Γιάννης Βούλγαρης
Τα Νέα, 19/04/2021

Σιγά-σιγά η Ελλάδα ετοιμάζεται να κάνει τα πρώτα προσεκτικά βήματα επανόδου στην ομαλή κοινωνική ζωή. Θα μετρήσει τις πληγές και θα σχεδιάσει το μέλλον, κοντινό και απώτερο. Όπως κάνει ή θα κάνει κάθε χώρα.

Οι μεγάλες καταστροφές όπως είναι η πανδημία, επιδρούν στη διεθνή σκηνή, επιταχύνουν φαινόμενα που ήδη ήταν σε εξέλιξη, κάνουν εμφανέστερα τα αδύναμα και τα δυνατά σημεία μιας χώρας, και αφήνουν στις ίδιες τις κοινωνίες να καθορίσουν το εύρος και την ποιότητα των αλλαγών.

Η Ελλάδα θα βαδίσει σε ένα διεθνές περιβάλλον διαφορετικό και ευνοϊκότερο ως προς τρία τουλάχιστον γεγονότα. Το πρώτο είναι η πολιτική-ιδεολογική στροφή που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ. Ας αφήσουμε στα «εάν» της Ιστορίας το κατά πόσο ο Τραμπ θα έχανε αν δεν είχε διαχειριστεί τραγικά την επιδημία. Η επικράτηση του Μπάιντεν φαίνεται να σηματοδοτεί μια ουσιαστικότερη αλλαγή. Αφενός προβάλλει ένα νέο «παράδειγμα» οικονομικής πολιτικής, αφετέρου επανασυσπειρώνει τη Δύση εγκαταλείποντας τον αντιευρωπαϊσμό τού προκατόχου του. Και επειδή αυτά συμβαίνουν στις ΗΠΑ, αποκτούν αυτομάτως παγκόσμια εμβέλεια και επιρροή. Το δεύτερο γεγονός είναι το νέο κεφάλαιο που έχει ανοίξει στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την μερική αμοιβαιοποίηση του χρέους και το Ταμείο Ανάκαμψης. Παρά ότι προχωρά με τον γνωστό σπασμωδικό, επισφαλή και συγκρουσιακό τρόπο, συνιστά ασφαλώς ποιοτική στροφή στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Το τρίτο γεγονός είναι η υποχώρηση του λαϊκιστικού κύματος σε διάφορες χώρες με κορύφωση και πάλι την ήττα Τραμπ. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 μπορεί να μην γέννησε, ασφαλώς όμως επιτάχυνε την άνοδο του λαϊκισμού, ο οποίος ωστόσο όταν βρέθηκε στην εξουσία απομυθοποιήθηκε. Η τωρινή υποχώρηση δεν είναι τελεσίδικη, πολλές από τις οι αιτίες που τον τροφοδότησαν παραμένουν, και οι ιδιαίτερες συνθήκες κάποιας χώρας μπορούν να τον ξαναφέρουν μπροστά. Αρκεί να σκεφτούμε τις επόμενες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία και την πιθανότητα αριστεροί ψηφοφόροι να πριμοδοτήσουν τη Λεπέν, επιβεβαιώνοντας ότι ένα μέρος της Αριστεράς συνιστά πλέον οπισθοδρομική δύναμη. Σε κάθε περίπτωση, η κρίση του κορωνοϊού το 2020 φαίνεται, ώς τώρα τουλάχιστον, να ενθαρρύνει την αντίθετη κίνηση, την αναζήτηση μιας ισορροπημένης και αποτελεσματικής πολιτικής διακυβέρνησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα θα αναζητήσει τον προσανατολισμό της, έχοντας καταγράψει τα συν και τα πλην της. Για όποιον διαθέτει μια στοιχειώδη αντικειμενικότητα, είναι σαφές ότι σε αντίθεση με τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων όπου η χώρα στιγματίστηκε ως αρνητικό παράδειγμα, τώρα βγαίνει από την υγειονομική κρίση με καλές επιδόσεις και μεγαλύτερο διεθνές κύρος. Με αυτά τα εφόδια θα πρέπει να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που δίνει το διεθνές πλαίσιο. Από τη μια, το τεράστιο πακέτο πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης που μπορεί να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας αν δεν βραχυκυκλωθεί στις γνωστές πολιτικές, γραφειοκρατικές και συντεχνιακές παθογένειες. Από την άλλη, τη γεωπολιτική σταθερότητα εάν και εφόσον η επανασυσπείρωση της Δύσης βοηθήσει να αποσυμπιεστεί η ένταση στην ανατολική Μεσόγειο και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ούτε οι στόχοι, ούτε η εποχή αντιστοιχεί στις περιόδους που αρκεί η τρέχουσα πολιτική και η διαχειριστική ικανότητα. Όσο απαραίτητα και αν είναι, δεν αρκούν «δράσεις» ή «δέσμες μέτρων», άλλωστε αυτά φαίνονται καλά σχεδιασμένα. Χρειάζεται να ενταχθούν σε μια ευρύτερη Πολιτική που θα στηρίζεται σε μια πειστική ερμηνεία των ριζικών αλλαγών τις οποίες βιώνουν σήμερα οι απλοί πολίτες, που θα παραπέμπει σε ένα γενικό έστω όραμα μιας “δίκαιης κοινωνίας” στο οποίο να αναγνωρίζονται ιδίως οι νεότεροι και οι πιο αδύναμοι. Αυτό που διακυβεύεται είναι η συντεταγμένη μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας στη νέα εποχή, και η θέση που θα καταλάβει η Ελλάδα στην νέα ιεραρχία των κρατών. Είναι ένας εθνικός στόχος υπαρξιακής σημασίας, που παίρνει τη σειρά του ακολουθώντας τους προηγούμενους της σύγχρονης ιστορίας μας: της εθνικής ολοκλήρωσης, της Αντίστασης, του εκδημοκρατισμού, του εκσυγχρονισμού εντός της Ευρώπης. Σε τέτοιες κρίσιμες συγκυρίες, η πολιτική ακόμα και αν φαινομενικά συνεχίζεται στα δεδομένα καλούπια, στην ουσία αναβιβάζεται σε ένα στοίχημα για την ιδεολογική ηγεμονία. Όχι του ενός ή του άλλου κόμματος, αλλά του πνεύματος και των αξιών που θα επικρατήσουν στην κοινωνία. Από αυτό εξαρτάται αν η χώρα θα βρει την αναγκαία ενέργεια να σταθεί στη νέα εποχή χωρίς να παγιδευτεί για χρόνια στις χαμηλές θέσεις της διεθνούς ιεραρχίας.

