Στέλιος Ράμφος
Η Καθημερινή, 08/06/02021

Το Βασιλικό Δραματικό Θέατρο της Στοκχόλμης ανέβασε τον Ιανουάριο 1965, σε σκηνοθεσία Ινγκμαρ Μπέργκμαν, τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη. Το πρόγραμμα της παραστάσεως περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τις απαντήσεις τριών διακεκριμένων Σουηδών και ενός Ελληνα, του Γιώργου Σεφέρη, στο εξής ερώτημα του σκηνοθέτη: «Η σημερινή Ελλάδα δεν κατέχει ηγετική θέση στα πολιτισμικά πράγματα. Η παρακμή ενός πολιτισμού αυτή καθεαυτήν δεν είναι κάτι αξιοσημείωτο. Είναι όμως αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο ελληνικός πολιτισμός εξακολουθεί να επιβιώνει σε κάθε προοδευτική κοινωνία. Τα ιδανικά που χαρακτήριζαν την αρχαία Αθήνα εξακολουθούν να είναι η βάση για ό,τι αποκαλούμε σήμερα δημοκρατία, επιστήμη και τέχνη. Πού οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, το γεγονός ότι είναι τόσο ασήμαντη η συμβολή της σημερινής Ελλάδας στα πολιτισμικά θέματα;».

Ο Γιώργος Σεφέρης, νομπελίστας της λογοτεχνίας το 1963, έδωσε εν συνόψει την ακόλουθη απάντηση («Δοκιμές», τ. Γ΄, σελ. 172-3 και 387): Παρά τα επιστημονικά του επιτεύγματα, ο σύγχρονος κόσμος από πολλές πλευρές δεν έφθασε τη στάθμη των Αρχαίων. Δεν παρουσίασε έναν Ομηρο ή έναν Αισχύλο, έναν Ηράκλειτο ή έναν Πλάτωνα. Τη σύγχρονη Ελλάδα πρέπει να την κρίνουμε μέσα στις ιστορικές, πλουτοπαραγωγικές, πληθυσμιακές κ.λπ. ανάγκες του σύγχρονου κόσμου και να μην ξεχνούμε πως δοκιμάστηκε επί τέσσερις αιώνες από τη χειρότερη ξένη σκλαβιά που γνώρισε λαός της γης, και με τις πιο καταστρεπτικές συνέπειες. Από τότε που ελευθερώθηκε ένα μικρό μέρος της, με πληθυσμό, στα 1828, 750.000 ψυχές, η Ελλάδα είχε να υπομείνει ατέλειωτους πολέμους, συνυπολογίζοντας και τον τελευταίο. Η Σουηδία χαίρεται από το 1813 αδιάκοπα τα αγαθά της ειρήνης και δεν μπορώ να μη σκεφθώ τον Αγγλο ιστορικό που παρατήρησε ότι οι ιστορικοί που έζησαν σε καιρούς ευημερίας και ειρήνης, συνήθως δεν κρίνουν επιτυχώς περιόδους πολέμων και δυστυχίας.

Η απάντηση του Σεφέρη δημιουργεί την εντύπωση ότι οφείλεται σε παρανάγνωση της ερωτήσεως του Μπέργκμαν. Ο Σουηδός σκηνοθέτης δεν ρωτά γιατί είναι ασήμαντη η σημερινή Ελλάδα, αλλά γιατί είναι τόσο ασήμαντη η συμβολή της στα θέματα του πολιτισμού, ενώ ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός και οι αξίες του αποτελούν τη βάση για ό,τι αποκαλούμε σήμερα, σε κάθε προοδευτική κοινωνία, δημοκρατία, επιστήμη και τέχνη. Αναρωτιέται, μ’ άλλα λόγια, και ρωτά: Πώς εξηγείται η άγονη σχέση σας με το μεγάλο, πάντα επίκαιρο, παρελθόν σας;

Με την απάντησή του ο Σεφέρης πήγε να προσγειώσει το ζήτημα στα ιστορικά δεδομένα και πήδηξε από την ασήμαντη συμβολή της Ελλάδος στον σύγχρονο πολιτισμό, στην ασημαντότητα της σημερινής Ελλάδος εν γένει. Κι όμως τίποτε στο ερώτημα του Μπέργκμαν δεν δικαιολογεί τέτοια μετακίνηση. Τίποτε δεν στηρίζει την αίσθηση ότι ο Σουηδός σκηνοθέτης είχε τέτοια σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού του.

