Εφημερίδα Η Αξία
21 Ιανουαρίου 2012

Τα όσα συμβαίνουν τα τελευταία δύο χρόνια στη χώρα μας δεν έχουν δυσμενείς συνέπειες μόνο στο χώρο της οικονομίας, αλλά και στο ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Η Ελλάδα του Μνημονίου, του Μεσοπρόθεσμου, του PSI, σηματοδοτεί και το τέλος του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. Τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα που είχαν αναδειχθεί, αντιμετωπίζουν σήμερα ζητήματα αναπροσανατολισμού, ανατοποθέτησης, ακόμη και συνοχής. Η ανθεκτικότητα του δικομματισμού ήδη φαίνεται να αμφισβητείται περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Η Νέα Δημοκρατία, με τη συντηρητική στροφή που έκανε, έχει διαρρήξει τη σχέση της με τον μεσαίο χώρο, ο οποίος αντικειμενικά δεν μπορεί να εκφράζεται από τη λαϊκίστικη αντιμνημονιακή στρατηγική του κ. Σαμαρά. Παρά τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί, το βέβαιο είναι ότι ο ευρύτερος συντηρητικός χώρος της Κεντροδεξιάς, διαθέτει πολιτικές εκφράσεις σταθερές και ισχυρές ακόμη κι αν εμφανίζουν σημάδια κάμψης και στασιμότητας.

Αντιθέτως, ο προοδευτικός χώρος της Κεντροαριστεράς έχει μείνει χωρίς πολιτική έκφραση, αφού το ΠΑΣΟΚ που διατηρούσε την ιδεολογική ηγεμονία και την πολιτική κυριαρχία στον συγκεκριμένο χώρο, αντιμετωπίζει σήμερα μια πρωτοφανή πολιτική καθίζηση, που φτάνει στα όρια της αποσύνθεσης. Με τον κατακερματισμό της κοινωνικής και πολιτικής του βάσης απώλεσε τον στρατηγικό ρόλο του κυρίαρχου πολιτικού εκφραστή.

Το πρόβλημα αυτό δεν είναι συνυφασμένο με την απουσία πολιτικής ηγεσίας, αλλά κυρίως με την απουσία πολιτικής έκφρασης. Όποιος κι αν αναδειχθεί αρχηγός, δεν θα μπορέσει να αποκαταστήσει τις διαρραγείσες σχέσεις με τον προοδευτικό χώρο. Η ρήξη που έχει συντελεστεί δεν οφείλεται μόνο στα πρόσωπα. Αφορά το σύνολο των πολιτικών, ιδεολογικών και προγραμματικών μεταμορφώσεών του.

Εδώ και επτά χρόνια, το ΠΑΣΟΚ ήταν ένα κόμμα χωρίς ταυτότητα, χωρίς στρατηγική, χωρίς αφήγηση. Ένα απονευρωμένο πολιτικά σχήμα, χωρίς ακριβές στίγμα. Ένα συνονθύλευμα του άλλοτε βαθέος ΠΑ.ΣΟ.Κ., αριστερόστροφων απόψεων, υποτιθέμενων ρηξικέλευθων ιδεών και υπερβατικών διακηρύξεων. Ακόμη και η πολυδιαφημιζόμενη στρατηγική της πράσινης ανάπτυξης κακοποιήθηκε τόσο, που στο τέλος γελοιοποιήθηκε. Τη θολή και αντιφατική του εικόνα τη διαμόρφωνε ο αρχηγός, ο οποίος εξέφραζε έναν πολιτικό λόγο χωρίς έρμα και συνέπεια.

Τα χαρακτηριστικά αυτά έγιναν εμφανέστατα όταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας. Η δίχρονη κυβέρνηση Παπανδρέου στην ουσία δεν λειτούργησε ως πολιτική, αλλά ως μια ιδιότυπη υπηρεσιακή κυβέρνηση. Χωρίς πολιτικό σχέδιο, διαχειρίστηκε απλώς τις προτεραιότητες του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου, επιδεικνύοντας πλήρη αναποτελεσματικότητα και ανεπάρκεια. Ως εκ τούτου, υπονόμευσε τη σχέση του με τον πολυδύναμο προοδευτικό χώρο των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς.

