηση από τ’ αριστερά νέων κοινωνικών δυνάμεων, χωρίς παραδοσιακή, ιδεολογικο-πολιτική ταυτότητα και ταύτιση. Επίσης, για την οργανική συνεργασία με δυνάμεις δημοκρατικές, μεταρρυθμιστικές και ευρωπαϊστικές, οι οποίες δεν ανήκουν και δεν εντάσσονται στην αριστερά.

Η ανάληψη της διακυβέρνησης της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωρών της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης από κεντροαριστερές δυνάμεις δημιουργεί, ασφαλώς, τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού και ιδεολογικού τοπίου στην Ευρώπη.

Η νέα αυτή Ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά καλείται πλέον να ασκήσει πολιτική με τη «λογική κυβερνώσας δύναμης» και όχι με τη «λογική στείρας αντιπολίτευσης». Καλείται πλέον -και αυτή είναι η πρόκληση- να διαμορφώσει πιο καθαρά και να καταθέσει, ως πλειοψηφούσα δύναμη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κοινή πειστική πολιτική πρόταση που να δίνει τεκμηριωμένες απαντήσεις στα οξυμένα προβλήματα της Ευρώπης. Καλείται να «περάσει» πολιτικές. Το μπορεί. Αρκεί να κάνει χρήση της ευθύνης της με σύνεση, με φειδώ, κατά στάδια, βήμα-βήμα. Χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση το ουσιώδες μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, που οδηγεί στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Η νέα Ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά καλείται να βάλει τη σφραγίδα της στη διαδικασία της ενοποίησης και ταυτοχρόνως να αναμετρηθεί με το ιστορικό παρελθόν της. Καλείται να δώσει λύσεις στα προβλήματα του μέλλοντος που αφορούν την απασχόληση, τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη δημιουργία ενός νέου και αποτελεσματικού κοινωνικού κράτους, τη θεσμοθέτηση νέων μορφών δημοκρατικής συμμετοχής και ενεργοποίησης του πολίτη. Καλείται να συμβάλλει στη διαμόρφωση της νέας Ευρώπης, της κοινωνικής Ευρώπης, της Ευρώπης των πολιτών. Το πόνημα είναι, όντως, δύσκολο, διότι θα συναντήσει πολλές αντιδράσεις. Ο χρόνος θα δείξει. ‘Ομως, «οι καιροί ου μενετοί». Η Ευρώπη των πολιτών είναι επιτακτική ανάγκη και αποτελεί την απάντηση στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Η Ευρώπη της ανάπτυξης με κοινωνική ευαισθησία αποτελεί την απάντηση στη νεοφιλελεύθερη απραξία.

Στην Ελλάδα, μετά τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες της τελευταίας εικοσαετίας, η Κεντροαριστερά καλείται να δώσει τις δικές της πειστικές απαντήσεις στις προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Δημιουργούνται ωστόσο, πολύ απλά ερωτήματα: Όταν στη Γαλλία σοσιαλιστές και ανανεωτές κομμουνιστές συγκυβερνούν, τί μπορεί να εμποδίζει στην Ελλάδα το άνοιγμα του διαλόγου, σε πρώτη φάση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ, το ΣΥΝ και τις ευρύτερες ανένταχτες δυνάμεις;  Όταν στην Ιταλία το Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς, μαζί με άλλες κεντρώες δυνάμεις δημιούργησαν την «Ελιά» και κυβερνούν από κοινού με την στήριξη της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, γιατί στην Ελλάδα δεν μπορεί να ξεκινήσει έστω και μια διερευνητική συζήτηση;   Πολύ περισσότερο όταν το άνοιγμα του διαλόγου έρχεται ήδη έντονα ως αίτημα από ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, ομίλους και πρωτοβουλίες πολιτών.

Ο διάλογος επομένως για την Κεντροαριστερά πρέπει να αρχίσει άμεσα, πρέπει να αρχίσει τώρα. Το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΝ, οι αστείρευτες ανένταχτες δυνάμεις της Αριστεράς, αλλά και δυνάμεις που στηρίζουν το ΚΚΕ και το ΔΗΚΚΙ, οφείλουν να ξεπεράσουν τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος και να αναζητήσουν ένα κοινό προβληματισμό αλλά και βηματισμό.

