Μάνος Ματσαγγάνης
Το Βήμα, 29/12/2019

Η δεκαετία που φεύγει θα μείνει στα βιβλία της ιστορίας ως η εποχή του υποβιβασμού. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η χώρα «έπεσε κατηγορία». Η απόσταση που τη χωρίζει από την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη μεγάλωσε κατά δυόμιση φορές. Το 2019 το μέσο εισόδημα στην Ελλάδα (λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στο κόστος ζωής) ήταν 36% χαμηλότερο από το μέσο εισόδημα της ΕΕ-15 (δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προ της διεύρυνσης του 2004). Το 2009 ήταν μόλις 15% χαμηλότερο. Η χώρα μας είναι πλέον φτωχότερη όχι μόνο από την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, αλλά και από την Πολωνία, την Ουγγαρία, την Τσεχία, την Σλοβακία, και τις Βαλτικές δημοκρατίες. Μόνο η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Κροατία είναι φτωχότερες από την Ελλάδα.

Πώς εξηγείται η μεγάλη υποβάθμιση; Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης απέχουμε πολύ από τη διαμόρφωση μιας κοινής συνείδησης για τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτή. Έχει επικρατήσει μια ψευδής συνείδηση, η οποία αναζητεί τις πηγές της κακοδαιμονίας στους «ατυχείς χειρισμούς» του 2010. Τέτοιοι υπήρξαν – αλλά το 2010 ήταν ήδη πολύ αργά. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα εξιστορήσει πώς η καταστροφική πενταετία Καραμανλή (2004-2009) επιτάχυνε τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, πώς η αδυναμία των προηγούμενων κυβερνήσεων να βάλουν φρένο στη σπατάλη (στις συντάξεις, στην υγεία, στις μεταφορές, στα δημόσια έργα, στους εξοπλισμούς) έκανε δυσκολότερη την έγκαιρη προσαρμογή, πώς η επικράτηση μιας αναχρονιστικής κουλτούρας σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα έκανε αδύνατη την διόρθωση πορείας όσο ακόμη υπήρχε καιρός.

Ίσως όμως εδώ που βρισκόμαστε να μην έχει νόημα να συνεχίσουμε να αντιδικούμε για το τι έγινε τότε, και να δούμε τι μπορεί να γίνει τώρα. Το χάσμα μεταξύ (ανεδαφικών) καταναλωτικών προσδοκιών από τη μια και (περιορισμένων) παραγωγικών δυνατοτήτων από την άλλη έχει σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί. Οι κραυγαλέες ανισορροπίες και τα διπλά ελλείμματα της προ κρίσης περιόδου έχουν εξαλειφθεί. Η οικονομία μας έχει πλέον ισορροπήσει – φυσικά, σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο. Το μαγικό φίλτρο της θεαματικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου από το 1974 έως το 2009 δεν είναι πια διαθέσιμο. Μπορεί οι δανειστές να συμφωνήσουν να χαμηλώσει ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα (όπως θα έπρεπε), μπορεί και όχι. Αλλά η ευκολία της προσφυγής σε εξωτερικό δανεισμό για τη χρηματοδότηση της δημόσιας δαπάνης έχει πάψει να υφίσταται. Εάν η κοινωνία και η πολιτική επιθυμούν υψηλότερη κατανάλωση, θα πρέπει η οικονομία να βελτιώσει τις παραγωγικές της δυνατότητες. Με άλλα λόγια, να παράγει προϊόντα (αγαθά και υπηρεσίες) ελκυστικά στους καταναλωτές στην Ελλάδα και κυρίως στο εξωτερικό.

Απλουστεύοντας, από εδώ και πέρα θα πρέπει να αποφασίσουμε προς τα πού θα κινηθούμε. Η μια επιλογή είναι να ποντάρουμε στην υποβάθμιση της τελευταίας δεκαετίας: να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες της νέας κατάστασης. Οι χαμηλοί μισθοί και οι ελαστικοί κανόνες στην αγορά εργασίας προσφέρουν ευκαιρίες κερδοφορίας και επιτρέπουν την επιβίωση επιχειρήσεων που διαφορετικά θα έκλειναν. Οι εξαγγελθείσες ρυθμίσεις για τη φορολογία και το ασφαλιστικό δίνουν ανάσα ζωής σε εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες (και αγρότες). Με λίγη τύχη, θα έρθουν κάποιες επενδύσεις, ιδίως στην αγορά ακινήτων – η χώρα μας είναι μια από τις ομορφότερες στον κόσμο.

