Πρώτο Θέμα
31 Ιανουαρίου 2021

Η εξωτερική πολιτική όταν στηρίζεται σε αρχές και αξίες είναι δημιουργική. Διανοίγει ευοίωνες προοπτικές για τη χώρα. Όταν όμως παγιδεύεται σε φοβικά σύνδρομα και μικροπολιτικές ανησυχίες, γίνεται αντικείμενο εσωτερικής κατανάλωσης και πατριδοκάπηλης ρητορείας. Τα εθνικά συμφέροντα στην πρώτη περίπτωση προωθούνται αποτελεσματικά. Ενώ στη δεύτερη οδηγούνται σε αδιέξοδο.

Το αρνητικό παράδειγμα του Μακεδονικού είναι αποκαλυπτικό. Η Ελλάδα εγκλωβίστηκε για δεκαετίες σε σκιαμαχίες και εθνικιστικές εξάρσεις. Στον αντίποδα, βρίσκεται η Συμφωνία του Ελσίνκι, το 1999, η οποία, εκτός από το ότι βελτίωσε αισθητά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, άνοιξε και τον δρόμο της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αναμφίβολα, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής συγκρούονται δύο διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις. Φορείς τους υπάρχουν σε ολόκληρο το φάσμα του κομματικού συστήματος.

Η μία αποστρέφεται τις φορτίσεις, την πατριδοκαπηλία, την αντιπαλότητα, τη μισαλλοδοξία. Απορρίπτει τη στρατικοποίηση και τα τύμπανα του πολέμου. Είναι μια σύγχρονη εξωτερική πολιτική που αναζητά σχέσεις συνεργασίας και καλή γειτονίας.

Η άλλη ταυτίζει τον πατριωτισμό με τα σύμβολα της Ελλάδας. Πρόκειται για φετιχιστική, μυθολογική και μη εκκοσμικευμένη προσέγγιση, που δυσκολεύεται να απεξαρτηθεί από το παρελθόν και τα τραύματά του. Συγγενεύει δε με τη θρησκοληψία.

Ο ρητορικός πατριωτισμός, είναι ανέξοδος και αναποτελεσματικός, όπως πολύ εύστοχα έγραψε ο Ευάγγελος Βενιζέλος σε πρόσφατο άρθρο του. Ο υπερπατριωτισμός, που συχνά εκτρέπεται σε ξενοφοβικά, ρατσιστικά και εθνικιστικά συμπλέγματα, αντανακλά την υπαρκτή υστέρηση – πολιτισμική και ιδεολογικοπολιτική.

Η επανεκκίνηση των διερευνητικών συνομιλιών Ελλάδας-Τουρκίας επιβεβαίωσε την ύπαρξη των δύο παραπάνω αντιλήψεων. Η κριτική που ασκήθηκε από συμπολίτευση και αντιπολίτευση, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Ως αφετηρία της έχει την άρνηση της οποιασδήποτε επικοινωνίας με τη γείτονα. Εστιάζει στα προβλήματα που προκαλεί η τουρκική επιθετικότητα. Επικαλείται τωρινές αυθαιρεσίες και ιστορικά προηγούμενα. Θέτει ζήτημα προθέσεων, αξιοπιστίας και φερεγγυότητας. Πιστεύει ότι πίσω από την αλλαγή πλεύσης της τουρκικής ηγεσίας υποκρύπτονται ανομολόγητες επιδιώξεις.

Στην πραγματικότητα, αυτές οι ενστάσεις και διαφωνίες συγκροτούν τη γνωστή σχολή σκέψης, η οποία, χρόνια τώρα, αρνείται κάθε συζήτηση με τη γειτονική χώρα, αποφαινόμενη ότι ελλοχεύει κινδύνους. Επιλέγει την ακινησία και την αδράνεια, παραβλέποντας ότι αυτές αποβαίνουν σε βάρος μας. Το χειρότερο, ενοχοποιεί όσους προτάσσουν την αναγκαιότητα συνεννόησης και εξεύρεσης κοινών τόπων, εγκαλώντας τους για ενδοτισμό.

Στη συγκεκριμένη σχολή ανήκει μια πλειάδα πολιτικών, διπλωματών, πανεπιστημιακών. Ιθύνων νους, ο Πέτρος Μολυβιάτης. Θεωρείται εμπνευστής της απραξίας και της μετακύλησης της επίλυσης των ζητημάτων σε βάθος χρόνου, εκτιμώντας ότι λειτουργούν υπέρ της χώρας. Την ίδια πολιτική πρεσβεύουν κορυφαίοι παράγοντες της συντηρητικής παράταξης, όπως ο Κώστας Καραμανλής και ο Προκόπης Παυλόπουλος. Όλοι τους ενσαρκώνουν τη φοβική, εσωστρεφή και περιχαρακωμένη Ελλάδα που φαντασιώνεται εθνικούς μύθους.

Παράλληλα, οι ηγεσίες της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ), με την κριτική που ασκούν στους χειρισμούς του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν διαφοροποιούνται ουσιαστικά από τους ποικιλώνυμους υπερπατριώτες. Εγκαλούν τον πρωθυπουργό για έλλειψη κόκκινων γραμμών, διατυμπανίζοντας την επέκταση στα δώδεκα μίλια. Υποτιμούν την ανάγκη βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Οι θέσεις τους προέρχονται από τη μήτρα κοντόφθαλμων, απαίδευτων και συντηρητικών πολιτικών.

Η επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών ενέχει ευκαιρίες και δυνατότητες. Αρκεί ο Ερντογάν να αποδεχθεί τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Αλλά και στην Ελλάδα να επικρατήσει ο πραγματισμός, η μετριοπάθεια, η εξωστρέφεια. Και πρωτίστως, η αποφασιστικότητα της ηγεσίας. Αν το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη παραμείνει καθαρό και δεν θολώσει από εσωτερικές σκοπιμότητες, η χώρα θα έχει σημαντικό όφελος.

Η Ιστορία έδειξε ότι στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η ηγετικότητα προσμετράται με τολμηρές κινήσεις. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, οκτώ χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, υπέγραψε Σύμφωνο Φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κόντρα στο ρεύμα της εποχής, επέμενε ότι με την Τουρκία οφείλουμε να κάνουμε διάλογο. Ο Κώστας Σημίτης, μετά τη Συμφωνία της Μαδρίτης με τον Ντεμιρέλ διασφάλισε την επιτυχία του Ελσίνκι.

Οι διερευνητικές συνομιλίες ήταν και παραμένουν αχτίδα φωτός στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.