Γι’ αυτό δεν αρκούν απλά οι κινήσεις κορυφής. Χρειάζονται πρωτοβουλίες που θα αφορούν όλες τις οργανωμένες και ανένταχτες δυνάμεις του ευρύτερου χώρου της Κεντροαριστεράς. Χρειάζονται ενέργειες που θα δημιουργούν διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στον ΣΥΝ, αποφορτίζοντας τη βαριά ατμόσφαιρα που είχε τα τελευταία χρόνια δημιουργηθεί ανάμεσα στους δύο αυτούς πολιτικούς χώρους. Χρειάζονται πολιτικές διαδικασίες που θα ενεργοποιούν την κοινωνία των πολιτών και τους φορείς της, χωρίς να καταφεύγουμε σε συνοδοιπόρους που δημιουργούν αντανακλαστικά περιχαράκωσης. Χρειάζονται πολιτικές πρωτοβουλίες που θα ανοίγουν ένα ουσιαστικό διάλογο, καθορίζοντας την ατζέντα του αλλά και προτάσσοντας άμεσα τα σημεία προγραμματικών συγκλίσεων και όχι των διαφορών.

Η πρόκληση, επομένως, για όλες τις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς στη χώρα μας, είναι μεγάλη.  ‘Εχουν χρέος όλοι να έχουν τη δική τους συμβολή σ΄ ένα διάλογο δίχως όρους και προϋποθέσεις, δίχως υπεκφυγές και τακτικισμούς.  Οφείλουν να ξεπεράσουν τα σύνδρομα του παρελθόντος για να ανοίξουν νέους ορίζοντες στην πολιτική ζωή του τόπου. Οφείλουν να δώσουν στις δυνάμεις της Αριστεράς σταθερό κυβερνητικό προσανατολισμό διάρκειας και βάθους στον 21ο αιώνα που έφθασε.

Ο διάλογος αυτός μπορεί να αναπτυχθεί στο πλαίσιο ενός φόρουμ, στο οποίο θα συμμετέχουν οι οργανωμένες και ανένταχτες δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της κεντροαριστεράς, του εκσυγχρονισμού και της προόδου, της οικολογίας και του περιβάλλοντος. ‘Ενας τέτοιος διάλογος μπορεί να είναι θεματικά προσδιορισμένος και να γίνει μ’ ένα καλά οργανωμένο και δομημένο τρόπο. Μάλιστα στο πλαίσιο του φόρουμ μπορούν να λειτουργήσουν επιτροπές επιστημονικής στήριξης και τεκμηρίωσης, ομάδες προγραμματικών και πολιτικών συζητήσεων.

Ο διάλογος αυτός δεν μπορεί ασφαλώς παρά να οδηγεί σε μια γενικευμένη συζήτηση των μεγάλων προβλημάτων της κοινωνίας, της χώρας, των πολιτών. Πρέπει επομένως να αρχίσει άμεσα με προσδιορισμένη την αρχική έστω ατζέντα του. Πρέπει να αγκαλιάσει την κοινωνία, να απελευθερώσει δυνάμεις, να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό κλίμα.

Στόχος του διαλόγου δεν μπορεί παρά να είναι η ανανέωση και η ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς, οι μετατοπίσεις από παραδοσιακές απόψεις και ιδέες, το άνοιγμα μιας δυναμικής διαδικασίας και όχι ένα στατικό δούναι και λαβείν ή συγκόλληση κάποιου… σπασμένου βάζου.

Η γενική επίκληση του διαλόγου δεν σημαίνει τίποτε πλέον. Γι’ αυτό πρέπει να προχωρήσουμε παραπέρα, προβάλλοντας την ανάγκη να υπάρχει ατζέντα διαλόγου. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουμε να προσδιορίσουμε και θεματικά το διάλογο. Να θέσουμε δηλαδή τα θέματα πάνω στα οποία μπορεί να υπάρξει προγραμματική σύγκλιση. Μια σύγκλιση που θα συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός Προγραμματικού Συμφώνου.