Το πλεονέκτημα αυτής της επιλογής είναι ο ρεαλισμός. Βασίζεται στην παραδοχή ότι οι δυνατότητες αυτής της χώρας είναι χαμηλές, και θα παραμείνουν χαμηλές στο ορατό μέλλον. Αυτό είναι και το μειονέκτημά της: οι χαμηλοί μισθοί και η χαμηλή φορολογία κρατούν καλωδιωμένο στο κρεβάτι της Εντατικής ένα παραγωγικό σύστημα ατομικών και μικρο-επιχειρήσεων, που χρησιμοποιούν χαμηλή τεχνολογία, παράγουν προϊόντα χαμηλής προστιθέμενης αξίας, με επιχειρηματίες χαμηλών διαχειριστικών ικανοτήτων, και με εργαζομένους χαμηλών δεξιοτήτων – σε ένα κράτος επίσης χαμηλής αποτελεσματικότητας, που παρέχει υπηρεσίες χαμηλού επιπέδου στις επιχειρήσεις και στους πολίτες, που δεν ξέρει ή δεν μπορεί να ρυθμίσει τις αγορές ώστε να εμποδίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό της υγιούς επιχειρηματικότητας από την επιχειρηματικότητα της αρπαχτής. Ουσιαστικά πρόκειται για επαναφορά του μοντέλου της φθηνής ανάπτυξης. Στο βαθμό που συμβαδίζει με μερική επαναφορά και των παθογενειών του παρελθόντος, δεν θα αργήσουν να ακολουθήσουν και τα ελλείμματα. Λόγω της διεθνούς επιτήρησης, η διόρθωση θα είναι άμεση, ενώ οι ψυχολογικές επιπτώσεις της θα πυροδοτήσουν ένα νέο κύκλο πολιτικής αστάθειας.

Η δεύτερη επιλογή είναι πιο φιλόδοξη και αναπόφευκτα πιο απαιτητική. Βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν είμαστε (γενετικά;) ανίκανοι να παρακολουθήσουμε την πορεία των πιο επιτυχημένων οικονομιών της Δύσης. Αξιοποιεί τη διόρθωση της τελευταίας δεκαετίας ως αφετηρία για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν βιάζεται να ακυρώσει τον εξορθολογισμό της φορολογικής δομής και του ασφαλιστικού συστήματος που επέβαλαν οι δανειστές. Αντιμετωπίζει τις (υπαρκτές) περιπτώσεις υπερφορολόγησης στοχευμένα, με στόχο να ενισχύσει τα κίνητρα των επιχειρήσεων να μεγαλώσουν, να προσλάβουν προσωπικό, να επενδύσουν στην έρευνα, στην τεχνολογία και στην κατάρτιση. Ρίχνει το βάρος στην δημόσια δαπάνη, δηλ. στον εκσυγχρονισμό του κράτους, ώστε η αξία των υπηρεσιών που παρέχει στις επιχειρήσεις και στους πολίτες να είναι η υψηλότερη δυνατή. Κινητοποιεί δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους για την αναβάθμιση των υποδομών και των δεξιοτήτων. Υποστηρίζει τη μετάβαση προς ένα παραγωγικό μοντέλο βιώσιμης κερδοφορίας (αναγκαία – αν και όχι ικανή – συνθήκη για την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση των μισθών). Δηλαδή: ένα μοντέλο ακριβότερης ανάπτυξης.

Σε μια δημοκρατία δεν αρκεί μια επιλογή να ωφελεί την πλειοψηφία για να επικρατήσει. Χρειάζονται κοινωνικές ομάδες και πολιτικές ηγεσίες ικανές να το αναγνωρίσουν, και πρόθυμες να επενδύσουν σε αυτή, αναλαμβάνοντας το σχετικό κόστος (και το σχετικό ρίσκο). Εάν αποδειχθεί ότι όλα αυτά μας ξεπερνούν, τότε η φθηνή ανάπτυξη θα είναι η αναπόφευκτη εναλλακτική. Εάν επικρατήσει, τη δεκαετία που έρχεται θα μεγαλώσει η απόκλιση της χώρας από τα δυναμικά τμήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας, και θα οριστικοποιηθεί η καθήλωσή της στη δεύτερη κατηγορία. Δεν θα είναι τραγικό. Θα είναι όμως κρίμα.