Αυτό θα έκανε τα πράγματα πιο τετραγωνισμένα κι εύκολα, ενώ το τεθειμένο ερώτημα ζητεί στοχαστική απάντηση. Αλλωστε ο Σεφέρης αναγνωρίζει εξ αρχής τη δυσκολία του ερωτήματος και την ευρύτητά του. Το συσχετίζει με την απορία «γιατί η Αγγλία γέννησε έναν μονάχα Σαίξπηρ ή γιατί η Ιταλία γέννησε έναν μονάχα Ντάντε» και δηλώνει ότι δεν είναι δυνατόν να δώσει πραγματικά ικανοποιητική απάντηση στα περιθώρια του χρόνου και του χώρου που έχει στη διάθεσή του, οπότε θα περιοριστεί σε «πρόχειρη και βιαστική απάντηση».

Ο Μπέργκμαν δεν ρωτά γιατί η Ελλάδα δεν γέννησε κι άλλους Ομήρους ή Πλάτωνες στα νεότερα χρόνια της· απορεί γιατί δεν παίζει σημαντικό ρόλο στα πολιτισμικά δρώμενα της προηγμένης ανθρωπότητος, η οποία ωστόσο βασίζεται στην αρχαιοελληνική κληρονομιά. Ο ένας Σαίξπηρ και ο ένας Δάντης, δεν εμπόδισαν την Αγγλία και την Ιταλία να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον σύγχρονο πολιτισμό. Δεν θέλει να μειώσει τη σημερινή Ελλάδα ούτε, πολύ περισσότερο, τον Σεφέρη· θέλει να εξηγήσει το συγκεκριμένο αξιοπρόσεκτο φαινόμενο. Θα αναδιατύπωνα το ερώτημά του σε ένα άλλο: Είναι ευθεία καταβολή σας, των Νεοελλήνων, ο αρχαίος πολιτισμός ή τον σημερινό σας τρόπο υπάρξεως επιβαρύνουν παράγοντες οι οποίοι εμποδίζουν τη μόνιμη σχέση με τους Αρχαίους και κατ’ επέκτασιν με τον σύγχρονο πολιτισμό;

Η παρεπόμενη ερώτηση ενδεχομένως να υποκρύπτεται στη σκέψη του Μπέργκμαν, δεν ξέρω όμως κατά πόσο ο Σεφέρης την είχε θέσει στον εαυτό του, όταν έγραφε «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».

Η απάντησή του όχι μόνο δεν μαρτυρεί πόνο αλλά προδίδει αμυντική αυτάρκεια. Παρακάμπτει το ερώτημα που δείχνει προς την ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων της χώρας μας και του ίδιου, ο οποίος εν προκειμένω την εκπροσωπεί.

Μιλάς, λέει στον Μπέργκμαν, από την άνεση και την ασφάλεια της απρόσκοπτης κοινωνικής αναπτύξεως, της διαχρονικής ειρήνης και ελεύθερης ζωής. Η χώρα σου δεν είναι θεμιτό μέτρο συγκρίσεως με τη χώρα μου, η οποία τυραννήθηκε αιώνες από ένα βάρβαρο κατακτητή και μετά την ανεξαρτησία της βιώνει αδιάκοπες πολεμικές περιπέτειες με εξωτερικούς εχθρούς, εσωτερικές ανωμαλίες και εμφύλιες δοκιμασίες. Πώς να αναπτύξει πολιτισμό; Οντως η συμβολή της Ελλάδος στα πολιτισμικά δρώμενα του ανεπτυγμένου κόσμου είναι ασήμαντη, αλλά εξ αιτίας των συνθηκών. Απαντά προφανώς ο διπλωμάτης, μολονότι ο ποιητής συνυπάρχει μαζί του.