Γι’ αυτό κάθε πρόταση για την πραγματοποίηση «εδώ και τώρα» μιας συνάντησης κορυφής είναι σαν να βάζει  «το κάρο μπροστά από το άλογο». Θα μπορούσε να εκληφθεί ως επισφράγιση μιας συμφωνίας που δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή. Θα μπορούσε έτσι να δημιουργήσει ψευδαισθήσεις και στη συνέχεια απογοητεύσεις. Μια τέτοια συνάντηση ασφαλώς μπορεί και πρέπει να γίνει όταν μέσα από το διάλογο σε όλα τα επίπεδα ωριμάσουν οι καταστάσεις.

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Κεντροαριστερά δεν είναι ένας παραδοσιακός πολιτικός σχηματισμός. Αντίθετα, είναι ένα νέο πολιτικό υποκείμενο, όπως δείχνουν οι πρόσφατες εξελίξεις στη Βρετανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, αλλά και στην Ελλάδα.

Ο διάλογος για τη νέα ταυτότητα της Κεντροαριστεράς δεν μπορεί παρά να αφορά τις δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού και του προοδευτικού εκσυγχρονισμού, αλλά και δεν μπορεί παρά να σέβεται την πολυμορφία και τις ιστορικές και πολιτικές καταβολές των δυνάμεων αυτών.

Γι’ αυτό πρέπει να γίνει σαφές, ότι ο διάλογος για την Κεντροαριστερά δεν είναι μια κάλπικη πολιτική επιταγή, δεν είναι μια εκλογική ομπρέλα, ούτε πρέπει να χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση πολιτικών ή προσωπικών σκοπιμοτήτων. Και πολύ περισσότερο ο διάλογος αυτός δεν μπορεί να γίνει στη βάση κάποιων παραδοσιακών και ξεπερασμένων προσεγγίσεων, όπως άλλοτε ήταν το εγχείρημα της Προοδευτικής Συνεργασίας ή της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.

Ο διάλογος για τη φυσιογνωμία, τη στρατηγική και την ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς, επιβάλλεται από την ίδια την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, που η χώρα μας έχει να αντιμετωπίσει.

Ο διάλογος για την Κεντροαριστερά επιβάλλεται και από την ανάγκη οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς να έχουν ηγεμονική παρουσία στις μέλλουσες πολιτικές εξελίξεις.

Η ανασύνθεση του χώρου της Κεντροαριστεράς δεν θα επιτευχθεί με καταδικασμένες συνταγές και μεθόδους του παρελθόντος, ούτε με ακατανόητες εμμονές και ιδεοληψίες. Η διαδικασία αυτή είναι σύνθετη, πολλές φορές αντιφατική και αφορά την κοινωνία, αλλά και τις ηγεσίες των κομμάτων.
Οι πρωτοβουλίες που αναπτύσσουν διάφοροι πολιτικοί όμιλοι και κινήσεις πολιτών (ΟΠΕΚ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ) σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη λειτουργία και το ρόλο των κομμάτων. Ωστόσο, τέτοιες πρωτοβουλίες μπορούν να συμβάλλουν στη διαδικασία της προγραμματικής εμβάθυνσης και σύγκλισης των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς, αλλά και να υπογραμμίσουν ότι απαιτούνται ρήξεις και τομές με το πολιτικό παρελθόν τους.

Το εάν αυτό που θα προκύψει, θα αποτελέσει μια ουσιαστική σύγκλιση των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς, θα εξαρτηθεί από το βάθος και την ουσία του προγραμματικού διαλόγου, καθώς και τη βούληση των πολιτικών δυνάμεων να διαμορφώσουν το Προγραμματικό Σύμφωνο για τη διακυβέρνηση της χώρας το 2000.

Η Κεντροαριστερά αποτελεί μια μεγάλη αναγκαιότητα για το σήμερα και το αύριο. Αυτό πρέπει να γίνει τώρα. Γιατί το μέλλον κερδίζεται σήμερα.