Το ΠΑΣΟΚ εξέφραζε επί πολλές δεκαετίες τις δυνάμεις αυτές, διότι η πολιτική του ατζέντα –πάντα επίκαιρη, μεταρρυθμιστική και εκσυγχρονιστική-, αλλά και η κυβερνητική του πρακτική βρίσκονταν σε αρμονία με τις στρατηγικές προσεγγίσεις και πολιτικούς στόχους της Κεντροαριστεράς. Άλλωστε γι’ αυτό κυριάρχησε σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο. Είναι, λοιπόν, τουλάχιστον αφέλεια να πιστεύει κάποιος ότι η πολιτική του χρεοκοπία οφείλεται στο Μνημόνιο.

Αν για παράδειγμα η διακυβέρνηση Παπανδρέου έκανε πράξη τις δεσμεύσεις της και τις υποχρεώσεις της για τις διαρθρωτικές αλλαγές, για τις δομικές μεταρρυθμίσεις, για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης, είναι βέβαιο ότι το ΠΑΣΟΚ θα συνέχιζε να είναι κυρίαρχο στον προοδευτικό χώρο.

Η διακυβέρνηση Παπανδρέου στην πραγματικότητα αρνήθηκε να υλοποιήσει τις μνημονιακές πολιτικές, γιατί δεν ήθελε να στραφεί εναντίον της παρασιτικής νομενκλατούρας, που χρόνια τώρα συντηρούσε η εκάστοτε εξουσία και η οποία λυμαινόταν τον δημόσιο τομέα, εκτοξεύοντας τα ελλείμματα στα ύψη και εκθέτοντας διεθνώς τη χώρα.

Συνεπώς, το γεγονός ότι δεν έκανε καμία διαρθρωτική αλλαγή δεν οφείλεται μόνο σε αδυναμία ή ανικανότητα, αλλά ήταν και συνειδητή επιλογή. Εμποτισμένο από το λαϊκισμό το ΠΑΣΟΚ, ως κυβέρνηση, ακολούθησε μια σχιζοφρενική πολιτική, η οποία αποκαλύπτεται τώρα σε όλο της το μεγαλείο, αν παρακολουθήσει κανείς τους επίδοξους διαδόχους του Γιώργου Παπανδρέου να επιδίδονται σε αντιμνημονιακές κορώνες.

Όποιες κι αν είναι οι αλλαγές στο ΠΑΣΟΚ το πρόβλημα της πολιτικής έκφρασης της Κεντροαριστεράς, που είναι συνυφασμένο με την κρίση εκπροσώπησης και την απουσία πολιτικής ηγεσίας, δεν θα είναι εφήμερο ούτε εύκολα αντιμετωπίσιμο. Άλλωστε τα όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό του κόμματος, επιβεβαιώνουν με τον χειρότερο τρόπο ότι το ρήγμα που έχει επέλθει στη σχέση του με τις ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές προοδευτικές δυνάμεις είναι βαθύ και δεν γεφυρώνεται.

Η ήττα της πολιτικής, που έχει διαχυθεί παντού, καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε υπέρβαση. Γι’ αυτό χρειάζεται μια νέα θεμελίωση, μια νέα στρατηγική, η οποία θα διαπερνά οριζόντια την παραδοσιακή πολιτική γεωγραφία και θα αναφέρεται στα σύγχρονα και μεγάλα προβλήματα της χώρας και της Ευρώπης.

Η αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος, αντικειμενικά δεν μπορεί να είναι έργο των σημερινών πολιτικών ηγεσιών. Στην πλειονότητά τους είναι καθηλωμένες στις λογικές του παρελθόντος, στις λογικές των ηρωικών βιωμάτων, των αντιδεξιών συσπειρώσεων. Ξεχνούν ότι οι οριζόντιες γραμμές διαπερνούν όλους σχεδόν τους κομματικούς χώρους και πρωτίστως το χώρο της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, διαμορφώνοντας προϋποθέσεις για νέες προσεγγίσεις και νέες συναινέσεις.

Το καίριο ερώτημα είναι: Τι θα κάνουν οι δυνάμεις εκείνες που σήμερα αποστρέφονται το ΠΑΣΟΚ και έχουν κεντροαριστερή σήμανση; Θα αναζητήσουν νέα πολιτική έκφραση; Υπάρχουν σχήματα που μπορούν να τις εκφράσουν;

Στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ακόμη απάντηση, αφού η περίοδος που διανύουμε είναι μεταβατική και δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί πλήρως όλα τα δεδομένα. Ως εκ τούτου το πρόβλημα της πολιτικής έκφρασης για τις προοδευτικές δυνάμεις της Κεντροαριστεράς θα παραμείνει ανοιχτό.