Ο Σεφέρης αποδέχεται εμμέσως την ελληνική «ασημαντότητα» και προσπαθεί να τη δικαιολογήσει. Υιοθετεί την κλασική υπεκφυγή της επίσημης και ανεπίσημης Ελλάδος: Φταίνε οι άλλοι και οι συγκυρίες· εμείς δεν ευθυνόμαστε. Μα και τα νεώτερα κράτη, μέσα από φοβερούς ενδοευρωπαϊκούς και παγκοσμίους πολέμους, προχώρησαν στην εθνική τους ολοκλήρωση! Αυτό δεν τα εμπόδισε να αποδίδουν τιμές και να καλλιεργούν ως θεμέλιο υπάρξεως τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και περαιτέρω: Γιατί οι Επτανήσιοι, που δεν γνώρισαν τουρκικό ζυγό, αλλά ενετική, γαλλική και αγγλική κυριαρχία, δεν διαφέρουν από τους υπολοίπους Ελληνες, οι οποίοι έπιναν επί τετρακόσια και πλέον χρόνια το κώνειο της σκλαβιάς; Μπορεί να απέκτησαν ένα λούστρο λεπτότητος, να έδωσαν ένα Σολωμό, έναν Κάλβο, έναν Καποδίστρια, όμως είναι επίσης πνευματικά αμέτοχοι του αρχαίου πνεύματος και του σύγχρονου πολιτισμού.

Ο Μπέργκμαν αναρωτιέται και ρωτά για την απουσία της Ελλάδος από τον ανυπέρβλητο ιδρυτικό της εαυτό, έξι χρόνια προ της εκατονταπεντηκονταετίας του 1821 και μόλις δύο πριν από την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η απορία του διατηρεί εμβληματική επικαιρότητα και για τον φετινό εορτασμό της επετείου των διακοσίων χρόνων από την εθνική μας παλιγγενεσία. Πώς γίνεται να είμαστε σύγχρονοι Ευρωπαίοι έχοντας εγκαταλείψει προ πολλού την κοινή και δική μας εθνική ρίζα; Οφείλουμε εξηγήσεις στον ίδιο μας τον εαυτό και σε όλους τους άλλους. Η σεφερική απάντηση και οι εορτασμοί της επετείου τρίζουν από την τρομερή ερώτηση του Ινγκμαρ Μπέργκμαν.

Για τον Σεφέρη, είναι εύλογο να μην έχουμε σημαντική παρουσία στον σύγχρονο πολιτισμό με τόσο ταραγμένη ιστορία. Η πολιτισμική δυσανεξία μας συνδέεται με καταθλιπτικές εξωτερικές αντιξοότητες. Γι’ αυτό και προσλαμβάνει το «πολιτισμικά ασήμαντη» του ερωτήματος μεταλλαγμένο σε «ασήμαντη» συνολικά. Παραδόξως ο ποιητής αντιπαρέρχεται ασυζητητί το ενδεχόμενο ενός εγγενούς εσωτερικού ρήγματος στον νεώτερο ελληνισμό, ενώ και μόνη η αναγνώριση των ψυχικών εικόνων οι οποίες το προκάλεσαν και το συντηρούν θα έφθανε για να κατέχει η Ελλάδα μία σημαντική θέση στον σύγχρονο κόσμο.

Ο παραγνωρισμός τους δηλώνει και ασυνειδησία της πραγματικότητος που δημιουργούν. Στις δύσκολες περιστάσεις επικαλούμαστε το απαράμιλλο παρελθόν, κρατούμε σαν φυλαχτό τη γλώσσα, αλλά στηρίζουμε την ελπίδα στον Θεό. Οι Αρχαίοι είναι ο τίτλος της ευγενείας μας, με θυρεό τα ερείπιά τους, καθώς το πνεύμα τους δεν βρίσκει αμέσως θέση στη ζωή μας. Το διάπλατο τούτο κενό αγγίζει ανεπίγνωστα η ερώτηση του Μπέργκμαν. Ο Σουηδός καλλιτέχνης θέλει να κατανοήσει πώς ένας λαός με τόσο μεγάλο παρελθόν έχει σήμερα τόσο μικρή ιστορική ενέργεια.