Δυστυχώς, η τρέχουσα κομματική αντιπαράθεση συσκοτίζει πλήρως το μέγεθος της πρόκλησης καθώς κινείται συνήθως στο επίπεδο της χυδαιότητας των λεγόμενων «κοινωνικών δικτύων». Κύρια αιτία είναι ασφαλώς η δηλητηριώδης κληρονομιά της εχθροπάθειας, του διχασμού και του λαϊκισμού, και μαζί η αναπαραγωγή αυτού του κλίματος από την αξιωματική αντιπολίτευση, η φυσιογνωμική κρίση της οποίας λαμβάνει μόνιμα χαρακτηριστικά. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο κομματικός ανταγωνισμός στο άμεσο τουλάχιστον μέλλον θα είναι καταδικασμένος να κινείται πολωτικά, όπως και αντιλαμβάνεται κανείς την τομή: είτε ΣΥΡΙΖΑ – Αντισύριζα, είτε Δεξιά – Αντιδεξιά, είτε πρόοδος – λαϊκισμός. Την ίδια στιγμή, όλοι (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ) διεκδικούν το «κέντρο». Ένα όμως κέντρο κενό, πεδίο του κανένα, επίδικο τρόπαιο προς κατάκτηση γιατί εξακολουθεί «να βγάζει κυβέρνηση», χώρος που ετεροκαθορίζεται από τον κομματικό ανταγωνισμό παρά από το περιεχόμενό του.

Ίσως όμως αυτό να είναι το στοίχημα της ιδεολογικής ηγεμονίας για την τύχη της Ελλάδας στη νέα εποχή. Η δημοκρατική κοινωνική ραχοκοκαλιά που είχε διαμορφωθεί στη μεταπολιτευτική περίοδο ράγισε στη διάρκεια της χρεοκοπίας υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και του πολιτικού εκτραχηλισμού. Το ζητούμενο είναι να συγκροτηθεί πάλι μια κοινωνική – ιδεολογική πλειοψηφία, ένα «ζωτικό κέντρο» που ασχέτως τι ψηφίζει, θα αναγνωρίζεται στα βασικά: δημοκρατία, απόρριψη της βίας, ορθολογισμός, ρεαλισμός, Ευρώπη, εθνική ανασυγκρότηση, πρόοδος, κοινωνικό κράτος. Πολύ συχνά το «κέντρο» προκύπτει, δεν αυτο-ορίζεται. Οριοθετείται από τις όχθες που τού ορίζουν τα δύο «άκρα», αριστερά του και δεξιά του. Σήμερα, οι δύο όχθες έχουν ρευστοποιηθεί. Επομένως, η ανασύσταση μιας τέτοιας κοινωνικής πλειοψηφίας είναι μια διαδικασία θετικού προσδιορισμού. Ουσιαστικά, μια ενεργή διαδικασία μετασχηματισμού της πολιτικής κουλτούρας. Εν μέρει για να αποκαταστήσει το δημοκρατικό «μεταπολιτευτικό κεκτημένο» που κακοποιήθηκε και οπισθοδρόμησε στη δεκαετία της λαϊκιστικής «αγανάκτησης». Κυρίως όμως για να μπορέσει να συλλάβει το πνεύμα της επερχόμενης νέας εποχής. Μια εποχής που απαιτεί δυναμικές συνθέσεις αντιθέτων: ανάπτυξη – οικολογία, δικαιώματα– υποχρεώσεις, ατομικότητα – κοινωνικός δεσμός, εθνικό – υπερεθνικό, δημόσιο – ιδιωτικό. Συνθέσεις όχι σε άχρωμους μέσους όρους, αλλά στρατηγικού και προγραμματικού χαρακτήρα.

Αν θέλαμε να βρούμε δύο λέξεις που να συνοψίσουν αυτή την πολιτική κουλτούρα θα διαλέγαμε ασφαλώς το μέτρο και το όριο. Δύο έννοιες-αξίες συνυφασμένες καθώς το μέτρο αναζητά τη δυναμική εξισορρόπηση των αντιθέτων και το όριο θυμίζει ότι οι αντοχές πριν από όλα του Πλανήτη, είναι περιορισμένες.

Κάτι τέτοιο αναζητούν όλες οι σύγχρονες δημοκρατίες, η ελληνική εκδοχή έχει όμως μια ιδιομορφία. Η κουλτούρα του μέτρου και των ορίων καλείται να τιθασεύσει πριν από όλα τον ίδιο τον κομματικό ανταγωνισμό και τα φαινόμενα πολιτικού εκβαρβαρισμού που πληθύναν τα τελευταία χρόνια.