Capital.gr
8 Σεπτεμβρίου 2020

Στο πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού συνήθως κερδίζει εκείνος που μπορεί να επιβάλει την ατζέντα του. Η δυνατότητα αυτή συνιστά συγκριτικό πλεονέκτημα. Τον καθιστά πρωταγωνιστή. Του επιτρέπει να θέτει τα δικά του θέματα στην αντιπαράθεση με τους αντιπάλους του. Και ταυτόχρονα να τους εγκαλεί για τα όσα πρεσβεύουν, ή για τις ανεπάρκειες και ανακολουθίες τους. Έτσι προσελκύει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, διευρύνοντας την απήχηση και την επιρροή του. Ουσιαστικά, οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης, διασφαλίζοντας την κυριαρχία του.

Ο τρόπος που πολιτεύτηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης πριν από την εκλογή του στην πρωθυπουργία είναι χαρακτηριστικός. Ερμηνεύοντας εύστοχα την εγχώρια σκηνή, τοποθετήθηκε στο Κέντρο του κομματικού συστήματος. Στοχοποίησε τους ανταγωνιστές του, εστιάζοντας στα πιο ευάλωτα σημεία τους. Σφυροκοπώντας τους διαρκώς, τους ώθησε σε κατάσταση ασφυξίας. Προέταξε ρεαλιστικές προτάσεις για τα καίρια ζητήματα της χώρας και της οικονομίας.

Γνωρίζοντας την κόπωση της ελληνικής κοινωνίας εξαιτίας της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, αλλά και των πειραματισμών των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, απέφυγε να καλλιεργήσει υπέρμετρες προσδοκίες. Η επιτυχία του έγκειται στο ότι ενσάρκωσε έναν πραγματισμό, σε αντιδιαστολή με τις υπερφίαλες διακηρύξεις των αντιπάλων του. Με τη μέθοδο αυτή θεμελίωσε τη κυβερνησιμότητα και την ηγετικότητά του, κάνοντας τη μεγάλη ανατροπή.

Αναλαμβάνοντας τα ηνία της εξουσίας, έδειξε ότι ήταν επαρκώς προετοιμασμένος. Η επιλογή του να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού από ευρύτερες δυνάμεις (δεξιούς, φιλελεύθερους, κεντροαριστερούς), ενίσχυσε περαιτέρω την κεντρώα του ταυτότητα. Η μεταρρυθμιστική του ατζέντα εξυπηρετούσε τις ανάγκες και απαιτήσεις μιας μπλοκαρισμένης χώρας και κοινωνίας. Παράλληλα, έδινε νεύρο στη διακυβέρνησή του κατά την πρώτη περίοδο. Η αποτελεσματική διαχείριση της πανδημίας και του Έβρου τον τόνωσε. Τον κατέστησε πρωταγωνιστή.

Με το προεδροκεντρικό μοντέλο διοίκησης που υιοθέτησε, επισκιάζει υπαρκτές πολιτικές αδυναμίες και διαχειριστικά ελλείμματα των υπουργών του. Οι αντιφάσεις και οι ανακολουθίες τους είναι έκδηλες. Εξ ου και τα κρούσματα απονεύρωσης σε κάποιους τομείς της κυβερνητικής δραστηριότητας. Οι χαμηλές ταχύτητες με τις οποίες κινούνται ορισμένοι, έχουν ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση και τη μειωμένη απόδοση. Εξίσου σημαντικές είναι και οι παλινωδίες, καθώς και οι διαφορετικές προσεγγίσεις που εμφανίστηκαν σε κρίσιμες υποθέσεις.

Αν δεν υπάρξει δραστική αντιμετώπιση ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποδυναμωθούν ο λόγος και η εικόνα της κυβέρνησης. Η έλλειψη συνεκτικότητας είναι πραγματική απειλή. Πόσω μάλλον όταν αυτή συνοδεύεται από ασαφείς, θολές, αμφίσημες και κοντόφθαλμες πολιτικές σε εξαιρετικά ευαίσθητους τομείς. Όπως, για παράδειγμα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, η πανδημία και η παιδεία.

Οι αμφιταλαντεύσεις δεν απομειώνουν μόνο το κυβερνητικό έργο. Αποδεικνύουν και κάτι ουσιαστικότερο: Την εξασθένιση του σταθερού και διακριτού μεταρρυθμιστικού σχεδίου του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός φαίνεται να αντιλαμβάνεται το πρόβλημα. Γι’ αυτό και στο τελευταίο Υπουργικό Συμβούλιο ζήτησε επιτακτικά από τους υπουργούς του την ανάληψη πρωτοβουλιών και δράσεων, καλώντας τους να του καταθέσουν αναλυτικές προτάσεις.

Τώρα που αναμένεται να επέλθει βαρύς χειμώνας στην οικονομία, η ικανότητα και η αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού σχήματος θα δοκιμαστούν σκληρά. Το ίδιο θα συμβεί και στο μέτωπο της εξωτερικής πολιτικής, όπου οι αντιφάσεις είναι περισσότερο από εμφανείς. Αν η επαγγελία του πρωθυπουργού αλλοιωθεί με μικροπολιτικές και πελατειακές διολισθήσεις ή πατριδοκάπηλες διακηρύξεις, τότε εύλογα θα κερδίσει έδαφος ένας άγονος και αχρείαστος κυβερνητισμός. Μια απλή διαχείριση, στερούμενη στρατηγικών στόχων και επιδιώξεων.

Ως εκ τούτου, η ανθεκτικότητα και η κυριαρχία ενός καθαρού στίγματος καθίσταται ζωτική προτεραιότητα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Άλλωστε, με την αποστασιοποίησή του από αντιλήψεις και πρακτικές του παρελθόντος, δημιούργησε το δικό του κεφάλαιο. Η αποσαφήνιση, η αποκατάσταση, η επαναφορά της μεταρρυθμιστικής στρατηγικής του είναι σήμερα επιβεβλημένη. Και τούτο διότι ανατροφοδοτεί την πολιτική του ενέργεια και εμβέλεια.