Πίσω από το σημερινό μας πρόσωπο βρίσκεται, αντί δημιουργικής συνθέσεως, μια δραστική απώθηση του αρχαίου κόσμου, με παρενδυματική εθιμική του διατήρηση στη σφαίρα ενός ανατολίζοντος χριστιανικού πολιτισμού. Ο Ιουστινιανός πολέμησε εξοντωτικά τις αρχαίες καταβολές, οι οποίες με τη σειρά τους μαρμάρωσαν στη γλώσσα και τη διδασκαλία των τύπων της. Αντιθέτως η αρχαία φιλοσοφία δεν έπαψε να δίνει το παρών στον δυτικό χριστιανισμό: ο Πλωτίνος στη σκέψη του Αυγουστίνου, ο Πλάτων, και όχι μόνο, στον Βοήθιο, ο Αριστοτέλης στον Θωμά Ακινάτη. Ισως να έπαιξε ρόλο ότι στην Εκκλησία της Ρώμης συγκαταλέγονταν, έως τον 8ο αιώνα, και οι επισκοπές του ελλαδικού χώρου. Πάντως με το τέλος της ελληνοχριστιανικής συμβιώσεως, δημιουργήθηκε στις ψυχές και στις μορφές ένα χάσμα, μια αγωνία για το εξορκισμένο παρελθόν, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε και την ενοχικά άγονη σχέση μαζί του.

Το απαγορευμένο παρελθόν μάς καταδιώκει στο παρόν σαν ματαιωμένο μέλλον. Ο γεννήτορας πολιτισμός απεβίωσε ασύνειδα στη γλώσσα, παραμένοντας ταυτόχρονα, για το πλήθος που τη μιλούσε, σατανικό αντικείμενο. Η ανθρώπινη ορμή ταυτίστηκε μαζί του και έλαβε διαστάσεις αμαρτίας, φουντώνοντας στο μη περαιτέρω τα ενοχικά συναισθήματα των ατόμων και του ευρύτερου συνόλου, ετέθη μάλιστα υπό τον κανόνα της ασκητικής αγνότητος, ενώ η Εκκλησία πήρε πάνω της με την εξομολόγηση, τον κατευνασμό της ενοχής και με τα μυστήρια την εμπέδωση της κοινωνικής συνοχής. Σταδιακά η απώθηση της ορμής έγινε πρόξενος συνθηκών, ιδεοαναγκαστικής νευρώσεως, η οποία ευνοούσε και ευνοεί διεξόδους στο θρησκευτικό τυποτελετουργικό, όπου άτομα και ομάδα ενώνονται ανακουφιστικά με τον Θεό.

Το τελετουργικό είναι εκ φύσεως δομικά νοσταλγικό. Βασίζεται σε ανθρώπινα ιδεοπλάσματα, υπό την σκέπη μιας υπερβατικής πατρικής μορφής, σε παραδοχές άσχετες προς την πίστη ως επιθυμία πληρότητος στο υπερούσιο της θεότητος. Σ’ αυτά τα πλαίσια ο άνθρωπος γίνεται εξίσου δεκτικός πίστεως ή παρανοίας. Το τελετουργικό μετέχει του κοινωνικού φαντασιακού, ενός συστήματος ψυχικών εικόνων με αξιακά χαρακτηριστικά και ισχυρή συναισθηματική υποστήριξη, εικόνων οι οποίες διαπερνούν την εμπειρική πραγματικότητα και κυριεύουν τις συνειδήσεις δίκην μυθικών συμβόλων, όπως η Χάρις, η Μεγάλη Ιδέα, η πατρίδα, η οικογένεια.

Τα σύμβολα τούτα ζητούν την κατανόησή μας, όμως για το τελετουργικό το νόημά τους είναι μονοσήμαντο και δεδομένο. Σφυρηλατεί έτσι ένα Εμείς που βιώνει ιδεοληπτικά (διάβαζε: ειδωλολατρικά) την εικόνα του και την εικόνα του κόσμου.

Ειδικά το θρησκευτικό τελετουργικό με τη μυστηριακή του επαναληπτικότητα ζητεί από τον πιστό να εγκαταλείψει την ορμή της επιθυμίας, να την κατακρατήσει μέσα του ως ενοχή. Η ενοχή δεν μας αφήνει μόνο απαρηγόρητους αλλά μας στρέφει νοσταλγικά προς την ανάμνηση ενός συμβολικού πατέρα τον οποίο προδώσαμε, μιας ιδρυτικής αρχής, της οποίας την παράδοση παραπετάξαμε. Σ’ αυτό το κλίμα το μέλλον που συνήθως διεκδικούμε είναι ένα παρελθόν και επιτείνει στη ζωή την ανασφάλεια. Λειτουργεί μάλλον σαν αναποτελεσματικό εμβόλιο αυτοπεποιθήσεως σε πτοημένο Εγώ. Οι προοδευτισμοί αυτού του τύπου αγνοούν τις εξισώσεις με πολλούς αγνώστους και κατ’ επέκτασιν τη σύνθεση του νέου και του παλαιού, με διαλυτικές βέβαια συνέπειες.

Υπερβαίνουμε τη νοσταλγία της τελετουργίας με την επιθυμητική δημιουργία και με συνειδητή αναγνώριση της αρχής του πραγματικού. Η κατανόηση της ζωής δημιουργεί τον πολιτισμό. Οχι η αναμηρυκαστική πρόσληψη του καθιερωμένου συμβατικού της νοήματος αλλά η εκτίναξη των πνευματικών δυνάμεων της κοινωνίας προς ανώτερες μορφές υπάρξεως. Ετσι δημιουργείται μέλλον, ανοίγεται και ανοίγει η ιστορία. Πάνω από βιολογική, η ανθρώπινη ύπαρξη είναι πολιτισμική και ιστορική. Η προσαρμογή στα δεδομένα απεργάζεται το τέλμα της παθητικότητος. Μόνο πλαταίνοντας η ψυχή μπορεί να κλείσει μέσα της μόνιμα τα μεγάλα έργα του παρελθόντος. Η στερεότυπη επανάληψη στενεύει την ψυχή και τα στειρώνει.

Ξαναγυρίζω στον Σεφέρη και αναρωτιέμαι μήπως θα μπορούσε κανείς να ξετυλίξει το κουβάρι της απαντήσεώς του στον Μπέργκμαν από το σημείο στο οποίο φθάσαμε, αντί να φορτώνει την αδυναμία μας στις περιστάσεις και στις συνθήκες. Κι αν θέλουμε να πάμε βαθύτερα: μήπως θα πρέπει να διαβάσουμε τις ίδιες τις ψυχικές εικόνες οι οποίες με το συμβολικό τους περιεχόμενο αρδεύουν τον όποιο πολιτισμό μας;

Ισως μ’ αυτό τον τρόπο, που θα μπορούσε να αποτελέσει και αυθεντικό εφαλτήριο πνευματικής ανατάσεως, να δώσουμε έμπρακτη απάντηση στο βαρύ ερώτημα του σκηνοθέτη με μία γενναία κίνηση αυτογνωρισμού.

Το πρόβλημα στην αντίδραση του Σεφέρη δεν ήταν τόσο η μετάθεση του ερωτήματος, το άλλα αντί άλλων που αναπαράγει μια μόνιμη στάση μας εδώ και διακόσια χρόνια, όσο ότι αποφεύγει και αποφεύγουμε συστηματικά την απόφαση να κοιταχθούμε σε πραγματικό καθρέφτη, ώστε ν’ αποτιμήσουμε και να αναλάβουμε το νόημα της υπάρξεώς μας. Το αποτέλεσμα είναι ότι μένουμε χωρίς σταθερή εικόνα του εαυτού μας, διχαζόμαστε κατά τις περιστάσεις και τελούμε υπό συναισθηματική σύγχυση η οποία εκβάλλει στην ακραία παθητικότητα ή στη λεκτική, ηλεκτρονική, σωματική βία. Δεν είναι δυνατόν ένας λαός να προκόβει, εάν δεν οικοδομεί τον πολιτισμό του διαστέλλοντας αποφασιστικά τα πράγματα από τη συνείδηση που διαμορφώνει γι’ αυτά. Μόνο εφ’ όσον στο παρόν του διεκδικεί δημιουργικά το νόημα των πραγμάτων, ανοίγει ο δρόμος για νέα σχέση με τον ιστορικό χρόνο και για την απελευθέρωση μέλλοντος από το μεγάλο παρελθόν. Ο στόχος είναι καθαρός: Από δεδομένο, να γίνει η Ελλάδα «ζήτημα».

__________________________
* Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.